Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Οι ταραχές της 17ης Οκτωβρίου 2026: ανάλυση και καθοδήγηση για πατριώτες και εθνικιστές επαναστάτες

 




Δελτίο τύπου από τους συντάκτες του Rebellion - sre 
σχετικά με τις ταραχές της 17ης Οκτωβρίου. 


Οι ταραχές της 17ης Οκτωβρίου 2026 απαιτούν μια σαφή ανάλυση προκειμένου να δοθεί αποτελεσματική κατεύθυνση στον αγώνα μας ως πατριώτες και εθνικιστές επαναστάτες.


Πρώτον, ένα πλαίσιο

Μακριά από τη φαντασίωση της «σύγκλισης των διατομεακών αγώνων», παρατηρούμε τρεις δυναμικές που έχουν ενωθεί με έναν οπορτουνιστικό τρόπο.

Η πρώτη περίπτωση αφορά ένα κοινωνικό κίνημα που απαρτίζεται από τις βασικές κοινωνικές βάσεις της Αριστεράς —μαθητές και φοιτητές, υπό την καθοδήγηση των θεσμών που εκπαιδεύουν τη μελλοντική ηγεσία της Αριστεράς, καθώς και εκπροσώπους του δημόσιου τομέα και της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας—, οι οποίοι έχουν βγει στους δρόμους για να διαδηλώσουν και να προβάλουν παραδοσιακά μεταρρυθμιστικά αιτήματα, όλα αυτά υπό την αιγίδα της «La France Insoumise» (Ανυπότακτη Γαλλία), η οποία επιδιώκει να προωθήσει τις δικές της θέσεις ενόψει των προεδρικών εκλογών.

Η δεύτερη ομάδα αποτελείται από ακτιβιστικές μειονότητες που προέρχονται από τα περιθώρια της άκρας αριστεράς —την «υπεραριστερά»— καθώς και από το τελευταίο τμήμα του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων» (Gilets jaunes), στην πιο πρόσφατη εκδοχή του· οι ομάδες αυτές επιδιώκουν να διαδραματίσουν εξεγερσιακό ρόλο μέσω της χρήσης βίας.

Η τρίτη ομάδα αποτελείται από μια μεγάλη μάζα καιροσκόπων, οι οποίοι προέρχονται από το «λούμπεν προλεταριάτο» των εργατικών κατοικιών και έχουν ως στόχο να προκαλέσουν αναταραχή, προκειμένου να διευκολύνουν τη λεηλασία καταναλωτικών αγαθών, με τα οποία στη συνέχεια μπορούν να τροφοδοτήσουν το παράνομο εμπόριό τους.

Αν και οι αρχές επιβολής του νόμου ενδέχεται πράγματι να βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια κατάσταση που τις ξεπερνούσε, λόγω αυτού του πλήθους ανθρώπων —οι οποίοι μετακινούνταν και αναμειγνύονταν καθώς το πλήθος προχωρούσε—, είναι σαφές ότι κάθε ομάδα επιδίωκε τους δικούς της στόχους, χωρίς κάποια συνολική στρατηγική. Κυρίως, όμως, η πλειονότητα του «απλού» γαλλικού λαού —εκείνοι που βιοπορίζονται από την εργασία τους και κατοικούν εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, και οι οποίοι πλήττονται πραγματικά από την άνοδο του κόστους ζωής και τη διάλυση του έθνους μας από τη διακυβέρνηση Μακρόν— δεν συμμετέχουν σε αυτές τις ταραχές.

Από αυτό μπορούμε να αντλήσουμε δύο διδάγματα.

Μια εξέγερση δεν είναι επανάσταση!

Η αταξία αποτελεί μέσο για το «κεντρώο μπλοκ» ώστε να παραμείνει στην εξουσία, εκμεταλλευόμενο τους φόβους της εκλογικής του βάσης —των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, της γενιάς των baby boom και των «κερδισμένων της τεχνολογίας». Το μακρονικό στρατόπεδο είναι ανίκανο να «αποκαταστήσει την τάξη», δεδομένου ότι αποτελεί το ίδιο την πηγή της αταξίας, την οποία προκάλεσε εφαρμόζοντας την ατζέντα του κατά την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, γνωρίζει ότι η ρητορική του περί «σκληρής στάσης» —αν και χάνει ολοένα περισσότερο την αποτελεσματικότητά της— εξακολουθεί να καταφέρνει να εξαπατά τους αφελείς που το στηρίζουν, προκειμένου να διαφυλάξουν τα δικά τους προνόμια.

Ο Μακρόν γνωρίζει επίσης ότι δεν υπάρχει τίποτα ουσιαστικό απέναντί ​​του που να λειτουργεί ως πραγματική εναλλακτική λύση. Οι εκλογικές φιλοδοξίες που κινούν τόσο τον RN όσο και την LFI —οι οποίες αποτελούν και το μοναδικό τους κίνητρο— τους εμποδίζουν να συσπειρώσουν μια πλειοψηφία με το μέρος τους.

Η «Ανυπότακτη Γαλλία» (La France Insoumise) βρίσκεται αντιμέτωπη με τις ίδιες της τις αντιφάσεις. Συγκεντρώνοντας τόσο τις ψήφους της ψευδο-αστικής αριστερής ελίτ όσο και εκείνες ενός τμήματος της «Νέας Γαλλίας» που προέρχεται από την αστική περιφέρεια, το κίνημα διαπιστώνει ότι αυτή η συμμαχία εδράζεται αποκλειστικά σε μια κοινή σχέση με το μητροπολιτικό περιβάλλον. Ωστόσο, τα κοινωνικά φράγματα μεταξύ αυτών των ομάδων καθιστούν αδύνατη τη διαμόρφωση ενός κοινού λόγου. Αν και η εργαλειοποίηση της παλαιστινιακής υπόθεσης λειτουργεί ως σημείο συσπείρωσης, τα βαθύτερα κίνητρα για τη στήριξη αυτής της υπόθεσης διαφέρουν ριζικά από τη μία ομάδα στην άλλη.

Αυτές οι αντιφάσεις έρχονται πλέον στο φως όσον αφορά τον τρόπο διαχείρισης της βίας. Αν και δεν ηγήθηκε του κινήματος, η LFI επεδίωξε αρχικά να διοχετεύσει τα αιτήματα της νεολαίας των αστικών περιοχών, προκειμένου να ενισχύσει τη δική της εκλογική δυναμική. Ωστόσο, ξεπεράστηκε γρήγορα από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της Αριστεράς, καθώς και από την εγκληματική δραστηριότητα που δηλητηριάζει τη ζωή σε αυτές τις συνοικίες —ιδίως όσον αφορά τον έλεγχο παράνομων δραστηριοτήτων, οι οποίες τροφοδοτούν μια ολόκληρη παραοικονομία που διέπεται από μια υπερ-καπιταλιστική λογική.

Εκτός των προπυργίων της —πανεπιστήμια, αστικές γειτονιές που έχουν υποστεί εξευγενισμό (gentrification) και δίκτυα βάσης— η LFI αγωνίζεται να συμβαδίσει με το φαινόμενο των ταραχών, φοβούμενη μήπως μείνει πίσω. Με αυτή τη στάση, κινδυνεύει να βρεθεί σε δυσχερή θέση στον επικοινωνιακό χώρο, στην περίπτωση που έστω και το παραμικρό λάθος κλιμακωθεί σε μια ολοκληρωτική τραγωδία.


Ακρα αριστερά: τακτική αποτελεσματικότητα, στρατηγικό αδιέξοδο

Η «άκρα αριστερά» —ένας ανόητος όρος που χρησιμοποιούν τα μέσα ενημέρωσης και ο οποίος απηχεί την ορολογία των υπηρεσιών ασφαλείας— έχει βρει αναμφίβολα ένα ιδανικό περιβάλλον για τη δράση της, χάρη στις μεθόδους δράσης και συντονισμού που υιοθετεί.

Σαν ψάρι στο νερό, εκμεταλλεύεται την κατάσταση για να βάλει στο στόχαστρο τα σύμβολα του Κράτους και του κεφαλαίου. Αν και αυτή η στρατηγική μπορεί να είναι τακτικά εντυπωσιακή, δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι, σε στρατηγικό επίπεδο, παραμένει αποκομμένη από τις μάζες που κινούνται στον απόηχό της.

