Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Ramiro Ledesma Ramos: Το Πολιτικό Μανιφέστο των JONS

 





«Μια συμπαγής ομάδα νεαρών Ισπανών ετοιμάζεται σήμερα να παρέμβει στην πολιτική δράση με έντονο και αποτελεσματικό τρόπο. Δεν επικαλούνται άλλους τίτλους εκτός από αυτόν της ευγενούς και επίμονης ανησυχίας για τα ζωτικά ζητήματα που επηρεάζουν τη χώρα. Και, φυσικά, η εγγύηση ότι αντιπροσωπεύουν τη φωνή αυτών των καιρών και ότι η πολιτική τους συμπεριφορά γεννιέται μπροστά στις τρέχουσες δυσκολίες. Κανείς δεν θα μπορέσει να αποφύγει τη διαβεβαίωση ότι η Ισπανία διέρχεται σήμερα μια πολιτική, κοινωνική και οικονομική κρίση, τόσο βαθιά που απαιτεί να την αντιμετωπίσουμε και να την επιλύσουμε με το μέγιστο θάρρος. Ούτε η απαισιοδοξία ούτε οι υπεκφυγές μπορούν να γίνουν ανεκτές. Κάθε Ισπανός που δεν καταφέρνει να τοποθετηθεί με το δέον μεγαλείο μπροστά στα γεγονότα που πλησιάζουν, είναι υποχρεωμένος να αποσπαστεί από τις πρώτες γραμμές και να κάνει χώρο στις θαρραλέες και σταθερές φάλαγγες. Η πρώτη μεγάλη αγωνία που καταλαμβάνει κάθε Ισπανό που αναλαμβάνει δημόσια ευθύνη είναι να συνειδητοποιήσει πώς η Ισπανία -το Ισπανικό Κράτος και ο λαός- έζησε για σχεδόν τρεις αιώνες σε αέναη φυγή από τον εαυτό της, άπιστη στις ιδιαίτερες αξίες της, άπιστη στη συνειδητοποίησή τους και, ως εκ τούτου, σε μια αυτοκτονική αυταπάρνηση, τέτοιας βαρύτητας, που την έθεσε στο χείλος της ιστορικής αποσύνθεσης.

Έχουμε χάσει έτσι τον παγκόσμιο παλμό. Έχουμε αποσυνδεθεί από τα καθολικά μας πεπρωμένα, χωρίς την ικανότητα ή το θάρρος να εξαλείψουμε τη φρικτή μυωπία που μέχρι τώρα κυριαρχούσε σε όλες τις προσπάθειες αναζωπύρωσης. Σήμερα βρισκόμαστε στην πιο ευνοϊκή κατάσταση που μπορεί να ονειρευτεί οποιοσδήποτε λαός. Και όπως σημειώνουμε ότι οι άνθρωποι της συνηθισμένης πολιτικής -μοναρχικοί και ρεπουμπλικάνοι- οι ομάδες που τους ακολουθούν και τα διασκορπισμένα στοιχεία που μέχρι τώρα έχουν παρέμβει στις καθοριστικές επεξεργασίες, δεν μπορούν να διαχωριστούν από τα μέτρια πλαίσια του παλιού Κράτους, εμείς, στο περιθώριο αυτών, απέναντι τους, πέρα από αυτούς, χωρίς την διαίρεση δεξιάς και αριστεράς, μακριά από τα παρασκήνια, ξεκινάμε μια επαναστατική δράση υπέρ ενός κράτους ριζοσπαστικής καινοτομίας. Η πολιτική και κοινωνική κρίση στην Ισπανία έχει την αρχή της στην κρίση της ίδιας της αντίληψης πάνω στην οποία αρθρώνεται το σημερινό κράτος. Παντού καταρρέει η αποτελεσματικότητα του φιλελεύθερου αστικού κράτους, που επέβαλε στον κόσμο η Γαλλική επανάσταση του δέκατου όγδοου αιώνα, και οι λαοί παλεύουν σήμερα με τη μεγάλη δυσκολία να ανοίξουν δρόμο για ένα νέο κράτος, στο οποίο θα είναι δυνατά όλα τα πολύτιμα επιτεύγματά τους. Οδεύουμε προς την πολιτική δράση με τη συγκεκριμένη φιλοδοξία να προβάλουμε τις μορφές αυτού του νέου Κράτους στη χώρα. Και θα επιβληθεί. Ένα τέτοιο εγχείρημα απαιτεί, πάνω απ' όλα, την ικανότητα απεμπλοκής από αποτυχημένους μύθους. Και η θέληση να ενσωματώσουμε τους εαυτούς μας, ως μεγάλος λαός, στον διττό σκοπό που χαρακτηρίζει τα έθνη σήμερα: Από τη μια, τη συμβολή στο οικουμενικό πνεύμα της ισπανικής μας ιδιαιτερότητας, και από την άλλη, την κατάκτηση των τεχνικών πηγών, την κινητοποίηση των οικονομικών μέσων, της νίκης επί των υλικών συμφερόντων και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Οι κεντρικοί πυλώνες της δράσης μας θα είναι οι εξής:


Κρατική Υπεροχή

Το νέο Κράτος θα είναι εποικοδομητικό, δημιουργικό. Θα υποκαταστήσει άτομα και ομάδες, και η τελική κυριαρχία θα ανήκει σε αυτό και μόνο σε αυτό. Ο μόνος ερμηνευτής όλων όσων υπάρχουν ως καθολικών γνωρισμάτων σε έναν λαό είναι το Κράτος και μέσα σε αυτό επιτυγχάνεται η πληρότητα. Αντιστοιχεί στην Πολιτεία, ομοίως, η συνειδητοποίηση όλων των αξιών πολιτικής, πολιτιστικής και οικονομικής φύσης που υπάρχουν σε έναν λαό. Υπερασπιζόμαστε, λοιπόν, έναν πανκρατισμό, ένα Κράτος που πετυχαίνει κάθε αποτελεσματικότητα. Η μορφή του νέου Κράτους πρέπει να γεννηθεί από αυτό και να είναι προϊόν του. Όταν επιχειρούμε μια βαθιά ανατροπή του πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου του λαού μας, τα ζητήματα που παραπέμπουν σε απλές μορφές δεν έχουν αρκετά μεγάλο εύρος για να μας ενδιαφέρουν. Όταν μιλάμε για την υπεροχή του κράτους, εννοείται ότι το Κράτος είναι η ύψιστη πολιτική αξία και ότι το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ευγένειας θα είναι η αντιπαράθεση στο νέο κράτος. Λοιπόν, η ευγένεια -η πολιτισμένη συνύπαρξη- είναι κάτι που η Πολιτεία και μόνο αυτή καθιστά εφικτό. Τα πάντα, λοιπόν, για το Κράτος!

Εθνική Επιβεβαίωση

Μπροστά στην εσωτερική αναστάτωση που βλέπουμε σήμερα, υψώνουμε τη σημαία της εθνικής ευθύνης. Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για την Ιστορία της Ισπανίας, αποδεχόμενοι το πολύ ιδιόμορφο εθνικό υπόστρωμα του λαού μας, και πρόκειται να επιβεβαιώσουμε τον ισπανικό πολιτισμό με αυτοκρατορικές επιθυμίες. Ένας λαός δεν μπορεί να κάνει τίποτα χωρίς μια προηγούμενη και ριζική εξύψωση του εαυτού του ως ιστορική υπεροχή. Μακάρι όλοι οι Ισπανοί να γνωρίζουν ότι εάν μια γεωλογική καταστροφή καταστρέψει τη χερσόνησο ή ένας ξένος λαός μας υποβάλει σε σκλαβιά, οι θεμελιώδεις αξίες μας θα πάψουν να υλοποιούνται στον κόσμο. Η σημερινή ζωή είναι δύσκολη, περισσότερο από ποτέ, και πρέπει να επιστρέψουμε αναζητώντας θάρρος στα στοιχειώδη συναισθήματα που κρατούν το πνεύμα μας σε τεταμένη πληρότητα. Η εθνική και κοινωνική αίσθηση του λαού μας -ενός λαού με οικουμενικό, καθολικό χαρακτήρα- θα είναι η εξής: Ο κόσμος μας χρειάζεται και πρέπει να είμαστε στη θέση μας!

Πανεπιστημιακή Έξαρση

Είμαστε, ως επί το πλείστον, φοιτητές πανεπιστημίου. Το Πανεπιστήμιο είναι για εμάς ο ανώτατος φορέας - δημιουργός πολιτιστικών και επιστημονικών αξιών. Οι λαοί χωρίς Πανεπιστήμιο παραμένουν στο περιθώριο ανώτερων επεξεργασιών. Χωρίς πολιτισμό δεν υπάρχει ένταση του πνεύματος, όπως χωρίς επιστήμη δεν υπάρχει τεχνική. Το πνευματικό μεγαλείο και η οικονομική υπεροχή είναι αδύνατες χωρίς ένα ερευνητικό και αντιγραφειοκρατικό Πανεπιστήμιο. 

Περιφερειακή διάρθρωση της Ισπανίας

Η πρώτιστη ισπανική πραγματικότητα δεν είναι η Μαδρίτη, αλλά οι επαρχίες. Η πιο ριζοσπαστική μας επιθυμία πρέπει να συνίσταται, λοιπόν, στη σύνδεση και την άρθρωση με την ζωτική πνοή των επαρχιών. Ανακαλύπτοντας τους μύθους τους και εκκινώντας με την κατάκτησή τους. Τοποθετώντας τους μπροστά στην πιο ευημερούσα διάστασή τους. Για το λόγο αυτό το νέο Κράτος θα δεχτεί ως απαραίτητη βάση για την διάρθρωσή του την πλήρη αυτονομία των Δήμων. Υπάρχει η μεγάλη ισπανική παράδοση των πόλεων, κωμοπόλεων και χωριών ως ζωντανών και γόνιμων οργανισμών. Δεν υπάρχει δυνατότητα οικονομικής επιτυχίας ή διοικητικής αποτελεσματικότητας χωρίς αυτή την αυτονομία στην οποία αναφερόμαστε. Οι αυτόνομοι Δήμοι μπορούν τότε να αρθρωθούν σε μεγάλες συνομοσπονδίες ή περιφέρειες, οριοθετημένες από ένα περιθώριο οικονομικών ή διοικητικών απαιτήσεων και, φυσικά, υπό την κυριαρχία του Κράτους, η οποία θα είναι πάντα, όπως αναφέραμε πριν, αδιαμφισβήτητη και απόλυτη. Για να αναζωογονηθεί η περιφερειακή αίσθηση της Ισπανίας, τίποτα καλύτερο από το να υποβάλλουμε τις περιφέρειες σε μια αναγέννηση που λαμβάνει χώρα υπό την προστασία της πιο σύγχρονης και σταθερής πραγματικότητας.

Δομή της Συνδικαλιστικής Οικονομίας

Οι δημιουργοί του φιλελεύθερου αστικού κράτους δεν μπορούσαν να υποψιαστούν τις οικονομικές διαδρομές που επρόκειτο να συμβούν στο μέλλον. Το πρώτο σαφές όραμα για τον χαρακτήρα του βιομηχανικού και τεχνικού μας πολιτισμού αντιστοιχεί στον μαρξισμό. Θα πολεμήσουμε ενάντια στον περιορισμό του μαρξιστικού υλισμού και πρέπει να τον ξεπεράσουμε αλλά όχι χωρίς να του αναγνωρίσουμε τις τιμές ενός προδρόμου που πέθανε και εξαντλήθηκε στις πρώτες συγκρούσεις. Η βιομηχανική οικονομία των τελευταίων εκατό ετών έχει δημιουργήσει εξουσίες και κοινωνικές αδικίες απέναντι στις οποίες το φιλελεύθερο κράτος είναι ανίσχυρο. Έτσι, το νέο Κράτος θα επιβάλει τη συνδικαλιστική δομή της οικονομίας, η οποία σώζει τη βιομηχανική αποτελεσματικότητα, αλλά καταστρέφει τις πάσης φύσεως «νοσηρές κυριαρχίες» που υπάρχουν σήμερα. Το νέο Κράτος δεν μπορεί να εγκαταλείψει την οικονομία του στα απλά σύμφωνα και συμβόλαια που οι οικονομικές δυνάμεις συνάπτουν μεταξύ τους. Η συσπείρωση των οικονομικών δυνάμεων θα είναι υποχρεωτική και πάντα σύμφωνα με τους υψηλούς στόχους της Πολιτείας. Το κράτος θα πειθαρχεί και θα εγγυάται πάντα την παραγωγή. Αυτό ισοδυναμεί με σημαντική ενδυνάμωση της εργασίας. Υπάρχουν ακόμη περισσότερα που πρέπει να γίνουν υπέρ μιας αυθεντικής και γόνιμης ισπανικής οικονομίας, και αυτό είναι ότι το νέο κράτος θα στρέψει το ενδιαφέρον του στο τρομακτικό και τεράστιο αγροτικό πρόβλημα που υπάρχει σήμερα. Με την απαλλοτρίωση των γαιοκτημόνων. Οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις, αφού εθνικοποιηθούν, δεν θα πρέπει να διανεμηθούν, γιατί κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με την παλιά και καταστροφική φιλελεύθερη λύση, αλλά θα παραχωρηθούν στους ίδιους τους αγρότες, ώστε να μπορούν να τις καλλιεργήσουν μόνοι τους, με την παρέμβαση του αυτόνομου δημοτικού οργάνου, και με τάση για κοινοτική ή συνεταιριστική εκμετάλλευση. 

Από την προηγούμενη σύντομη περίληψη συνοψίζουμε το δόγμα μας, στο οποίο θα είμαστε πιστοί μέχρι τέλους. Και αυτό είναι:

1. Όλη η εξουσία ανήκει στο Κράτος.
2. Υπάρχουν πολιτικές ελευθερίες μόνο εντός του Κράτους, όχι επί του Κράτους ή κατά του Κράτους.
3. Η μεγαλύτερη πολιτική αξία που εδρεύει στον άνθρωπο είναι η ικανότητά του για πολιτική συνύπαρξη στο Κράτος.
4. Η ριζική, θεωρητική και πρακτική υπέρβαση του μαρξισμού είναι η επιτακτική ανάγκη της εποχής μας.
5. Αντιπαραβάλουμε τις ιεραρχικές αξίες, την εθνική ιδέα και την οικονομική αποτελεσματικότητα ενάντια στο σοσιαλιστικό και το κομμουνιστικό κράτος. 
6. Επιβεβαίωση των Ισπανικών Αξιών.
7. Αυτοκρατορική Διάδοση του Πολιτισμού μας. 
8. Αυθεντική Ανάπτυξη του Ισπανικού Πανεπιστημίου. Στο Πανεπιστήμιο βρίσκεται η ιδεολογική υπεροχή που αποτελεί το απόλυτο μυστικό της επιστήμης και της τεχνολογίας, στο πανεπίστημιο βρίσκονται οι καλύτερες πολιτιστικές τάσεις. Πρέπει λοιπόν να αναδείξουμε το ιδανικό μας για το μεγάλο Πανεπιστήμιο.
9. Εντατικοποίηση της μαζικής κουλτούρας, χρησιμοποιώντας τα πιο αποτελεσματικά μέσα.
10. Εξάλειψη περιφερειακών εστιών που δίνουν στις επιδιώξεις τους μια αίσθηση πολιτικής αυτονομίας. Αντιθέτως, οι μεγάλοι νομοί ή περιφερειακές Συνομοσπονδίες, λόγω της πρωτοβουλίας μας για τους Δήμους, θα πρέπει να αξίζουν, όλη την προσοχή μας. Θα προωθήσουμε τη ζωτική και σύγχρονη κομητεία.
11. Πλήρης αυτονομία των δήμων στις λειτουργίες που παραδοσιακά εμπίπτουν στην αρμοδιότητα τους, οι οποίες είναι διοικητικής και οικονομικής φύσης.
12. Συνδικαλιστική διάρθρωση της οικονομίας. Αντικειμενική οικονομική πολιτική. 
13. Ενδυνάμωση της Εργασίας. 
14. Απαλλοτρίωση ιδιοκτησιών γής. Οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις θα εθνικοποιηθούν και θα παραδοθούν στους δήμους και στις συνδικαλιστικές οργανώσεις των αγροτών. 
15. Κοινωνική Δικαιοσύνη και Κοινωνική Πειθαρχία. 
16. Αγώνας κατά του εγωκεντρικού πασιφισμού της Γενεύης. Επιβεβαίωση της Ισπανίας ως διεθνούς δύναμης.
17. Αποκλειστική επαναστατική δράση μέχρι την επίτευξη του θριάμβου του Νέου Κράτους στην Ισπανία. Μεθόδοι άμεσης δράσης απέναντι στο παλιό κράτος και τις κοινωνικοπολιτικές ομάδες του παλιού καθεστώτος. 