Οι λεηλατητές που συγκεντρώνονται πίσω της —επωφελούμενοι από την αποτελεσματικότητά της— δεν καθοδηγούνται από κάποια πολιτική λογική, αλλά μάλλον από μια λογική κατανάλωσης χωρίς την ανάγκη πληρωμής στο ταμείο. Μια κοινή αντίθεση προς τις δυνάμεις επιβολής του νόμου δεν αρκεί για να συγκροτήσει μια κοινή ατζέντα.


Ο Εθνικός Συναγερμός (RN) και η ένωση της δεξιάς: το μηδενικό σημείο πολιτικής δράσης

Η ρητορική και οι θέσεις του Εθνικού Συναγερμού (RN) είναι απολύτως αντιφατικές. Είναι, επομένως, δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι οι δημοσκοπήσεις —οι οποίες δείχνουν πως το κόμμα θα μπορούσε να κερδίσει τις προεδρικές εκλογές— αρκούν για να το καταστήσουν μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση.

Οι υποστηρικτές μιας «ένωσης της Δεξιάς» βρίσκονται σε ακόμη χειρότερη μοίρα, με τα αιτήματά τους για επιστροφή στην τάξη, τα οποία τροφοδοτούνται από τους σχολιαστές του τηλεοπτικού σταθμού CNews. Πρόκειται για το απόλυτο ναδίρ της πολιτικής δράσης —αν βέβαια αντιληφθεί κανείς την πολιτική δράση ως τη διαμόρφωση ενός αυθεντικού οράματος για το κοινωνικό σύνολο.


Η Λαϊκή Γαλλία δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη!

Κι όμως, δεν υπάρχει λόγος για απόγνωση, καθώς η επιθυμία του γαλλικού λαού να πάρει στα χέρια του τη μοίρα του δεν αποτελεί μύθο. Στη Γαλλία των λαϊκών τάξεων —στη Γαλλία που παράγει και σε εκείνη που βρίσκεται πέρα ​​από τα μεγάλα αστικά κέντρα— η οργή διογκώνεται. Προς το παρόν δεν έχει βρει διέξοδο, παραμένει όμως απολύτως υπαρκτή.

Αυτό το κομμάτι της Γαλλίας δεν επέλεξε να συμμετάσχει στη σημερινή αναταραχή, γνωρίζει ωστόσο ότι θα αναγκαστεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έχει πολλά να χάσει, ακριβώς επειδή του έχουν απομείνει ελάχιστα. Αυτό είναι, στην πραγματικότητα, το στοιχείο που θα μπορούσε να καταστήσει μια ενδεχόμενη εξέγερση τόσο ραγδαία όσο και βίαιη.

Δεν θα ασχοληθεί με τη διδακτική ρητορική της αστικής Αριστεράς, ούτε με τις καλοπροαίρετες συμβουλές δεξιών σε τηλεοπτικές εκπομπές. Θα ριχτεί κατευθείαν στη μάχη, ακριβώς όπως ξέρει να κάνει εδώ και χιλιετίες.

Ο ρόλος όσων συμμερίζονται το επαναστατικό πατριωτικό μας όραμα είναι να συμβάλουν σε αυτή τη δυναμική. Σε ό,τι αφορά τον καθαρό αριθμό, ίσως να μην είμαστε τίποτα — μπορούμε όμως να θέσουμε την εμπειρία μας στην υπηρεσία αυτής της ιστορικής ανατροπής.

Για να το πετύχουμε αυτό, ας ενωθούμε! Ας οργανωθούμε! Δεξιά και Αριστερά; Ποιος νοιάζεται! Απορρίπτουμε τόσο την ψευδο-αντιπολίτευση όσο και την πραγματική αταξία του κράτους. Θέλουμε μια πραγματική επανάσταση!



Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Ο σοσιαλισμός δεν είναι αριστερός!

 





«Έχουμε συνηθίσει να συνδέουμε τον σοσιαλισμό με την Αριστερά. Ωστόσο, από την ίδια του τη γένεση, ο σοσιαλισμός βρέθηκε σε άμεση αντίθεση με τον φιλελεύθερο προοδευτισμό που προέκυψε από τη Γαλλική Επανάσταση. Ενώ η Αριστερά εξυμνεί την κίνηση, το άτομο και το «tabula rasa», ο πρώιμος σοσιαλισμός προτάσσει τις κοινότητες, τους δεσμούς με τον τόπο και την στοιχειώδη ευπρέπεια — μια ριζική αντίθεση που η ιστορία σταδιακά εξάλειψε, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο ίδιος ο σοσιαλισμός να έχει σχεδόν εξαφανιστεί.

Η αντίθεση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς ανάγεται στη Γαλλική Επανάσταση. Εκείνη την εποχή, η Δεξιά εκπροσωπούσε την υπόθεση της καθολικής και μοναρχικής παλινόρθωσης, ενώ η Αριστερά επιδίωκε να εδραιώσει και να επεκτείνει την Επανάσταση· ήταν δημοκρατική και αντικληρικαλιστική. Η Δεξιά ήταν συντηρητική, η Αριστερά προοδευτική. Η Δεξιά τασσόταν υπέρ της τάξης και της εξουσίας —που συμβολίζονταν από το «σπαθί και το θυμιατό» (τον στρατό και την Εκκλησία)—, ενώ η Αριστερά ήταν φιλελεύθερη: πολιτικά φιλελεύθερη, υποστηρίζοντας τις πολιτικές ελευθερίες απέναντι στην εξουσία του βασιλιά· κοινωνικά φιλελεύθερη, αντιτιθέμενη στην καθολική ηθική· και οικονομικά φιλελεύθερη, ευνοώντας τη βιομηχανική και επιστημονική καινοτομία.

Η πολιτική ζωή τον 19ο αιώνα δεν περιοριζόταν σε αυτά τα δύο κόμματα. Πλάι στην προοδευτική Αριστερά (τους «Μπλε») και τη συντηρητική Δεξιά (τους «Λευκούς») υπήρχαν οι σοσιαλιστές (οι «Κόκκινοι»). Ο όρος «σοσιαλισμός» εισήχθη στη Γαλλία το 1834 από τον Πιερ Λερού —στοιχειοθέτη και ιδρυτή του γαλλικού σοσιαλισμού— για έναν συγκεκριμένο σκοπό: «Επινόησα τον όρο "σοσιαλισμός" για να τον αντιπαραθέσω στον όρο "ατομικισμός"».

Αυτή η αφετηρία είναι καθοριστική. Ο σοσιαλισμός, κατά τη γένεσή του, αποτέλεσε αντίδραση στον ατομικισμό της κοινωνίας. Οι παραδοσιακές κοινότητες κατακερματίζονταν από τον αναδυόμενο καπιταλισμό. Η απαίτηση για κινητικότητα —με αφετηρία τη μαζική έξοδο από την ύπαιθρο— διέλυσε την κοινοτική ζωή· η αντιπαράθεση των εργαζομένων μεταξύ τους ξήλωσε τον κοινωνικό ιστό· και η διαρκής καινοτομία κατέστρεψε τις παραδόσεις, κόβοντας τους δεσμούς ανάμεσα στις γενιές. Ο φιλελεύθερος ατομικισμός υπονόμευσε τις θεμελιώδεις μορφές αμοιβαιότητας και αλληλοβοήθειας —την κοινή κουλτούρα και τις καθιερωμένες συνήθειες της συμβίωσης και της συνεργασίας—, χωρίς τις οποίες καμία κοινότητα δεν μπορεί να επιβιώσει. Έτσι, ο σοσιαλισμός —όπως υποδηλώνει και το όνομά του— υπήρξε, πρωτίστως, ένας αγώνας για τη διατήρηση των κοινοτήτων απέναντι σε μια μορφή φιλελευθερισμού που διακήρυττε ότι «δεν υπάρχει κοινωνία» (Θάτσερ)· υπήρξε αυτό, πολύ πριν μετατραπεί σε έναν οικονομικό αγώνα ενάντια στην εξαθλίωση της εργατικής τάξης.

Γιατί να υπερασπιζόμαστε τις κοινότητες; Διότι τα μεμονωμένα άτομα είναι αδύναμα, ευάλωτα και εύκολα εκμεταλλεύσιμα — παραδομένα στο έλεος του κράτους ή του χρήματος. Σοσιαλιστές όπως ο Debord, ο Orwell και η Simone Weil επεσήμαναν ότι ο κατακερματισμός της κοινωνίας οδηγεί στην ερήμωση, την απομόνωση και την έλλειψη ριζών — καταστάσεις που ανοίγουν τον δρόμο για κάθε μορφή υποταγής και ολοκληρωτισμού. Χωρίς μια στιβαρή κοινότητα, δεν μπορούν να υπάρξουν ελεύθερα άτομα. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο αυθεντικός σοσιαλισμός αντιτίθεται σε εκείνες τις μορφές προοδευτισμού —στην επιστήμη, την οικονομία και την πολιτική— που επιδιώκουν να διαγράψουν πλήρως το παρελθόν· αντιθέτως, αγωνίζεται να υπερασπιστεί ό,τι είναι ουσιώδες για την επιβίωση των κοινοτήτων. Ο αυθεντικός σοσιαλισμός είναι συντηρητικός: επιδιώκει να αποκαταστήσει τις ρίζες σε εκείνους τους ανθρώπους που η βιομηχανική νεωτερικότητα άφησε ξεριζωμένους.


Να αγαπά κανείς την πατρίδα του

Ο σοσιαλισμός είναι, εξ ορισμού, εθνικιστικός και πατριωτικός. Κάποιος «οφείλει να αγαπά, μέσα σε μια χώρα, όλα όσα αποτελούν προϋπόθεση για την πνευματική ανάπτυξη των ατόμων: τη γλώσσα, τις τελετές, τα έθιμα, όλη την ποίηση που περιβάλλει τη ζωή μιας χώρας. Μπορεί, και οφείλει, να αγαπά επίσης όλες τις χώρες, ωστόσο έχει ιδιαίτερες υποχρεώσεις απέναντι στη δική του» (Simon Weil). Εξαρχής —ήδη από το 1845, σύμφωνα με τον Ένγκελς— οι σοσιαλιστές τάχθηκαν κατά της μετανάστευσης. Ίδρυσαν τη διάσημη Διεθνή, εν μέρει για να προωθήσουν την αλληλεγγύη μεταξύ των εργαζομένων όλων των εθνών —διασφαλίζοντας, για παράδειγμα, ότι Βέλγοι εργάτες δεν θα έρχονταν να σπάσουν μια γαλλική απεργία, καταλαμβάνοντας τις θέσεις εργασίας των ίδιων των Γάλλων εργατών. Τέλος, ο σοσιαλισμός είναι ηθικός. Καλλιεργεί αρετές απαραίτητες για την κοινωνική ζωή —αρετές που, διαφορετικά, θα διαβρώνονταν από τα «κρύα νερά του εγωιστικού υπολογισμού»— όπως η συνέπεια στον λόγο κάποιου, η αμοιβαία βοήθεια, η γενναιοδωρία και η αίσθηση της τιμής. Αυτό είναι που ο Όργουελ αποκάλεσε «κοινή ευπρέπεια» (common decency).

Εν ολίγοις, η προοδευτική Αριστερά και ο συντηρητικός σοσιαλισμός βρίσκονται σε άμεση αντίθεση. Η Αριστερά, η οποία προέκυψε από τη Γαλλική Επανάσταση, έχει τις ρίζες της στην ιδέα της Προόδου και στη φιλοσοφία του Διαφωτισμού. Εχθρός της είναι ο αντιδραστικός —δηλαδή, οτιδήποτε εμποδίζει την Πρόοδο: η Εκκλησία, η μοναρχία, καθώς και οι λαϊκές παραδόσεις, οι οποίες απορρίπτονται συστηματικά ως οπισθοδρομικές και απεχθείς. Ο σοσιαλισμός, ο οποίος προέκυψε από τη Βιομηχανική Επανάσταση, έχει τις ρίζες του στη συγκεκριμένη εμπειρία της ερήμωσης και του ατομικισμού των κοινοτήτων. Εχθρός του είναι ο αστός —δηλαδή, οτιδήποτε καταστρέφει τις προϋποθέσεις για μια αξιοπρεπή ζωή.


Προσωρινές συμμαχίες και ριζικές αντιθέσεις

Υπήρξαν κατά καιρούς προσωρινές συμμαχίες, όπως για παράδειγμα κατά την Υπόθεση Ντρέιφους και την περίοδο του Λαϊκού Μετώπου. Ωστόσο, κατά κύριο λόγο, οι σοσιαλιστές και η υπόλοιπη Αριστερά βρίσκονταν σε αντιπαράθεση —ενίοτε μάλιστα βίαιη. Τον Ιούνιο του 1848, ο Βικτόρ Ουγκό —βουλευτής τότε— τάχθηκε αποφασιστικά υπέρ των δυνάμεων της τάξης και της Εθνοφρουράς εναντίον των εργατών, προτρέποντας τους στρατιώτες να επιτεθούν στα οδοφράγματα. Το 1870, η Παρισινή Κομμούνα συντρίφθηκε μέσα σε ένα λουτρό αίματος από τον Αντόλφ Τιέρ, ο οποίος ήταν τότε ηγέτης της Αριστεράς. Το 1871, ο Εντουάρ Βαγιάν δήλωσε ότι «οι "Βερσαλλιέροι" της Αριστεράς και οι "Βερσαλλιέροι" της Δεξιάς θα πρέπει να αποτελούν εξίσου αντικείμενο μίσους του λαού». Το 1893, το Γαλλικό Εργατικό Κόμμα απηύθυνε κάλεσμα για «την απομάκρυνση από την εξουσία των κλεφτών, τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς». Κατά τη διάρκεια της Υπόθεσης Ντρέιφους, η Ρόζα Λούξεμπουργκ χαρακτήρισε τον Ζορές, τον Ζολά και την Αριστερά ως «εχθρούς της εργατικής τάξης». Το 1919, οι Σπαρτακιστές εκτελέστηκαν από μια αριστερή κυβέρνηση. Το 1920, το SFIO επανέλαβε ότι αποτελούσε ένα επαναστατικό κόμμα, «αντίθετο στους αριστερούς συνασπισμούς»…

Στη μεταπολεμική περίοδο, ο αρχικός σοσιαλισμός εξαφανίστηκε, απορροφηθείς από τη σοσιαλδημοκρατική Αριστερά. Ωστόσο, η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε απευθύνει μια προειδοποίηση: η ενσωμάτωση των σοσιαλιστών στην Αριστερά θα σήμαινε «την εξάλειψη όλων όσων είχε επιτύχει ο σοσιαλισμός». Πράγματι, η Αριστερά έχει εξαλείψει πλήρως τον αρχικό σοσιαλιστικό λόγο — σε τέτοιο βαθμό, ώστε εντός της Αριστεράς να μην υφίσταται πλέον καμία σοβαρή κριτική στον καπιταλισμό, παρά μόνο η επιθυμία για τη μεταρρύθμιση ορισμένων εκ των υπερβολών του. Ακόμη και η σύγχρονη άκρα Αριστερά δεν είναι ούτε αντικαπιταλιστική ούτε αντιφιλελεύθερη, παρά την έντονη ρητορική της· αυτό συμβαίνει διότι η ελευθεριακή και προοδευτική ιδεολογία της, στην πραγματικότητα, διευκολύνει την πλήρη επέκταση του καπιταλισμού — μια πραγματικότητα την οποία οι σοσιαλιστές είχαν προβλέψει με σαφήνεια.

Η μοναρχική και καθολική Δεξιά έχει επίσης εξαφανιστεί, έχοντας αντικατασταθεί από μια σύγχρονη Δεξιά, η οποία είναι εξίσου φιλελεύθερη και προοδευτική με την Αριστερά — σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε να μην υφίσταται πλέον καμία σοβαρή κριτική της νεωτερικότητας στους κόλπους της Δεξιάς· το πολύ-πολύ να υπάρχει μια επιθυμία για τη διόρθωση ορισμένων υπερβολών της. Ακόμη και η σημερινή άκρα Δεξιά δεν είναι ούτε συντηρητική ούτε πατριωτική, παρά τη στόμφο της ρητορικής της, καθώς προωθεί την οικονομία της αγοράς και την τεχνολογική καινοτομία — δυνάμεις που καταστρέφουν τα σύνορα, τις κοινότητες, τις παραδόσεις και τις ηθικές αξίες — ένα γεγονός που οι σοσιαλιστές είχαν αντιληφθεί με σαφήνεια.