Η οργάνωση μας

Γεννιόμαστε με σκοπό την επαναστατική αποτελεσματικότητα. Γι' αυτό δεν αναζητούμε ψήφους, αλλά τολμηρές και θαρραλέες μειοψηφίες. Αναζητούμε νεανικές μαχητικές ομάδες, χωρίς δισταγμό μπροστά στο τουφέκι και την πειθαρχία του πολέμου. Πολιτικούς στρατιώτες που θα διαλύσουν το αστικό και αναχρονιστικό πλαίσιο ενός ειρηνιστικού μιλιταρισμού. Επιζητούμε τον πολιτικό με στρατιωτικό αίσθημα, ευθύνης και αγώνα. Η οργάνωσή μας θα δομηθεί με βάση συνδικαλιστικούς και πολιτικούς πυρήνες. Οι πρώτοι θα αποτελούνται από δέκα άτομα, που ανήκουν, όπως δηλώνει το όνομά τους, στο ίδιο σωματείο ή συνδικάτο. Το δεύτερο, από πέντε άτομα διαφόρων επαγγελμάτων. Και οι δύο θα είναι η κατώτερη μονάδα που έχει φωνή και δύναμη στο κόμμα. Για να μπείτε σε ένα πυρήνα θα πρέπει να είστε μεταξύ δεκαοκτώ και σαρανταπέντε ετών. Οι ηλικιωμένοι Ισπανοί δεν θα μπορέσουν να επέμβουν ενεργά στις φάλαγγες μας. Θα ξεκινήσει άμεσα η οργάνωση συνδικαλιστικών και πολιτικών πυρήνων σε όλη την Ισπανία, που θα αποτελέσουν τα πρωταρχικά στοιχεία της δράσης μας. Ο σύνδεσμος μας θα είναι το δόγμα που εκθέσαμε παραπάνω, το οποίο πρέπει να γίνει αποδεκτό και κατανοητό με ακεραιότητα για να είναι μέρος της δύναμής μας. Θα θριαμβεύσουμε γιατί είμαστε η ισπανική αλήθεια. Σήμερα ξεκινάμε την έκδοση της εφημερίδας μας, «Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ», που πρώτα θα είναι εβδομαδιαία και θα την μετατρέψουμε σε καθημερινή το συντομότερο δυνατό». 


Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Το γεωπολιτικό όραμα της Τρίτης Θέσης

 





Μια ομάδα νέων Ιταλών, που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από την οργάνωση «Lotta Studentesca», αποφάσισαν να αλλάξουν το όνομα της συλλογικότητάς τους μετά από δύο χρόνια έντονου ακτιβισμού στους δρόμους της Ρώμης, υιοθετώντας το όνομα «Terza Posizione» (Τρίτη Θέση). Αυτό συνέβη τον Ιανουάριο του 1978 και, όπως θα δούμε, δεν επρόκειτο απλώς για μια ονομαστική αλλαγή. Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο ετών (1976-1978), αυτό που αρχικά είχε αναδυθεί ως μια ομάδα νέων εκτός του MSI (Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα) είχε γίνει ένα γνήσιο πολιτικό κίνημα, λόγω των πολυάριθμων ακτιβιστών του και της δομής του. Από πολιτική άποψη, η «Terza Posizione» βασίστηκε στις θεωρίες που αναπτύχθηκαν στο «La disintegrazione del sistema» (Η Διάλυση του Συστήματος) του Φράνκο Φρέντα. Τα κείμενα που χρησιμοποιήθηκαν για την πολιτική εκπαίδευση των ακτιβιστών της ήταν το «Δόγμα των Αρίων για τον Αγώνα και την Νίκη» του Ιούλιου Έβολα και «Η Μάχη του Βερολίνου».

Παρά την επικρατούσα ιστορική και νομική αφήγηση, η «Terza Posizione» δεν ήταν ποτέ τρομοκρατική οργάνωση. Είναι αλήθεια ότι μια κεντρική ομάδα, η οποία είχε σχηματιστεί ξεχωριστά, λειτουργούσε εντός της οργάνωσης, παίρνοντας τη μορφή αυτού που τα δικαστήρια αργότερα θα χαρακτήριζαν ως «ένοπλη συμμορία». Ωστόσο, ολόκληρη η οργάνωση ακολουθούσε κλασικά μοντέλα πολιτικού ακτιβισμού. Ενώ είχε ως κύρια έδρα τη Ρώμη, αλλά ήταν παρούσα σε όλη την Ιταλία, η «Terza Posizione» λειτουργούσε με έναν εντελώς συμβατικό τρόπο: διανέμοντας φυλλάδια, δημοσιεύοντας κείμενα, εκδίδοντας μια εφημερίδα με το ίδιο όνομα, οργανώνοντας διαδηλώσεις δρόμου και προσηλυτίζοντας νέα μέλη. Η οργάνωση ήταν, φυσικά, δομημένη ιεραρχικά, αντικατοπτρίζοντας τις φωλιές του Corneliu Codreanu, από τον οποίο η Terza Posizione εμπνεύστηκε. Επιπλέον, η μέση ηλικία των μελών της ήταν αξιοσημείωτα νέα. Με λίγες εξαιρέσεις, η μέση ηλικία των ηγετών της ήταν είκοσι χρονών. Η μέση ηλικία των απλών μελών της ήταν ακόμη νεότερη. Το σύμβολο της Terza Posizione ήταν μία ρούνα και ένα σφυρί που επικαλύπτονταν. Το σφυρί προκάλεσε ένα είδος συμβολικής απάντησης στο κλειδί Hazet 36 (H36), που συνήθως χρησιμοποιούνταν από την άκρα αριστερά ως όπλο εναντίον των νεοφασιστών. Η χρήση αυτού του εργαλείου, ενός άτυπου μέσου μάχης, ήταν τόσο διαδεδομένη που οι αριστερές πορείες της εποχής φώναζαν το σύνθημα «H36! Φασίστα, πού είσαι;» Αλλά η πολιτική δραστηριότητα της Terza Posizione δεν οδήγησε ποτέ σε δολοφονίες. Από όσα έχουν ειπωθεί, φαίνεται ότι η Terza Posizione και οι NAR (Nuclei Armati Rivoluzionari) ήταν δύο πολύ ξεχωριστές και ουσιαστικά ασυμβίβαστες οντότητες. Αν οι μαχητές της Terza Posizione κατάφεραν να περάσουν στους NAR, αυτό δεν έτεινε να αντιπροσωπεύει καμία συνέχεια μεταξύ δύο ομάδων που κατέληξαν, από μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και μετά, να συγκρούονται: αυτό επειδή οι ηγέτες των NAR ήθελαν να προχωρήσουν στην φυσική εξάλειψη - όπως έκαναν με έναν από αυτούς (1) - όλων των ηγετών του Terza Posizione.

Ένας από τους ηγέτες της Terza Posizione ήταν ο Marcello De Angelis, ο οποίος συνόψισε τις συμπάθειες της ομάδας όσον αφορά την εξωτερική πολιτική ως εξής: «Μας άρεσε ο Καντάφι. Υποστηρίζαμε την Ιρανική Ισλαμική Επανάσταση». Ομοίως, το περιοδικό της ομάδας επαινούσε τον παλαιστινιακό λαό και την αντίστασή του: «Ο αγώνας του παλαιστινιακού λαού είναι υποδειγματικός για όλους τους λαούς που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ενάντια στον καπιταλισμό και ενάντια στον Σιωνισμό, για την επιβεβαίωση μιας Τρίτης Θέσης, της μόνης ικανής να αντιμετωπίσει τις κυρίαρχες ιδεολογίες. Παράλληλα με τον παλαιστινιακό λαό, η αραβική ενότητα υπέστη σοβαρό πλήγμα εξαιτίας του Σαντάτ, του ανάξιου διαδόχου του Νάσερ και συνεργού εκείνου του Μπεγκίν που υποκίνησε τη σφαγή του Ντέιρ Γιασίν. Η αραβική ενότητα που επιθυμούσε και ματαιώνονταν εδώ και δεκαετίες είναι εύκολα συγκρίσιμη με την εξίσου επιθυμητή ευρωπαϊκή ενότητα […]». Το Ιράκ, σε ανοιχτή αντίθεση με τις συχνά αμβλείες πολιτικές της Συρίας, αντιπροσωπεύει, μαζί με τη Λιβύη και την παλαιστινιακή πρωτοπορία, την πιο ριζοσπαστική πτέρυγα του μετώπου που αντιτίθεται στις καπιταλιστικές-σιωνιστικές πολιτικές.

Λογικά, η Terza Posizione αντιτάχθηκε στις Συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ, τις οποίες θεωρούσε δώρο στον Σιωνισμό. Εξέφραζε την υποστήριξή της στους Αφγανούς και το Ιράν του Χομεϊνί: «Μετά τους Παλαιστίνιους, τους Μοντονέρος και τους Σαντινίστας, το πιο πρόσφατο παράδειγμα, χρονολογικά, είναι η εξέγερση στο Ιράν. Αυτή η λαϊκή, θρησκευτική, αντιμοντερνιστική εξέγερση έχει συγχωνευθεί με ένα μαρξιστικό-λενινιστικό φαινόμενο. Στην Ιταλία, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCI) είναι το επίκεντρο αυτής της φλύαρης σταυροφορίας υπέρ του ιρανικού λαού. Οι διαφορές μεταξύ του υλιστικού πλαισίου, του ιδεολογικού χαρακτηρισμού, της μοντερνιστικής μυθολογίας του Κομμουνιστικού Κόμματος και του θρησκευτικού αγώνα των Ιρανών στο όνομα του πολιτισμού είναι εμφανείς. Είτε πρόκειται για την αμερικανική δύναμη, η οποία βασίζεται στη στρατιωτική δικτατορία, είτε για τη σοβιετική δύναμη, η οποία προσπαθεί να απορροφήσει ξανά μία εξέγερση (κάτι που είναι, επιπλέον, απίθανο), και οι δύο υπερδυνάμεις έχουν συμφέρον με το να γίνουν μάρτυρες μιας ομαλοποίησης της ιρανικής κατάστασης».

Ωστόσο, η συμπάθεια προς τον Χομεϊνισμό δεν εμπόδισε την οργάνωση να «διατηρεί έναν ειλικρινή θαυμασμό για τους Αθανάτους, δηλαδή τη Φρουρά του Σάχη, μερικά από τα μέλη της οποίας, κατά τη διάρκεια της Ισλαμικής Επανάστασης του 1979, θα σφαγιάζονταν επί τόπου αποκλειστικά για την υπεράσπιση μιας Αρχής» και να κατηγορήσει τους Ιρανούς επαναστάτες για μια σειρά από λάθη, όπως η ομηρία στην αμερικανική πρεσβεία.

Η πολιτική προοπτική της Terza Posizione ήταν αυτή των μικρών πατρίδων και των μικρών εθνοτικών ομάδων: το εντελώς αντίθετο από την συγκεντρωτική και εθνικιστική προοπτική του MSI. Αυτή η συμπάθεια έφτασε σε τέτοιο βαθμό που το περιοδικό της Terza Posizione επαινούσε αυτονομιστικές ομάδες, όπως το Εθνικό Μέτωπο της Σικελίας, ιδίως λόγω της έντονης συμπάθειάς του τελευταίου για τον Νασερισμό και τον Κανταφισμό, αλλά και λόγω των δεσμών του με την παλαιστινιακή αντίσταση και το Μέτωπο Πολισάριο. Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της Terza Posizione, που εκφράζεται ειλικρινά από το όνομά της, ήταν η ικανότητά της να συνδυάζει κλασικές αναφορές στον νεοφασισμό με τον μύθο του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων που είναι διάσπαρτα σε όλο τον κόσμο, με ιδιαίτερη έμφαση στη Λατινική Αμερική: τους Σαντινίστας της Νικαράγουας και τους Μοντονέρος της Αργεντινής. Η ίδια επιλογή του ονόματος υποκινήθηκε από αυτόν τον θαυμασμό: ήταν μια ρητή αναφορά στην tercera posición που θεωρητικοποίησε ο Χουάν Ντομίνγκο Περόν.

Ήταν επίσης μια αναφορά στην «Τρίτη Δημοκρατία» η οποία ενέπνευσε την πολιτική ομάδα που ανέλαβε την πολιτική και ακτιβιστική κληρονομιά της Terza Posizione και υιοθέτησε το όνομα Settembre. Η νέα οργάνωση αποτελούσε ουσιαστική συνέχεια της Terza Posizione, η οποία είχε αυτοδιαλυθεί λόγω των δικαστικών διώξεων που την αποδεκάτισαν μετά την βομβιστική επίθεση στην Μπολόνια. Η Settembre ακολούθησε τις γραμμές εξωτερικής πολιτικής που χαρακτήριζαν την Terza Posizione, αλλά με μια πιο εξτρεμιστική χροιά. Το ομώνυμο περιοδικό της ομάδας περιείχε εκτενείς και εμφατικές εξυμνήσεις του Ισλάμ και, ιδιαίτερα, του Ιράν: μιας χώρας που θαυμάζεται ιδιαίτερα για την επιδίωξή της να υλοποιήσει το Ισλάμ στην καρδιά της σύγχρονης πραγματικότητας, όπως ακριβώς ο ιταλικός τερσερισμός επιδίωκε να αναζωογονήσει τις δικές του παραδόσεις και ρίζες. Σε ένα σχεδόν μονογραφικό τεύχος αφιερωμένο στο Ισλάμ, βρίσκουμε τα στοιχεία που οδήγησαν στην εκτίμηση του Settembre για το Ιράν του Χομεϊνί, αλλά και συγκεκριμένες κριτικές προς κινήματα του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου που είχαν σταδιακά αποποιηθεί την επαναστατική δυναμική του Ισλάμ. Αυτά τα κινήματα ήταν ο Νασερισμός, ο Μπααθισμός και ο Κανταφισμός. Επικρίθηκαν επειδή δεν κατάφεραν να κατανοήσουν ότι το αυθεντικό Ισλάμ, από μόνο του, επιδίωκε -και μάλιστα ξεπερνούσε- τους χαρακτηριστικούς στόχους του σοσιαλισμού που διακήρυτταν, και ότι το Ισλάμ παρείχε στην αραβική εξέγερση τα στοιχεία για την πολιτική και οικονομική της ανάπτυξη που θα ήταν ανίκανα να διαμορφώσουν μόνοι τους. Το περιοδικό επέκρινε συγκεκριμένα τον Καντάφι επειδή «τοποθετήθηκε σε ένα δογματικό επίπεδο που δημιούργησε ένα εξαιρετικά ασταθές μείγμα και το οποίο, μέσω του αχαλίνωτου ακτιβισμού και της αυτοπροβολής του, τελικά έκανε μεγάλη ζημιά στο Ισλάμ αφομοιώνοντάς το, τουλάχιστον κατά την άποψή μας, σε ένα είδος αραβοποιημένου μαρξισμού».

Η οργάνωση Settembre δεν έκρυψε επίσης την κριτική της προς την PLO, διότι αν «ο Χομεϊνί δηλώνει: «Η δημοκρατία είναι μια δυτική έννοια, η οποία δεν μας ενδιαφέρει: το Ισλάμ δεν χρειάζεται τις κατηγορίες σκέψης σας» – η Settembre αναρωτιέται τότε πώς είναι δυνατόν να αυτοανακηρύσσονται «δημοκράτες», κατά τον τρόπο της PLO και της Λιβύης, και ταυτόχρονα να αποδέχονται το Κοράνι όπως οποιαδήποτε άλλη παράδοση;

Ο Καντάφι κατηγορήθηκε ότι υπέκυψε στον σοβιετικό ιμπεριαλισμό. Αντίθετα, το Ιράν επαινέθηκε ως δύναμη ικανή να αποκαλύψει τις ασάφειες και τους συμβιβασμούς του ιμπεριαλισμού με τις άρχουσες τάξεις στις αραβικές και μουσουλμανικές χώρες. Η ομάδα των τριτοθεσιτών είδε σε αυτό μια εντυπωσιακή παραλληλία με ό,τι είχε συμβεί κατά την εποχή του φασισμού, διότι και εκεί «δύο κόσμοι βρίσκονται σε σύγκρουση: Η παράδοση εναντίον των δυνάμεων του υλισμού». Πράγματι, το Ιράν έγινε η πιο εξοστρακισμένη από όλες τις χώρες. Έτσι, η Settembre μπόρεσε να γράψει ότι «οι μόνοι γνήσιοι σύμμαχοι που μπορεί να βρει ο Χομεϊνί στον κόσμο είναι οι παραδοσιακράτες». Αυτό συνέβη επειδή «η Τρίτη Ιταλική Δημοκρατία, χωρίς να οικειοποιηθεί το Ισλάμ, το οποίο είναι μια συγκεκριμένη θρησκεία και παράδοση, θεωρεί την επιβεβαίωσή του ως το μόνο επαναστατικό φαινόμενο που αναδύεται στον κόσμο».