Πρόκειται για τη γνωστή «μετατόπιση προς τα αριστερά». Η φιλελεύθερη Αριστερά έχει επικρατήσει τόσο έναντι των σοσιαλιστών όσο και της αντιδραστικής Δεξιάς, επιβάλλοντας σε όλους τις βασικές της αξίες —τον φιλελευθερισμό και τον προοδευτισμό. Όλα τα γαλλικά πολιτικά κόμματα είναι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, φιλελεύθερα και προοδευτικά· είναι όλα κληρονόμοι της Αριστεράς. Παρά την ωραία ρητορική τους, στην πράξη εργάζονται όλα προς την κατεύθυνση της καταστροφής των κοινοτήτων. Για την αντιμετώπιση του ατομικισμού, της αποκοπής από τις ρίζες και της ερημιάς του σύγχρονου ανθρώπου, υπάρχει μόνο μία λύση: όχι η ψήφος, αλλά η ριζοβολία —δηλαδή, η δέσμευση απέναντι σε μια κοινότητα».



Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

«Διαφοροποίηση και Σύνδεση» του Ernst Jünger

 






Περιοδικό «Die Standarte»
Σεπτέμβριος 1925




«Ο όρος «στρατιώτης του μετώπου» δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως η βίωση του εαυτού ως μαχητή της πρώτης γραμμής, αλλά ως η υιοθέτηση μιας συνειδητής στάσης απέναντι σε αυτή την εμπειρία· με άλλα λόγια, συνεπάγεται τη διαθέση ενός συγκεκριμένου χαρακτήρα, τον οποίο καλούμαστε να προσδιορίσουμε λεπτομερώς. Οφείλουμε να κάνουμε μια διάκριση, καθώς έχουμε να κάνουμε με ένα κίνημα που διακήρυξε ηχηρά την ύπαρξή του. Η φύση του δεν επιτρέπει την παρουσία «λαθρεπιβατών», γεγονός που το καθιστά ανώτερο από οποιοδήποτε κόμμα. Η ισχύς ενός κινήματος δεν καθορίζεται από τον αριθμό των ψήφων, αλλά από την εσωτερική του δύναμη. Οι «λαθρεπιβάτες» επιβραδύνουν κάθε δράση· φοβούνται τη μάχη, αλλά έλκονται από την επιτυχία. Οι οπαδοί του «völkisch» το γνώριζαν αυτό στις καλύτερες μέρες τους, και μόλις το λησμόνησαν, η κρίση εξαπλώθηκε αμέσως στις τάξεις τους.

Η καλύτερη διαφοροποίηση που μπορεί να επιτύχει ένα κίνημα, με βάση τη σύνθεση και την ιδεολογία του, έγκειται στη συσπείρωση όλων των πνευματικών και υλικών δυνάμεων που διαθέτει. Τα ασαφή όρια εγκυμονούν τον κίνδυνο διάλυσης του κινήματος, ενώ το άλλο άκρο ενδέχεται να οδηγήσει σε μια ανεπιθύμητη απώλεια ισχύος. Είχαμε ανέκαθεν την τάση για υπερβολικό ατομικισμό, και όποιος αισθάνεται οικεία στον εθνικιστικό χώρο —και ιδίως στους κόλπους της νεολαίας του— το γνωρίζει καλά: το πάθος για την ανάδειξη επιμέρους πτυχών οδηγεί σε εντελώς αδικαιολόγητες διαιρέσεις, βασισμένες σε λόγους καθαρά επιφανειακούς. Σε γενικές γραμμές, το κύριο ζήτημα που προβάλλεται είναι τι μας χωρίζει και όχι τι μας ενώνει. Η προσπάθεια ενοποίησης οδηγεί άμεσα σε σύγχυση, αναποφασιστικότητα, έλλειψη πειθαρχίας, φθόνο προς τον ηγέτη και εσωτερικές ρήξεις. Όποιος έχει παρευρεθεί σε συγκεντρώσεις του εθνικιστικού χώρου (völkisch), γνωρίζει καλά όλα αυτά.

Φυσικά, είναι σημαντικό να επιτευχθεί διαφοροποίηση, αλλά εξίσου σημαντικό είναι να αφήσουμε επαρκή χώρο και να εξαλείψουμε τις διαιρέσεις εν τη γενέσει τους. Η διαφοροποίηση σημαίνει επιλογή της βάσης του αγώνα, και αυτή η βάση οφείλει να είναι ευρεία και στέρεη. Τώρα που δώσαμε έναν ορισμό για τον μαχητή της πρώτης γραμμής, καθίσταται σαφές ποιος πρέπει και ποιος δεν πρέπει να ενταχθεί στο κίνημα των μαχητών της πρώτης γραμμής. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι, αν επιτευχθεί αυτό, το κίνημα θα έχει στη διάθεσή του ένα υλικό σπάνιο στην ιστορία. Παρ' όλα αυτά, εξακολουθούν να υφίστανται πρακτικά ερωτήματα που χρήζουν απάντησης.

Καταρχάς, γίνεται λόγος για την αντίθεση μεταξύ «νέων» και «παλαιών», μια αντίθεση που συχνά έχει οδηγήσει σε διαμάχες και ακραίες δηλώσεις. Έχουν διατυπωθεί εκατέρωθεν κατηγορίες περί αλαζονείας, έλλειψης κατανόησης του πνεύματος της εποχής και ούτω καθεξής. Η αντιπαράθεση νέων και παλαιών στο κίνημα των μαχητών του μετώπου αποτελεί, πράγματι, έναν ατυχή τρόπο διατύπωσης αυτής της αντίθεσης — της οποίας η ύπαρξη είναι μάταιο να αμφισβητηθεί. Ωστόσο, έχουμε το δικαίωμα να μην της δώσουμε σημασία. Η αντίθεση αυτή έχει τις ρίζες της στην περίοδο του πολέμου και στη δυσπιστία που έτρεφαν πρόσφατα τα μάχιμα τμήματα απέναντι στους διοικητές των επιτελείων — ή, με άλλα λόγια, απέναντι σε αυτό που οι άνδρες στα χαρακώματα 
αποκαλούσαν «πράσινη τσόχα». Αυτή η δυσπιστία παραμένει ζωντανή και σήμερα: αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι ο πραγματικός μαχητής χρησιμοποιεί με περηφάνια τη λέξη «μέτωπο»· είναι, λοιπόν, λογικό να αναρωτηθεί κανείς αν το κίνημα των στρατιωτών του μετώπου θα μπορούσε να έχει άλλη πηγή πέρα ​​από το ίδιο το «μέτωπο».

Το ζήτημα μπορεί να επιλυθεί εύκολα· κάθε λέσχη ευγενών ή ένωση ιδιοκτητών θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την ένταξη μελών, επομένως το ίδιο μπορεί να ισχύσει και για το κίνημα των στρατιωτών του μετώπου. Οφείλουμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε αν η ιδιότητα του διοικητή στρατηγείου είναι ασύμβατη με τον ορισμό μας για τον στρατιώτη της πρώτης γραμμής. Οι συνήθεις αντιρρήσεις συνοψίζονται στο επιχείρημα ότι μόνο ο άνδρας της πρώτης γραμμής εκτέθηκε σε θανάσιμο κίνδυνο, ότι μόνο αυτός προέβη στη μέγιστη θυσία και, κατά συνέπεια, μόνο αυτός φέρει μέσα του το πνεύμα του Μεγάλου Πολέμου.

Όλα αυτά είναι αλήθεια. Ένα κίνημα που θεμελιώνεται στην ιδέα της προσωπικής θυσίας έχει στέρεες βάσεις. Και, φυσικά, η μορφή του μοναχικού στρατιώτη —του άνδρα με το ατσάλινο κράνος, του άγνωστου στρατιώτη που σήκωνε στους ώμους του ένα δυσβάσταχτο φορτίο— οφείλει να καταστεί το ιδεώδες, το καθοδηγητικό άστρο του κινήματος.

Ας μην αναλωθούμε όμως στις επουσιώδεις λεπτομέρειες. Ο πόλεμος δεν διεξαγόταν στην επιφάνεια, αλλά στα βαθύτερα στρώματα, και οι στρατοί λειτουργούσαν σαν πεδία δυνάμεων που έλκουν τους πάντες προς το μέρος τους. Και παρόλο που ο υψηλός βαθμός εξειδίκευσης —χαρακτηριστικό γνώρισμα των μαχών στην εποχή των μηχανών— δεν επέτρεπε σε όλους να εκπληρώσουν το καθήκον τους στην πρώτη γραμμή του μετώπου, αυτό από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα. Θα ήταν εξαιρετικά άφρονα να επιχειρήσει κανείς να μετρήσει με χάρακα και να συγκρίνει το βεληνεκές των όπλων.