Έτσι, το κίνημα δεν υποστήριξε την αναγκαιότητα της θρησκευτικής μεταστροφής, αναγνωρίζοντας παράλληλα το ιρανικό παράδειγμα ως οδηγό. Αλλά επειδή η Παράδοση είναι μία και οι δρόμοι για την προσέγγισή της μπορεί να είναι διαφορετικοί: «Ως Ευρωπαίοι, πρέπει να αναγνωρίσουμε το λαμπρό παράδειγμα που μας προσφέρουν οι Μουσουλμάνοι και είναι καθήκον μας να αφυπνίσουμε την πίστη στην Ευρώπη - αν πράγματι εξακολουθεί να υπάρχει. Δεν πρόκειται για την κυριαρχία μιας θρησκείας έναντι μιας άλλης, κάτι που θα ισοδυναμούσε με αποδυνάμωση του μεταφυσικού περιεχομένου καθεμιάς από αυτές, αλλά για την αναζωογόνηση και την εκ νέου πρόταση της απόλυτης και υπέρτατης Ρίζας που τις ενώνει όλες: τον Θρίαμβο της Αρχέγονης Παράδοσης».



[1]: Αυτή είναι μια αναφορά στον Francesco Mangiameli, έναν σημαντικό εκπρόσωπο της Terza Posizione, ο οποίος δολοφονήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1980 από τους NAR, για λόγους που δεν προσδιορίστηκαν ποτέ.




Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Πνευματική Εξέγερση: Ο Dominique Venner και ο Julius Evola ενάντια στον σύγχρονο κόσμο





Ο Ντομινίκ Βενέρ, ένας Γάλλος στοχαστής, και ο Ιούλιος Έβολα, ο οποίος δεν χρειάζεται συστάσεις στους αναγνώστες μας, μοιράζονται ένα κοινό ριζοσπαστικό όραμα: η εξέγερση δεν είναι απλώς μια πολιτική πράξη, αλλά μια υπαρξιακή και πνευματική επιβεβαίωση απέναντι σε έναν κόσμο σε παρακμή. Μέσα από τα γραπτά τους, αυτοί οι δύο στοχαστές αμφισβητούν τη νεωτερικότητα, την υποταγή και τον ιστορικό ντετερμινισμό και προτείνουν την επιστροφή στις υπερβατικές αρχές που δίνουν νόημα στον Άνθρωπο.


Το να υπάρχεις σημαίνει να αντιστέκεσαι

Στο βιβλίο του «Ο Σαμουράι της Δύσης», ο Ντομινίκ Βενέρ προσφέρει ένα βαθιά μαχητικό όραμα για την ύπαρξη: «Το να υπάρχεις σημαίνει να αψηφάς όλα όσα σε απειλούν». Για τον Βενέρ, η ζωή δεν είναι μια παθητική κατάσταση, αλλά μια συνεχής πράξη ανυπακοής ενάντια στις δυνάμεις που επιδιώκουν να εξαλείψουν την ουσία του ατόμου. Η εξέγερση, με αυτή την έννοια, δεν είναι ούτε μια παρορμητική χειρονομία ούτε μια απλή αντίδραση. Είναι η σταθερή στάση απέναντι στο τίποτα, η προσκόλληση σε ένα υψηλότερο πρότυπο που υπερβαίνει τις ενδεχομενικότητες της στιγμής. Αυτή η αρχή αντηχεί με τη σκέψη του Ιουλίου Έβολα, ο οποίος, στο «Εξέγερση Ενάντια στον Σύγχρονο Κόσμο», εισάγει τη μορφή του «διαφοροποιημένου ανθρώπου». Αυτός ο άνθρωπος δεν ορίζεται από τις περιστάσεις που τον περιβάλλουν, αλλά από τη συνειδητή και σκόπιμη αντίθεσή του στη μετριότητα και το κενό της σύγχρονης εποχής. Η αντίστασή του δεν προκύπτει από μια ιδιοτροπία ή μια εφηβική εξέγερση, αλλά από μια οντολογική αναγκαιότητα: να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του ως μια ακλόνητη πραγματικότητα, ριζωμένη στο αιώνιο και το απόλυτο.

Για τον Βενέρ, όπως και για τον Έβολα, η εξέγερση αποκτά μια διάσταση που υπερβαίνει την απλή πρακτικότητα ή τη χρησιμότητα. Δεν είναι απλώς μια απόρριψη του status quo ή ένας αγώνας για υλικούς ή άμεσους στόχους. Στην πραγματικότητα, είναι μια υπαρξιακή στάση που στοχεύει στην αποκατάσταση μιας χαμένης τάξης, ένα ιδανικό που ο σύγχρονος κόσμος έχει παραμορφώσει κάτω από το βάρος της κοινοτοπίας και του σχετικισμού. Για αυτούς, η αντίσταση είναι μια πράξη πίστης σε μια ανώτερη αλήθεια, ένας τρόπος διατήρησης της σπίθας του ιερού σε μια εποχή παρακμής. Έτσι, η ύπαρξη γίνεται μια μορφή αγώνα, και ο επαναστάτης, ο φύλακας αυτού που απομένει μπροστά στην αδιάκοπη πρόοδο του εφήμερου.


Ενάντια στην γραπτή ιστορία

Ούτε ο Dominique Venner ούτε ο Julius Evola συμφωνούν με ερμηνείες που αντιλαμβάνονται την ιστορία ως μια γραμμική διαδικασία ή έναν αναπόφευκτο μηχανισμό. Ο Venner, με την σπλαχνική και μαχητική του προσέγγιση, απορρίπτει κατηγορηματικά τις ντετερμινιστικές θεωρίες στοχαστών όπως ο Karl Marx, ο οποίος υποβιβάζει την ανθρώπινη ύπαρξη σε ένα γρανάζι στη μηχανή των οικονομικών δυνάμεων, ή τον Francis Fukuyama, με την ανακήρυξή του για το «τέλος της ιστορίας» ως τον παθητικό θρίαμβο του φιλελευθερισμού. Για τον Venner, τέτοια οράματα απογυμνώνουν την ανθρωπότητα από την ιδιότητά της ως παράγοντα/δρώντα, καταδικάζοντάς την να είναι απλώς θεατής ενός προκαθορισμένου σεναρίου. Προτείνει αντ' αυτού μια ενεργή και εθελοντική ύπαρξη, όπου το άτομο δεν αποδέχεται απλώς την πορεία των γεγονότων, αλλά τη διαμορφώνει μέσω της δικής του αποφασιστικότητας, επιβάλλοντας τον εαυτό του ενάντια στα ρεύματα που επιδιώκουν να διαλύσουν την ταυτότητα και τον σκοπό του.

Ο Julius Evola, από την πλευρά του, προχωρά αυτή την κριτική ακόμη παραπέρα στο «Άνθρωποι ανάμεσα στα ερείπια». Όχι μόνο αντιτίθεται στις γραμμικές αφηγήσεις προόδου ή παρακμής, αλλά αμφισβητεί και τις κυκλικές αντιλήψεις για την ιστορία, όπως αυτές που προτείνει ο Oswald Spengler. Αν και ο Spengler περιγράφει την άνοδο και την πτώση των πολιτισμών ως έναν οργανικό και αναπόφευκτο ρυθμό, ο Evola βλέπει σε αυτή την προοπτική μια μορφή παραιτημένης παθητικότητας, την οποία θεωρεί απαράδεκτη. Για αυτόν, η παρακμή δεν είναι ένα πεπρωμένο στο οποίο η ανθρωπότητα πρέπει να υποταχθεί με μοιρολατρία. Είναι μια πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Η «αυθεντική ανθρωπότητα», στο όραμα του Evola, αναδύεται με κυρίαρχη βούληση, όχι ως απλό προϊόν της εποχής της, αλλά ως ένα ον ικανό να την υπερβεί.

Από αυτή την εξυψωμένη θέση, ριζωμένη σε μεταφυσικές και αιώνιες αρχές, αψηφά την παρακμή όχι από νοσταλγία ή απελπισία, αλλά με μια εσωτερική δύναμη που επιδιώκει να επιβεβαιώσει μια ανώτερη τάξη απέναντι στο χάος και τη διάλυση του σύγχρονου κόσμου. Έτσι, οι Venner και Evola μετατρέπουν την ιστορική αντίσταση σε μια πράξη δημιουργίας, σε μια ριζική άρνηση να φυλακιστεί κανείς από μια επιβεβλημένη αφήγηση.


Η παράδοση ως πυξίδα


Για τον Ντομινίκ Βενέρ, η μορφή της Αντιγόνης υπερβαίνει τα πλαίσια της ελληνικής τραγωδίας και αποτελεί ένα αιώνιο σύμβολο νόμιμης εξέγερσης. Στην ερμηνεία του, η Αντιγόνη δεν επαναστατεί από ιδιοτροπία ή για έναν εγωιστικό προσωπικό σκοπό, αλλά ενεργεί από ακλόνητη πίστη σε μια ιερή παράδοση που θεωρεί ανώτερη από τους ανθρώπινους νόμους.

Αντιμέτωπη με την τυραννία του Κρέοντα, η οποία αντιπροσωπεύει την αυθαίρετη εξουσία και την επιβολή μιας εξουσίας χωρίς υπερβατικές ρίζες, η Αντιγόνη ενσαρκώνει την αντίσταση που βασίζεται σε μια ανώτερη τάξη: τους άγραφους νόμους των θεών, οι οποίοι για τον Βενέρ συμβολίζουν μια πνευματική και ηθική συνέχεια που ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ξεχάσει. Αυτό το όραμα καθιστά την παράδοση πυξίδα, φάρο που καθοδηγεί το άτομο εν μέσω σύγχυσης και ξεριζωμού, προσφέροντας βαθύ νόημα στον αγώνα του ενάντια στις δυνάμεις που απειλούν να τον απογυμνώσουν από την ουσία του.

Ο Julius Evola, από μια παρόμοια οπτική γωνία αλλά με τη χαρακτηριστική μεταφυσική του προσέγγιση, αναπτύσσει περαιτέρω αυτήν την ιδέα. Για αυτόν, η Παράδοση -γραμμένη με κεφαλαίο Π για να τη διακρίνει από απλά περαστικά έθιμα- δεν είναι ένα σύνολο κληρονομημένων συνηθειών ούτε ένα λείψανο του παρελθόντος που διατηρείται από νοσταλγία. Στο «Παράδοση και Παραδόσεις», ο Evola υποστηρίζει ότι η Παράδοση είναι μια κοσμική τάξη, μια αιώνια δομή που συνδέει την ανθρωπότητα με καθολικές και υπερβατικές αρχές. Δεν είναι μια μηχανική επανάληψη απαρχαιωμένων πρακτικών, αλλά ένα ζωντανό πλαίσιο που νομιμοποιεί την ανθρώπινη δράση ευθυγραμμίζοντάς την με μια ανώτερη πραγματικότητα. Από αυτή την οπτική γωνία, η αντίσταση δεν είναι ούτε μια αυθαίρετη πράξη ούτε μια σπλαχνική αντίδραση στις αδικίες της στιγμής. Αποκτά νόημα και εξουσία μόνο βασιζόμενη σε αυτές τις αιώνιες αρχές που υπερβαίνουν τις ιστορικές ενδεχομενικότητες.

Δίνοντας προτεραιότητα στον θεϊκό νόμο έναντι του ανθρώπινου διατάγματος του Κρέοντα, η Αντιγόνη γίνεται το αρχέτυπο αυτού του ιδανικού: η ανυπακοή της δεν είναι απλή ανυπακοή, αλλά μια επιβεβαίωση μιας ιερής τάξης που υπερβαίνει και κρίνει τις αξιώσεις της γήινης εξουσίας. Για τον Βένερ και τον Έβολα, η παράδοση δεν είναι επομένως ένα βάρος που μας συνδέει με το παρελθόν, αλλά μια απελευθερωτική δύναμη που κατευθύνει την εξέγερση προς έναν ανώτερο σκοπό, μετατρέποντάς την σε μια πράξη κοσμικής αποκατάστασης απέναντι στην τυραννία και το χάος.


Λέξεις που απελευθερώνουν

Ο Ντομινίκ Βενέρ αποδίδει κεντρικό ρόλο στις λέξεις στον αγώνα για εσωτερική ελευθερία και ατομική αυτονομία. Για αυτόν, δεν είναι απλώς εργαλεία επικοινωνίας, αλλά ισχυρά όπλα ικανά να σπάσουν τις αλυσίδες της καταπίεσης, είτε αυτές επιβάλλονται από εξωτερικές δομές είτε από την τυραννία των κυρίαρχων ιδεών. Κατά την άποψή του, οι καλά επιλεγμένες λέξεις, που λέγονται με πεποίθηση, έχουν τη δύναμη να αμφισβητήσουν την επιβαλλόμενη αφήγηση και να αποκαταστήσουν στα άτομα τον έλεγχο του δικού τους πεπρωμένου. Ο Βενέρ βρίσκει έμπνευση σε μορφές όπως ο Φρίντριχ Νίτσε, του οποίου η αιχμηρή και προκλητική πρόζα αποδομεί τις βεβαιότητες της συμβατικής ηθικής, και τον Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, του οποίου η λογοτεχνική μαρτυρία αποκάλυψε τα ψέματα του σοβιετικού ολοκληρωτισμού.

Για τον Βενέρ, αυτοί οι συγγραφείς ενσαρκώνουν την πράξη του αυτοπροσδιορισμού μέσω της γλώσσας, μια χειρονομία που όχι μόνο απελευθερώνει το άτομο από εξωτερικούς περιορισμούς, αλλά το εξυψώνει και πάνω από τη μετριότητα και τον κομφορμισμό της εποχής του. Οι λέξεις, με αυτή την έννοια, γίνονται μέσο ενεργού αντίστασης, εργαλείο για την ανάκτηση της κυριαρχίας επί της ίδιας της ύπαρξης απέναντι σε έναν κόσμο που επιδιώκει να το φιμώσει ή να το υποτάξει.

Στο βιβλίο του «Καβαλικεύοντας την Τίγρη», ο Julius Evola μοιράζεται αυτόν τον σεβασμό για τη δύναμη της γλώσσας, αν και την ενσωματώνει στο ευρύτερο όραμά του για πνευματική αυτονομία. Για τον Evola, ο σύγχρονος άνθρωπος ζει ανάμεσα σε ερείπια, περιτριγυρισμένος από έναν πολιτισμό που καταρρέει υπό το βάρος της χειραγώγησης, του υλισμού και της απώλειας νοήματος.

Σε αυτό το πλαίσιο, η γλώσσα και τα σύμβολα αναδύονται ως προμαχώνες αντίστασης, απαραίτητα εργαλεία για τον «διαφοροποιημένο άνθρωπο» για να διατηρήσει την ακεραιότητά του και την ακατανίκητη ουσία του. Ο Έβολα υποστηρίζει ότι η σύγχρονη χειραγώγηση -είτε μέσω προπαγάνδας, μαζικής κουλτούρας είτε μέσω της υποβάθμισης της σκέψης- λειτουργεί ακριβώς στερώντας από το άτομο την ικανότητά του να ονομάζει και να κατανοεί τον κόσμο για τον εαυτό του.

Ανακτώντας τη συνειδητή χρήση των λέξεων και των συμβόλων, ο άνθρωπος μπορεί να αντισταθεί σε αυτή τη διάλυση, διεκδικώντας την ανεξαρτησία του από τις δυνάμεις που προσπαθούν να τον υποβιβάσουν σε ένα παθητικό γρανάζι.

Στο όραμα του Έβολα, η γλώσσα όχι μόνο αντανακλά την πραγματικότητα, αλλά και τη διαμορφώνει: είναι μια δημιουργική πράξη που επιτρέπει στο άτομο να παραμένει ακλόνητο, σαν αναβάτης που δαμάζει το θηρίο του χάους, σε έναν κόσμο που βυθίζεται στη σύγχυση και την παρακμή. Έτσι, για τον Βενέρ και τον Έβολα, οι λέξεις υπερβαίνουν την πρακτική τους λειτουργία και γίνονται όχημα απελευθέρωσης, μέσο διεκδίκησης της θέλησης και της ταυτότητας απέναντι στην καταπίεση και την καταστροφή.


Πολέμησε χωρίς να παραδοθείς

Ο Ντομινίκ Βενέρ, με τη χαρακτηριστική του ένταση, διακηρύσσει ένα αξίωμα που συμπυκνώνει το όραμά του για την ύπαρξη: «Αντιμέτωπος με τις αποτυχίες, ποτέ μην αναρωτιέσαι αν ο αγώνας είναι άσκοπος». Με αυτά τα λόγια αντηχεί μια πολεμική ηθική που υπερβαίνει τους ρεαλιστικούς υπολογισμούς και απορρίπτει τις αμφιβολίες που παραλύουν το μυαλό.