Ένα ακόμη ζήτημα είναι ότι το κίνημα των στρατιωτών του μετώπου είναι πράγματι ένα κίνημα νέων ανθρώπων — νέων όχι με την έννοια της ηλικίας, αλλά ως προς τη σύνδεσή τους με την εποχή τους, την επιθυμία τους να αξιοποιήσουν μεθόδους και να θέσουν στόχους που αφορούν αποκλειστικά και μόνο τη συγκεκριμένη εποχή. Προφανώς, τα κριτήρια αυτά δεν χαρακτηρίζουν τόσο εκείνους τους άνδρες που, γεμάτοι πεποίθηση, επιτέλεσαν το καθήκον τους από την πρώτη κιόλας μέρα του πολέμου, όσο εκείνους που διαμορφώθηκαν μέσα στα ταραγμένα χρόνια του. Η εμμονή στο παρελθόν μπροστά στην αυγή μιας νέας εποχής είναι κατανοητή, αλλά αντίκειται στο πνεύμα του κινήματος. Το να ζει κανείς από το κεφάλαιο του παρελθόντος αντί να αντλεί δύναμη από την ενέργεια του παρόντος και να πιστεύει στη μελλοντική εξέλιξη, σημαίνει πως καταδικάζει τον εαυτό του στη ματαιότητα. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς την περίπτωση του Χίντενμπουργκ για να πειστεί ότι οι πνευματικές συνθήκες που περιγράψαμε δεν εξαρτώνται από τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Οι τάξεις μας παραμένουν πάντα ανοιχτές για τους ηλικιωμένους που διατηρούν τη νεανικότητά τους.

Στη συνέχεια, η ένταξη αξιωματικών είναι υψίστης σημασίας για το κίνημα των στρατιωτών του μετώπου, οι οποίοι προέρχονται από το «έθνος εν όπλω». Αξιωματικοί μάχης – εδώ ακριβώς πρέπει το κίνημα να συγκεντρώσει τα πολύτιμα στελέχη του, εκείνους που διδάχθηκαν από την εμπειρία του μετώπου. Η αποτυχία των μαζικών κινημάτων, της οποίας όλοι γίναμε μάρτυρες, φαντάζει παράδοξη αν αναλογιστεί κανείς ότι οι πόροι που διατέθηκαν για αυτά δεν ήταν ευκαταφρόνητοι. Στην περίπτωση των κομμουνιστών, αυτό εξηγείται από την σχεδόν ολοκληρωτική απουσία φυσικών ηγετών (κυρίως σε επίπεδο τακτικής παρά στρατηγικής), οι οποίοι θα είχαν ως αποστολή να διαπλάσουν τις μάζες στο πνεύμα της ιδέας. Ωστόσο, όταν η ηγεσία αποκόπτεται από τις μάζες ή όταν τα μέλη του κόμματος —καταρτισμένα μεν ορθολογικά και διαλεκτικά— απλώς προβάλλουν σε αυτές τα προγράμματά τους, τότε παύει να υφίσταται ζωντανός δεσμός με τους πραγματικούς ανθρώπους από σάρκα και οστά, καθώς και ζωντανή ηγεσία ικανή να δώσει στην ιδέα «χέρια» και να την καταστήσει απτή πραγματικότητα.

Το κίνημα των στρατιωτών του μετώπου απαλλάσσεται από την ανάγκη επίλυσης του δυσκολότερου εσωτερικού προβλήματος κάθε κινήματος —του προβλήματος της ανάδειξης μιας γενιάς ηγετών—, καθώς διαθέτει πλήθος ανδρών που έχουν δοκιμαστεί στη μάχη και είχαν επαρκή χρόνο να εξοικειωθούν με συνθήκες διαφορετικές από τις στρατιωτικές. Έτσι, διαθέτουμε ένα ακόμη ισχυρό χαρτί για να υλοποιήσουμε το μεγάλο ιδεώδες του ηγέτη, και ένας πραγματικός άνδρας θα βρει γρήγορα την αφορμή για δράση.

Οι παλαιοί αξιωματικοί απέδειξαν την ικανότητά τους να προσαρμόζονται στις συνθήκες και να θυσιάζονται. Λίγο μετά την καταστροφή, πολλοί από αυτούς έδειξαν προθυμία να απαρνηθούν κάθε παλαιό προνόμιο και να συμμετάσχουν στις προσπάθειες εθνικής ανασυγκρότησης φορώντας τη στολή του απλού στρατιώτη. Ένα πραγματικά νέο πνεύμα κυριαρχούσε μεταξύ των αξιωματικών των Freikorps το 1919· την ίδια ώρα που οι σοσιαλιστές σε όλη τη χώρα διεξήγαγαν τα πειράματά τους, εκείνοι εφάρμοζαν έναν πραγματικό σοσιαλισμό, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με την αναταραχή που επικρατούσε στους δρόμους. Κι αν εκείνοι που «διορίστηκαν από τον λαό» κατάφεραν να διατηρήσουν τις νέες τους θέσεις και δεν παρασύρθηκαν από το ίδιο επαναστατικό κύμα που τους είχε φέρει στην κορυφή, αυτό οφειλόταν αποκλειστικά σε εκείνους τους άνδρες που έβαλαν τέλος στον μπολσεβικισμό, χωρίς να περιμένουν κανένα αντάλλαγμα.

Αυτό το νεανικό πνεύμα πρέπει να διατηρηθεί στο κίνημα των στρατιωτών του μετώπου. Ο αξιωματικός προσφέρει τις υπηρεσίες του στο καθεστώς όχι για να διατηρήσει παλαιά προνόμια, αλλά για να επιτελέσει το καθήκον του. Αυτό που απομένει από τον παλαιό στρατό δεν είναι η στολή, αλλά το πνεύμα —όχι οι περιορισμοί, αλλά οι δεσμοί προέλευσης—, δηλαδή η συνειδητοποίηση ότι, στο πλαίσιο ενός μεγάλου σώματος, όλοι επιτελούν ένα κοινό έργο. Ωστόσο, οι συνθήκες έχουν αλλάξει, γεγονός που επιβάλλει την ανάγκη μεταβολής της ίδιας της οργάνωσης. Σήμερα, το ζητούμενο δεν είναι να λειτουργούν ως εκπρόσωποι του λαού προς τον έξω κόσμο, αλλά να κερδίσουν πρωτίστως την αναγνώριση του ίδιου του λαού· η έλλειψη εξωτερικής υποστήριξης πρέπει να αντισταθμιστεί από μια εσωτερική ενότητα ανώτερης τάξεως. Αυτό αφορά επίσης το —σπάνιο στις μέρες μας— αίσθημα ισότητας, που έχει τις ρίζες του στο καθήκον και όχι σε δημοκρατικά συνθήματα.

Οι παλαιοί αξιωματικοί διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τα σημαντικά χαρακτηριστικά της πειθαρχίας, της εσωτερικής και εξωτερικής αποφασιστικότητας και της ικανότητας να καταλαμβάνει κανείς σωστά μία θέση· με μια λέξη, διατήρησαν το ιδιαίτερο «μέταλλό» τους. Αλλά ακόμη και εκείνος που δεν είχε φορέσει ποτέ επωμίδες κατάφερε να βρει τον δρόμο του στη ζωή και να σταθεί όρθιος απέναντι στις σκληρές οικονομικές μάχες, στο εσωτερικό μιας χώρας που είχε χάσει έναν μεγάλο πόλεμο. Η κατάσταση άλλαζε επανειλημμένα και πολλοί πρώην αξιωματικοί εργάζονταν πλέον για τους πρώην υφισταμένους τους. Το ίδιο συνέβη και πέρα ​​από τον οικονομικό τομέα.

Και αν κανείς εξέταζε αυτό το ορόσημο, θα έβλεπε ότι υπό αυτές τις νέες συνθήκες οι αξιωματικοί, ως εν δυνάμει ηγέτες, ενήργησαν άψογα. Βλέπουμε στρατηγούς να συμμετέχουν σε κινήματα υπό την ηγεσία πρώην λοχαγών, ενώ πυρήνες του μετώπου που είναι διασκορπισμένοι σε όλη τη χώρα έχουν συχνά ως ηγέτες τους απλούς στρατιώτες. Και στα έγκατα του volkish κινήματος, εκεί όπου έγινε η πρώτη —έστω και διστακτική— προσπάθεια να καταστούν οι αρχές της φυλής και του αίματος το θεμέλιο του κράτους,  εμφανίζεται η μορφή του δεκανέα Χίτλερ, ο οποίος —όπως και ο Μουσολίνι— ενσαρκώνει αναμφίβολα τον νέο τύπο ηγέτη, με αξιωματικούς και εργάτες να στέκονται ώμο με ώμο κάτω από τα λάβαρά του. Τότε, το πνεύμα αυτό δεν διέθετε ούτε μορφή ούτε τα μέσα για να εκφραστεί,  αλλά τώρα το πνεύμα του φλογερού εθνικισμού και το πνεύμα του στρατιώτη του μετώπου έχουν συγχωνευθεί σε ένα. Το άτομο δεν έχει σημασία· σημασία έχει το έργο, γεγονός που  σημαίνει ότι το ζήτημα της ηγεσίας επιλύεται με τους πιο απλούς  και βέβαιους όρους.