Για τον Βενέρ, ο αγώνας δεν μετριέται από το άμεσο αποτέλεσμά του ούτε υποβάλλεται στην ψυχρή ανάλυση της χρησιμότητας. Η αξία του έγκειται στην ίδια την πράξη της αντίστασης, στην απόφαση να παραμείνει κανείς σταθερός απέναντι στις αντιξοότητες, όσο συντριπτικές κι αν φαίνονται.

Αυτή η στάση βρίσκει βαθιά απήχηση στο έργο του Julius Evola «Η Μεταφυσική του Πολέμου» , όπου η δράση αποκτά μια σχεδόν ιερή διάσταση. Για τον Evola, η μάχη -είτε σωματική, πνευματική είτε διανοητική- δεν δικαιολογείται από τη βεβαιότητα της νίκης, αλλά από την ικανότητά της να αντανακλά μια εγγενή αξιοπρέπεια, μια ευγένεια που εκδηλώνεται στην απόλυτη άρνηση υποταγής στις δυνάμεις της παρακμής ή του χάους.

Τόσο ο Βένερ όσο και ο Έβολα αναδεικνύουν την αντίσταση σε ένα σχέδιο που υπερβαίνει το ενδεχόμενο και το υλικό. Για αυτούς, η δράση δεν εξαρτάται από την υπόσχεση ενός απτού θριάμβου ή την έγκριση ενός κόσμου που, κατά την άποψή τους, έχει χάσει τον δρόμο του. Ο αγώνας, ακόμη και όταν φαίνεται καταδικασμένος σε αποτυχία από εξωτερική άποψη, γίνεται μια απόδειξη τιμής, μια χειρονομία που επιβεβαιώνει την ουσία του να είσαι απέναντι στον πειρασμό της συνθηκολόγησης.

Αυτή η αριστοκρατική προσέγγιση —με την έννοια της ανύψωσης της ψυχής πάνω από τα συνηθισμένα ζητήματα— διαποτίζει τα γραπτά τους με μια περιφρόνηση για την ωφελιμιστική νοοτροπία που κυριαρχεί στη νεωτερικότητα. Η παράδοση, για αυτούς, δεν είναι απλώς μια πρακτική ήττα, αλλά μια προδοσία των αρχών που δίνουν νόημα στην ύπαρξη. Έτσι, ο αγώνας χωρίς συνθηκολόγηση μετατρέπεται σε μια πράξη υπέρτατης επιβεβαίωσης: μια πρόκληση που εκτοξεύεται στο πεπρωμένο, μια διακήρυξη ότι η ανθρωπότητα, αντιστεκόμενη, διατηρεί την ανθρωπιά της και τη σύνδεσή της με κάτι αιώνιο, πέρα ​​από τις φευγαλέες σκιές της ιστορίας. Σε αυτό το ήθος, οι Venner και Evola βλέπουν την αντίσταση όχι ως μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, αλλά ως αυτοσκοπό, έναν τρόπο ζωής που ενσαρκώνει το μεγαλείο απέναντι στη μετριότητα και την παρακμή.


Η ιστορία ως ποίηση

Ο Ντομινίκ Βένερ αντιλαμβάνεται την ιστορία όχι ως μια απλή διαδοχή ψυχρών γεγονότων ή ένα σκονισμένο αρχείο γεμάτο πραγματικά δεδομένα, αλλά ως μια συγχώνευση «γνώσης και ποίησης». Για αυτόν, η ιστορία είναι μια ζωντανή τέχνη, μια αφήγηση που συνυφαίνει την αυστηρότητα της νοημοσύνης με την ομορφιά της φαντασίας, επιτρέποντας στην ανθρωπότητα να ανακαλύψει ξανά τη μνήμη αυτού που κάποτε υπήρχε και, έτσι, να δώσει νόημα στο χάος του παρόντος.

Σε αυτό το όραμα, το παρελθόν δεν είναι ένα νεκρό βάρος ή ένα απλό αρχείο γεγονότων. Είναι μια πηγή έμπνευσης, μια δεξαμενή εμπειριών και μαθημάτων που, κοιτάζοντας τα με ποιητικά μάτια, προσφέρουν στα άτομα και τις κοινότητες μια πυξίδα για να πλοηγηθούν στις καταιγίδες της εποχής τους. Ο Venner υποστηρίζει το «να πετάξουμε προς το παρελθόν» όχι με νοσταλγική ή αποδραστική έννοια, αλλά ως μια δημιουργική πράξη: αρπάζοντας τα φωτεινά θραύσματα της ιστορίας - τους ήρωές της, τους μύθους της, τις στιγμές μεγαλείου της - και προβάλλοντάς τα στο μέλλον σαν φάρους που φωτίζουν το μονοπάτι προς μια πληρέστερη, πιο συνειδητή ύπαρξη.

Ο Julius Evola, αν και λιγότερο ευαίσθητος στον λυρισμό του Venner, συμμερίζεται αυτόν τον σεβασμό για το παρελθόν, αλλά το προσεγγίζει από μια πιο μεταφυσική και μαχητική οπτική γωνία. Στο «Εξέγερση ενάντια στο Σύγχρονο Κόσμο», ο Evola δεν βλέπει την ιστορία ως ένα απλό χρονικό, αλλά ως ένα πεδίο μάχης όπου διεξάγεται μια αιώνια πάλη μεταξύ της Παράδοσης - πάντα με κεφαλαίο Π, νοούμενης ως κοσμικής και αιώνιας τάξης - και των δυνάμεων της παρακμής που διαβρώνουν αυτήν την τάξη.

Για αυτόν, οι αρχαίοι πολιτισμοί δεν είναι απλώς λείψανα ενός χαμένου χρόνου, αλλά ζωντανά μοντέλα πνευματικής αναγέννησης, παραδείγματα του πώς η ανθρωπότητα μπορεί να ευθυγραμμιστεί με υπερβατικές αρχές για να ξεπεράσει τη μετριότητα και την παρακμή της νεωτερικότητας. Αν και ο τόνος του είναι περισσότερο αναλυτικός παρά ποιητικός, η προσέγγισή του αντηχεί με την ιδέα του Βένερ για την εξαγωγή ζωτικής δύναμης από το παρελθόν: οι πολιτισμοί της αρχαιότητας, με τις ιεραρχικές δομές τους, τις ιερές αξίες και τη σύνδεσή τους με το αιώνιο, γίνονται καθρέφτες στους οποίους η σύγχρονη ανθρωπότητα μπορεί να δει τον εαυτό της και να ανακαλύψει ξανά τις δυνατότητές της για μεγαλείο.

Έτσι, ενώ ο Βένερ υφαίνει την ιστορία με ποιητικά νήματα για να εμπνεύσει, ο Έβολα την αναλύει με την ακρίβεια ενός πολεμιστή φιλοσόφου, αναζητώντας μέσα της τα κλειδιά για την πνευματική αποκατάσταση. Και οι δύο, με τον δικό τους τρόπο, συμφωνούν ότι το παρελθόν δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο: μια ισχυρή ηχώ που, αν ακουστεί προσεκτικά, φωτίζει το μέλλον και δίνει νόημα στον αγώνα του παρόντος.


Μια κληρονομιά ενάντια στην παρακμή

Συνοψίζοντας, οι Dominique Venner και Julius Evola διατυπώνουν μια πνευματική εξέγερση που στέκεται ως προπύργιο ενάντια στην επίθεση της νεωτερικότητας, αμφισβητώντας τα θεμέλιά της με μια δύναμη που υπερβαίνει το πολιτικό και το χρονικό. Αυτή η εξέγερση στηρίζεται σε τρεις θεμελιώδεις πυλώνες.

Πρώτον, μια κατηγορηματική απόρριψη του ιστορικού ντετερμινισμού -είτε πρόκειται για τον υλισμό του Μαρξ, την κυκλική μοιρολατρία του Σπένγκλερ, είτε για τον φιλελεύθερο θριαμβισμό του Φουκουγιάμα- που υποβιβάζει την ανθρωπότητα σε έναν ανίσχυρο θεατή ενός προκαθορισμένου σεναρίου. Αντ' αυτού, αυτοί οι στοχαστές προτείνουν ένα βολονταριστικό όραμα ύπαρξης, όπου το άτομο επιβεβαιώνει την ικανότητά του να διαμορφώνει το πεπρωμένο του μέσω πράξεων συνειδητής αντίστασης.

Δεύτερον, μια παθιασμένη δέσμευση στην παράδοση ως πηγή νομιμότητας: όχι ως τυφλή προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά ως ζωντανή σύνδεση με μια αιώνια τάξη που δίνει νόημα και κύρος στον αγώνα ενάντια στην αυθαιρεσία του παρόντος. Για τον Venner, αυτή η παράδοση εκφράζεται στην ποιητική μνήμη των λαών· για τον Evola, σε ένα κοσμικό πλαίσιο που συνδέει την ανθρωπότητα με το υπερβατικό.