Τέλος, πρέπει να ειπωθούν λίγα λόγια για τη νέα γενιά. Έχουν περάσει επτά χρόνια από το τέλος του πολέμου και αρκετοί —ίσως και η πλειονότητα— από τους στρατιώτες του μετώπου έχουν ξεπεράσει το τριακοστό έτος της ηλικίας τους. Το να βασιζόμαστε αποκλειστικά στους μαχητές του Μεγάλου Πολέμου θα σήμαινε ότι περιοριζόμαστε σε μία και μοναδική πηγή, η οποία με το πέρασμα του χρόνου θα εξέλειπε οριστικά. Ωστόσο, το κέντρο βάρους του κινήματος των στρατιωτών του μετώπου δεν έγκειται στην αναπόληση του παρελθόντος, αλλά στην ελπίδα για το μέλλον· συνεπώς, οφείλουμε πρωτίστως να προσελκύσουμε τη νεολαία στις τάξεις μας.

Είχαν δοκιμαστεί διάφορες μέθοδοι για να προσελκυθούν οι ομάδες της νεολαίας στα υφιστάμενα σωματεία, ωστόσο αυτοί η νεολαία μεγαλώνει και απαιτεί να αντιμετωπίζεται ως ισότιμη. Δεδομένου ότι ο όρος «στρατιώτης του μετώπου» δεν παραπέμπει απλώς σε ένα συγκεκριμένο άτομο σε έναν δεδομένο τόπο και χρόνο, αλλά πρωτίστως σε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, οι ομάδες της νεολαίας θα μπορούσαν να ενωθούν πολύ οργανικά με την παλιά φρουρά. Δεν έχει κάθε γενιά την ευκαιρία για ηρωικές πράξεις, αλλά κάθε γενιά οφείλει να διαθέτει την εσωτερική ετοιμότητα γι' αυτές. Μόνο οι απόγονοί μας μπορούν να ολοκληρώσουν όσα εμείς δεν προλάβαμε να κάνουμε.

Ο Μεγάλος Πόλεμος πέρασε στην ιστορία· το πνεύμα του διατηρείται στους καλύτερους πολεμιστές που τον θυμούνται, και αυτό το πνεύμα δεν πρέπει να σβήσει, ακόμη κι αν δεν απομείνει κανείς ζωντανός από εκείνους που, έχοντας σταθεί πάνω ρημαγμένη γη από τη φωτιά των όπλων, συνειδητοποίησαν ότι η τεχνολογία δεν είναι τίποτα, ενώ η ανθρώπινη θέληση είναι το παν. Νέες δυνάμεις, γεννημένες μέσα από τα φαινομενικά παράλογα γεγονότα του πολέμου που διαπερνούν την εποχή μας —εκείνη η αδιαμφισβήτητη νίκη επί του εαυτού, παρά την ήττα στον πόλεμο, που ίσως είναι σημαντικότερη από κάθε εδαφική επέκταση—, όλα αυτά θα παραμείνουν στους ανθρώπους για πολλά χρόνια ακόμη.

Ο στρατιώτης της πρώτης γραμμής, που χρειάστηκε να επωμιστεί τις εξωτερικές δοκιμασίες του πολέμου, οφείλει να καταλήξει σε εσωτερικά συμπεράσματα, να μετατρέψει τη μεγάλη του μοίρα σε πηγή δύναμης και να τη μεταδώσει στις νέες γενιές».


Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Η Επανάσταση και οι Στρατιώτες του Μετώπου

 







Η Επανάσταση και οι Στρατιώτες του Μετώπου

εφημερίδα «Gewissen», 31 Αυγούστου 1925

του Ernst Jünger



«Οι στρατιώτες της πρώτης γραμμής αποτελούν τα πολυτιμότερα και πιο αξιόλογα στοιχεία του λαού» – τέτοιες φράσεις ακούγονταν συχνά και με ειλικρίνεια, τότε που ο λαός δεν εκπροσωπούνταν από ρήτορες, αλλά από πραγματικούς, ζωντανούς ανθρώπους με τα όπλα στα χέρια. Τότε, που το να εκπροσωπείς τον λαό αποτελούσε ζήτημα τιμής και όχι απλώς κάτι επωφελές για το άτομο. Όμως, εκείνοι που τότε επιτέλεσαν ειλικρινά το καθήκον τους, σήμερα θεωρούνται είτε θύματα απάτης είτε εντελώς ανόητοι – και αυτό συνάδει απόλυτα με το πνεύμα της λεγόμενης επανάστασης.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα το παράδοξο στο γεγονός ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος αναγκάστηκε επί τέσσερα χρόνια να στερηθεί όλες τις απολαύσεις της ζωής χάριν αξιών που υπερβαίνουν τη μοίρα του ατόμου, έφτασε στο σημείο να ξεριζώσει τα μαλλιά του από απόγνωση αντικρίζοντας αυτόν τον ανεξέλεγκτο, ξεδιάντροπο και εγωιστικό ατομικισμό. Όσοι είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια την πείνα και τη δειλία —που, υπό το πρόσχημα της επανάστασης, επιχειρούσαν να προσδώσουν στον εαυτό τους μια χροιά ιδεαλισμού—, όσοι είχαν δει τις μάζες των φοιτητών χαμηλής στάθμης να κραυγάζουν βαρύγδουπα συνθήματα ενώ έσπευδαν να καταλάβουν κάθε κενή θέση και να ζουν μέσα στη χλιδή μέχρι να εξαντλήσουν και τα τελευταία τους χρήματα, όσοι τα είχαν ζήσει όλα αυτά, ήταν αναπόφευκτο να πειστούν για την αναγκαιότητα λήψης των πιο αυστηρών, αμείλικτων και δικτατορικών μέτρων. Ακόμη κι αν αυτό το συναίσθημα εκδηλωνόταν ως αντίδραση —κάτι που δεν ισχύει καθόλου για τη δική μας νεολαία—, μια τέτοια αντίδραση, εναρμονισμένη με το υψηλό επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας, θα ήταν αναμφίβολα ανώτερη από την αντίδραση που συνδέεται με τις ζωώδεις απολαύσεις της λαιμαργίας, της οκνηρίας και της απόλυτης ανευθυνότητας. Τον Νοέμβριο του 1918, η κυβέρνηση έμοιαζε με το πλήρωμα ενός πλοίου που, βλέποντας την επερχόμενη τραγωδία, άρχισε να ανοίγει τα βαρέλια με το ρούμι για να φάνε, να πιούν και να διασκεδάσουν λησμονώντας την ντροπή και την ευθύνη.

Οι λογοτεχνικοί κύκλοι δεν απέκλιναν πολύ από αυτή τη γραμμή, καθώς προσπαθούσαν να παρουσιάσουν εκ των υστέρων αυτό το ξεφάντωμα ως ηρωισμό. Η νερουλή σάλτσα του ειρηνισμού και του διεθνισμού ταιριάζει γάντι σε ένα πιάτο που στερείται κρέατος και ψαριού — ένα ξερό ραγού, φτιαγμένο από τα αποφάγια της Γαλλικής Επανάστασης, που θα προκαλούσε εμετό ακόμα και στις μάζες.

Κάποιοι αναρωτιούνται: γιατί αυτή η επανάσταση δεν προσέλκυσε με το μέρος της τους νέους εθνικούς ηγέτες —δηλαδή, κατά κύριο λόγο, το σώμα των αξιωματικών—, οι οποίοι θα μπορούσαν να υλοποιήσουν τα ιδανικά τους με τη χρήση ένοπλης βίας, όπως συνέβη στο Παρίσι το 1789 και στη Ρωσία του Λένιν; Η απάντηση είναι απλή. Δεν υπήρχαν ιδέες, και χωρίς αυτές είναι δυσκολότερο να συσπειρώσεις ανθρώπους (τουλάχιστον ανθρώπους με αξία) απ’ ό,τι χωρίς χρήματα. Υπήρχαν, βέβαια, άνθρωποι —ακόμη και με έντονο επαναστατικό χαρακτήρα—, αλλά είχαν κατευθυνθεί εκεί όπου πηγαίνει κανείς για να θυσιαστεί: είχαν ενταχθεί στα Freikorps, τα οποία συνέχιζαν τον αγώνα στα ανατολικά σύνορα. Εκεί επιτέλεσαν το έργο τους, αν και είναι δύσκολο να αποτιμηθεί η σημασία του σήμερα.

Κάποιοι έτριβαν τα χέρια τους, χαρούμενοι που μπορούσαν να απαλλαγούν από αυτούς, καθώς –με την άνοδό τους στην εξουσία– δεν επιθυμούσαν την ανάπτυξη μιας επαναστατικής κατάστασης, αλλά ηρεμία και τάξη. Αρκούνταν σε φράσεις όπως «η επανάσταση είναι σε πορεία», καθώς αυτές αρκούσαν για να κρατούν σε εγρήγορση την εξαντλημένη αστική τάξη. Πιθανότατα, το μόνο πρόσωπο που προβληματιζόταν για το πώς θα προσδώσει δυναμική στο κίνημα ήταν ο Νόσκε. Ωστόσο, χρειαζόταν ένας άνθρωπος με ισχυρή θέληση, όπως ο Τρότσκι, ενώ ο Νόσκε απέφευγε να λερώσει τα χέρια του και προσπαθούσε να πατήσει σε δύο βάρκες ταυτόχρονα: για τους εργάτες ήταν ο υποκινητής, ενώ για τους αξιωματικούς – απλώς ο γραμματέας του κόμματος. Το έργο του δεν άντεξε σε αυτή την δοκιμασία ισχύος που αποτέλεσε το Πραξικόπημα του Καπ.

Ο Κόκκινος Στρατός, από την άλλη πλευρά, δεν αποτελούσε απειλή λόγω της έλλειψης επαγγελματικών στελεχών. Όσο ο κομμουνισμός βασίζεται αποκλειστικά στις προλεταριακές μάζες υπό την καθοδήγηση μιας στενής ομάδας διανοουμένων, είναι αναπόφευκτο να υποχωρήσει όταν έρθει αντιμέτωπος με κινήματα που καθοδηγούνται από έναν χαρισματικό ηγέτη ή αξιωματικό. Τότε ο κομμουνισμός θα είχε την ευκαιρία —βασιζόμενος στη παράδοση της Ρωσίας και κηρύσσοντας τον πόλεμο σε αυτή της γαλλικής επανάστασης— να προσελκύσει στο στρατόπεδό του σημαντικό αριθμό εθνικιστικών στοιχείων, καθώς το ζήτημα της ιδιοκτησίας δεν αποτελεί τη βασική διαφορά που μας χωρίζει από τους κομμουνιστές. Φυσικά, ως μαχητικό κίνημα, ο κομμουνισμός βρίσκεται εγγύτερα σε εμάς απ’ ό,τι η δημοκρατία, και η ισορροπία δυνάμεων θα έπρεπε κάποια στιγμή να αποκατασταθεί —είτε με ειρηνικά είτε με βίαια μέσα. Ωστόσο, πρέπει να επαναλαμβάνεται διαρκώς: εκείνη τη στιγμή ο κόσμος δεν επιθυμούσε τη σύγκρουση, δεν ήθελε να πάρει τα όπλα ή να χύσει αίμα· επιζητούσε την ειρήνη. Ο Γερμανός κομμουνιστής δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Ρώσο ομόλογό του. Ο Ρώσος κομμουνιστής είχε ένα όραμα και εργάστηκε για την υλοποίησή του με κάθε δυνατό μέσο. Διεξήγαγε αγώνα τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στα σύνορά της. Έγραψε ιστορία. Εμείς είχαμε να επιδείξουμε μόνο ρητορικές αντιπαραθέσεις.

Στη Ρωσία, χάριν των στόχων τους —τους οποίους, βεβαίως, μπορεί κανείς να αποδεχτεί ή να απορρίψει— εξοντώθηκαν ολόκληρα τμήματα του πληθυσμού και στρατεύματα υπό τη διοίκηση τσαρικών αξιωματικών εισέβαλαν στην Πολωνία. Εμείς, αντίθετα, ανάμεσα σε συζητήσεις στα καφενεία και σε πράξεις ποταπές και ανόητες, βρισκόμασταν αντιμέτωποι με τη δική μας εσωτερική αδυναμία. Μας έλειπαν η ορμή, οι μάρτυρες, η δραματική εξέλιξη των γεγονότων, εκείνη η πειστική λογική που χαρακτηρίζει την αμείλικτη προέλαση μιας μεγάλης ιδέας· με άλλα λόγια, μας έλειπε η ίδια η επανάσταση. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι μια ραγδαία εξέλιξη γεγονότων —που δεν υπολογίζει την ατομική ζωή— θα μας είχε ωθήσει πολύ πιο πέρα ​​από τις συνεχείς αλλαγές επιδέσμων σε πληγές που σάπιζαν, στις οποίες επιδίδονταν τα μέλη του κοινοβουλίου.

Ο ρωσικός κομμουνισμός έχει εθνικό χαρακτήρα. Ο διεθνισμός χρησιμεύει απλώς ως πρόσχημα για την υλοποίηση των επεκτατικών του επιδιώξεων. Αν οι δικοί μας κομμουνιστές είχαν το θάρρος να ανακηρύξουν το Βερολίνο —και όχι τη Μόσχα— ως κέντρο αυτής της ναπολεόντειας διεθνούς, τότε θα είχαν κατακλυστεί από υποστηρικτές.

Σε κάθε περίπτωση, η λεγόμενη επανάσταση απέτυχε να προσελκύσει στις τάξεις της τους μαχητές της πρώτης γραμμής, γεγονός που έχει συμβολική σημασία. Ως μαχητή της πρώτης γραμμής δεν πρέπει να νοούμε απλώς όποιον πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα στο μέτωπο – υπήρξαν πολλοί που βρέθηκαν εκεί αναγκαστικά. Μαχητής της πρώτης γραμμής είναι εκείνος που πολεμά και πεθαίνει συνειδητά για την ιδέα. Ωστόσο, επειδή ακριβώς αυτοί οι άνδρες –στο μέτρο που το επέτρεπαν η υγεία και η εμπειρία τους– κατέληγαν με σιδηρά αναγκαιότητα στα πιο επικίνδυνα σημεία, εκείνοι ακριβώς ενσάρκωναν τη μορφή του μαχητή της πρώτης γραμμής. Και εκείνο το τμήμα της σύγχρονης νεολαίας που ανταποκρίνεται σε αυτό το πρότυπο, εντάσσεται οργανικά στην αδελφότητα των έμπειρων πολεμιστών. Μη μπορώντας να προσελκύσει αυτούς τους άνδρες στις τάξεις της, η επανάσταση απέρριψε τα ίδια τα σύμβολα της ανδρείας, της τιμής και του θάρρους – σύμβολα που ανέκαθεν οδηγούσαν και θα οδηγούν στη νίκη. Κατά συνέπεια, βρέθηκε σε αντιπαράθεση με αυτούς τους κύκλους, γεγονός που δεν προμηνύει τίποτα καλό για την ίδια.

Αν η επανάσταση ήταν σε θέση να προωθήσει πραγματικά μεγάλες, ανιδιοτελείς ιδέες, που δεν βασίζονται σε ένστικτα, αλλά υπέφεραν και γεννήθηκαν στα βάθη της ψυχής, τότε οι καλύτεροι από αυτούς τους άνδρες θα είχαν πηδήξει οικειοθελώς στην αγκαλιά της. Στο τέλος του πολέμου, καταπονήθηκαν από ένα αβάσταχτο βάρος και ξαφνικά ένιωσαν ένα πλήρες πνευματικό κενό. Αλλά ένα μόνο γεγονός άξιο θυσίας θα ήταν αρκετό για να προσφέρουν με χαρά τη βοήθειά τους. Αλλά σε αυτή την αγορά, σε αυτή την εκκαθάριση όλων και των πάντων, δεν υπήρχε ανάγκη για ανθρώπους με ισχυρό χαρακτήρα. Στο τέλος, η δύναμη που πολέμησε γενναία στα σύνορα του Ράιχ διαλύθηκε σε πολλά κομμάτια, όπως ήταν δυνατό μόνο στη Γερμανία. Και ακόμα κι αν αργότερα υπήρξαν διαμαρτυρίες και ενίοτε ακόμη και αιματοχυσία, η ώρα για να ξεκαθαρίσει ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο δεν είχε φτάσει ακόμα. Κάποια μέρα θα ανεγερθεί μνημείο προς τιμήν αυτών των ανθρώπων — κάτι που σήμερα δεν μπορεί κανείς ούτε να το φανταστεί.

Η εσωτερική μοναξιά του στρατιώτη του μετώπου δεν εξηγείται  από το γεγονός ότι βρέθηκε ξαφνικά περικυκλωμένος από εχθρικές μάζες (αυτό το είχε συνηθίσει!), αλλά μάλλον από το πώς έγινε ξαφνικά μάρτυρας της κατάρρευσης του κόσμου των μορφών. Χωρίς τάξη σε αυτόν τον κόσμο, η εκπλήρωση του καθήκοντος ήταν αδιανόητη, κι έτσι αυτό διαλύθηκε μπροστά στα μάτια τους σαν όνειρο ή ομίχλη. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, ένας πραγματικός στρατιώτης του μετώπου  δεν θα γίνει ποτέ αντιδραστικός, διότι δεν υπέστη απλώς προδοσία,  αλλά εγκατάλειψη. Πού βρίσκονταν όλοι εκείνοι οι αξιωματούχοι  και οι κάτοχοι θέσεων ισχύος; Τι έκαναν εκείνες τις ώρες που  κρινόταν η μοίρα του συνόλου; Έβλεπαν τις συντριπτικές εχθρικές δυνάμεις; Πολύ καλά, αλλά γιατί δεν πολέμησαν τότε; Γιατί ζουν ακόμα; Πού ήταν εκείνο το Ράιχσταγκ που, σε κάθε άλλη  περίσταση, θεωρούσε καθήκον του να ανακατεύεται στα πάντα; Αυτό ακριβώς ήταν που δεν μπορούσε να κατανοήσει ο τελευταίος,  άγνωστος στρατιώτης, ο οποίος ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμος να βγει από το οχύρωμά του και να θυσιαστεί. Αντί να αντιμετωπίσουν  τις μεγάλες πύλες πάνοπλοι, έστω και ένας-ένας, οι άνθρωποι  που όφειλαν να το πράξουν περισσότερο από κάθε άλλον  διέφυγαν κρυφά από παρακαμπτήριες οδούς. Ίσως η «ιστορική  στιγμή» να το απαιτούσε αυτό από εκείνους, αλλά η ιστορική  στιγμή δεν ταυτίζεται με τις δεκαετίες και τους αιώνες.

Καλύτερα να είχαν παραμείνει στα ηρωικά τους κρησφύγετα, ονειρευόμενοι καιρούς που έχουν προ πολλού παρέλθει! Όμως, μόλις κόπασε η καταιγίδα, ένιωσαν την ανάγκη να βγουν έξω, να ξεχυθούν σαν σμήνος νυχτερίδων που φωλιάζουν σε παλιά ερείπια! Κι έτσι, παράλληλα με την περιφρόνηση για τη λεγόμενη επανάσταση, οι ψυχές των μαχητών της πρώτης γραμμής κουβαλούσαν επίσης τη βαριά ανάμνηση εκείνων των επαίσχυντων ημερών του άδοξου θανάτου της παλιάς μορφής — μιας μορφής που είχε απορρίψει τον ίδιο της τον εαυτό και, ως εκ τούτου, δεν θα ξαναζούσε ποτέ πια.

Ωστόσο, η μορφή δεν είναι πνεύμα, παρόλο που οι δύο έννοιες φάνταζαν στενά συνδεδεμένες. Χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός μέχρι να το συνειδητοποιήσει αυτό ο στρατιώτης της πρώτης γραμμής. Υπάρχουν σύμβολα και σημάδια ευγενή, και όταν αυτά καταρρέουν, η καρδιά καθενός που νιώθει τον δεσμό με τη γη ματώνει. Όμως τα σημάδια και τα σύμβολα, στερημένα από πνεύμα και ζωή, είναι νεκρά, όπως ακριβώς και τα ερείπια του παρελθόντος. Μοιάζουν με εκθέματα πίσω από τις προθήκες των μουσείων και εμπνέουν έναν σεβασμό που δεν έχει καμία σχέση ούτε με το παρόν ούτε με το μέλλον. Εμείς, όμως, δεν μπορούμε να επωμιζόμαστε το βάρος σαρκοφάγων· αυτό που ζει απαιτεί τη δύναμή μας!

Ο στρατιώτης της πρώτης γραμμής δεν καραδοκεί κρυμμένος στις χαραμάδες. Συνεχίζει να πολεμά στα σύνορα ακόμα και μετά την καταστροφή, παρόλο που στο εσωτερικό της χώρας το όνομά του ποδοπατήθηκε στη λάσπη. Επέβαλε την τάξη στις μεγάλες πόλεις, επιτρέποντας σε αδύναμους τυχοδιώκτες —που κόντεψαν να γκρεμιστούν από το ίδιο το κύμα που τους είχε ανυψώσει— να οικειοποιηθούν με την ησυχία τους τον παλιό πλούτο και να τον σπαταλήσουν.

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα ήταν προτιμότερο να είχε μείνει ο στρατιώτης της πρώτης γραμμής στο περιθώριο, παρακολουθώντας πώς οι κομμουνιστές επιφύλασσαν στους «εκπροσώπους του λαού» τη μεταχείριση που τους άξιζε, και να είχε εμπλακεί στη μάχη μόνο όταν θα καθίστατο προφανής η απόλυτη ανεπάρκεια αυτών των ανθρώπων και των πενιχρών μέσων που διέθεταν. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ήταν σωστό να αποδεχθεί κανείς τον ρόλο που αυτοί οι κύριοι είχαν αναθέσει στα απομεινάρια του παλαιού στρατού και στους νεοσύστατους στρατιωτικούς σχηματισμούς.

Την ώρα του κινδύνου, χρησιμοποίησαν τους στρατιωτικούς σχηματισμούς σαν κάποιο μαγικό φυλαχτό, σαν αλεξικέραυνο τσέπης απέναντι στις εξαγριωμένες μάζες, ενώ οι ίδιοι κάθονταν σε άνετα σπίτια και έκλειναν συμφωνίες με καπιταλιστές του χειρίστου είδους. Ποιος δεν ένιωθε τότε την επιθυμία να αρπάξει ένα ρόπαλο — εκτός βέβαια από εκείνους που είχαν αίμα ψαριού στις φλέβες τους; Εμείς οι ίδιοι στερηθήκαμε την ικανοποίηση να δούμε πώς θα ξεκαθάριζαν οι εργάτες τους λογαριασμούς τους με ανθρώπους σαν τον Σάιντεμαν. Στην Ιταλία τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά: οι φασίστες περίμεναν ψύχραιμα μέχρι το κάρο να κολλήσει για τα καλά στη λάσπη. Έβαλαν τέλος σε αυτό το επαίσχυντο θέαμα μόνο τη στιγμή που όλοι ήταν πια βέβαιοι ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί έτσι.

Όμως εμείς δεν είχαμε ανθρώπους σαν τον Μουσολίνι. Διαθέταμε τη δύναμη,  αλλά αυτή είτε έμεινε αναξιοποίητη είτε σπαταλήθηκε άσκοπα,  διασπασμένη σε πλήθος μικροομάδων. Δεν διαθέτουμε καν ένα κόμμα των στρατιωτών του μετώπου· παντού κυριαρχεί η άποψη ότι δεν μπορεί να ασκείται πολιτική με αυτούς, ότι ο ρόλος τους πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στη «διατήρηση της μνήμης» μέσω συγκεντρώσεων σε επετείους και φιλικών γλεντιών. Ίσως να μην είναι σωστό για τον στρατό —για τη Ράιχσβερ— να ασκεί πολιτική, αλλά ο παλαιός στρατιώτης, που εκπροσώπησε επάξια τον λαό του στις πιο δύσκολες στιγμές, όχι μόνο έχει το αναφαίρετο δικαίωμα, αλλά οφείλει να απαιτήσει πολιτικό έλεγχο. Συνθήματα όπως «ειρήνη και τάξη» ίσως είχαν θέση μετά το 1806, αλλά σήμερα έχουμε κάθε δικαίωμα να είμαστε οτιδήποτε άλλο εκτός από ήρεμοι!

Η αγχόνη ζητά εδώ και καιρό τους ψευδοεπαναστάτες! Το κύμα της λάσπης πέρασε, έφτασε η ώρα για την πραγματική επανάσταση!»