Τρίτον, μια ακλόνητη υπεράσπιση της ανιδιοτελούς δράσης, μια ηθική του πολεμιστή που περιφρονεί τη σύγχρονη εμμονή με τη χρησιμότητα και την άμεση επιτυχία, και που βρίσκει την αξία της στην εγγενή αξιοπρέπεια της επαναστατικής χειρονομίας, ακόμη και όταν ο κόσμος την καταδικάζει σε φαινομενική αποτυχία.

Αντιμέτωποι με τις «μασκοφορεμένες τυραννίες» του παρόντος —αυτές τις ανεπαίσθητες μορφές καταπίεσης που κρύβονται πίσω από την πρόσοψη της προόδου, της κούφιας ισότητας ή του αναισθητικού καταναλωτισμού— το μήνυμα των Venner και Evola αντηχεί με αδυσώπητη σαφήνεια: η αληθινή ελευθερία δεν κερδίζεται μέσα από τις εφήμερες υποσχέσεις της νεωτερικότητας, ούτε μέσα από την υποταγή στα δόγματά της που μεταμφιέζονται σε απελευθέρωση. Αντιθέτως, γεννιέται από μια ακλόνητη πίστη στο αιώνιο, σε εκείνες τις διαχρονικές αρχές που υπερβαίνουν τις μόδες και τα ερείπια ενός κόσμου σε παρακμή.

Η κληρονομιά τους δεν είναι απλώς μια κριτική, αλλά ένα κάλεσμα για δράση, μια πρόκληση για την ανθρωπότητα να εξεγερθεί, να ανακτήσει την πνευματική της κυριαρχία και να επιβληθεί ως θεματοφύλακας μιας ανώτερης τάξης απέναντι στο διαρκώς αυξανόμενο κενό. Υπό αυτή την έννοια, οι Venner και Evola δεν διαγιγνώσκουν απλώς την κακουχία της εποχής τους: προσφέρουν ένα αντίδοτο, ένα όραμα της ανθρωπότητας ως επαναστατικής και δημιουργικής, ικανής να μετατρέψει τον αγώνα ενάντια στην παρακμή σε μια πράξη υπέρτατης επιβεβαίωσης.




Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Ο αντισιωνισμός του ιταλικού φασισμού

 




Η σχέση του ιταλικού φασισμού με τους Εβραίους και τον Σιωνισμό, έχει εδώ και καιρό διαστρεβλωθεί τόσο από τους παραδοσιακούς ιστορικούς όσο και από τους ιδεολογικούς αντιπάλους, οι οποίοι ευνοούν τις απλοϊκές αφηγήσεις περί ενός εκτεταμένου ρατσισμού ή φιλοσημιτισμού. Στην πραγματικότητα, ο πρώιμος φασισμός περιλάμβανε αξιοσημείωτα τους Ιταλούς Εβραίους: υπερεκπροσωπούνταν στο κίνημα σε σχέση με το μικρό τους μερίδιο στον πληθυσμό (περίπου 0,1%), αποτελώντας σχεδόν το 6% των ιδρυτών των Sansepolcrista το 1919 και το 21% των συμμετεχόντων στη συνάντηση της Μπολόνια το 1925. Ο αριθμός των εβραϊκών μελών στο Εθνικό Φασιστικό Κόμμα (PNF) ήταν δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερος από το δημογραφικό τους βάρος, και χιλιάδες εντάχθηκαν μεταξύ 1928 και 1933 σε ποσοστά συγκρίσιμα με εκείνα των μη Εβραίων. Εξέχοντες Εβραίοι φασίστες, όπως η Margherita Sarfatti, ο Gino Arias και άλλοι, κατείχαν θέσεις επιρροής. Το καθεστώς του Μουσολίνι πριν από το 1938 δεν έμοιαζε με το ναζιστικό μοντέλο. Η αντίθεση προς τους Εβραίους ήταν πρωτίστως πολιτική και πολιτιστική, επικεντρωμένη στον αντικομμουνισμό, τον αντιαστισμό, τον αντιδιεθνισμό και, πάνω απ' όλα, στην απόρριψη του Σιωνισμού ως δύναμης που προωθούσε μία διπλή πίστη και υπηρετούσε τον βρετανικό ιμπεριαλισμό.

Αυτό το πλαίσιο είναι απαραίτητο για την κατανόηση του φασιστικού αντισιωνισμού όχι ως ενός παράλογου μίσους, αλλά ως μιας συνεκτικής ρεαλπολιτικ που έχει τις ρίζες της στις μεσογειακές φιλοδοξίες και τις αντιιμπεριαλιστικές αρχές. Ακολουθεί μια πλήρης περιγραφή αυτής της θέσης, από τα πρώτα γραπτά του Μουσολίνι έως την έμπρακτη υποστήριξη της παλαιστινιακής αντίστασης - καταδεικνύοντας πώς η φασιστική Ιταλία έγινε το πρώτο ευρωπαϊκό κράτος που υποστήριξε ουσιαστικά τον αραβικό αγώνα ενάντια στη βρετανική εντολή και τον σιωνιστικό αποικισμό.


Η στάση του Μουσολίνι ενάντια στον βρετανικό ιμπεριαλισμό και τον σιωνιστικό αποικισμό στην Παλαιστίνη

Ο ιταλικός φασισμός υπό τον Μπενίτο Μουσολίνι σφυρηλάτησε μια σαφή και συνεπή αντισιωνιστική γραμμή από τα πρώτα χρόνια της εξουσίας του. Αυτή δεν ήταν ποτέ απλώς μια αφηρημένη ιδεολογία, αλλά μια συγκεκριμένη γεωπολιτική και αντιιμπεριαλιστική πολιτική που θεωρούσε τον Σιωνισμό ως βρετανικό εργαλείο για την κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο εις βάρος της Ιταλίας. Η φασιστική Ιταλία απέρριψε τη λογική της Διακήρυξης Μπάλφουρ, αντιτάχθηκε στις εντολές της Κοινωνίας των Εθνών και υποστήριξε ενεργά την αραβική αντίσταση στην Παλαιστίνη για να εμποδίσει την εβραϊκή μετανάστευση και το σιωνιστικό σχέδιο. Οι ενέργειες του καθεστώτος -ρητορικές, διπλωματικές και υλικές- κατέδειξαν την αλληλεγγύη του με τους Παλαιστίνιους Άραβες ενάντια σε αυτό που θεωρούσε εξωτερικά επιβεβλημένη αναστάτωση και δημογραφική χειραγώγηση στους Αγίους Τόπους.

Ο Μουσολίνι είχε θέσει αυτά τα θεμέλια ακόμη και πριν από την Πορεία προς τη Ρώμη. Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Il Popolo d'Italia στις 19 Οκτωβρίου 1920, αναφέρθηκε άμεσα στην « αντιπατριωτική θέση του Σιωνισμού», παρουσιάζοντάς τον ως μια δύναμη που υπονόμευε την εθνική αφοσίωση και εξυπηρετούσε ξένες δυνάμεις αντί για την γνήσια αυτοδιάθεση. Αυτή η κριτική εντάθηκε στο Κοινοβούλιο. Στην ομιλία του ενώπιον της Βουλής στις 21 Ιουνίου 1921, ο Μουσολίνι δήλωσε:

«Πρέπει να επιλέξουμε· η κυβέρνηση πρέπει να έχει τη δική της άποψη. Είτε επιλέγει την αγγλική σιωνιστική θέση, είτε επιλέγει αυτήν του Βενέδικτου ΙΕ΄... Τώρα, ενώ τα πολιτισμένα έθνη της Δύσης δεν έχουν τροποποιήσει το κοινό καθεστώς ελευθερίας για τις διαφορετικές θρησκευτικές ομολογίες, στην Παλαιστίνη έχει συμβεί το αντίθετο, κυρίως επειδή η διοίκηση αυτού του εμβρυϊκού κράτους έχει ανατεθεί στην πολιτική οργάνωση του Σιωνισμού.» (Μπενίτο Μουσολίνι, ομιλία στη Βουλή, 21 Ιουνίου 1921).

Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 7 Ιουλίου 1921, η Il Popolo d'Italia δημοσίευσε το άρθρο με τίτλο «Άραβες εναντίον Εβραίων στην Παλαιστίνη: Νέες Σφαγές». Το άρθρο παρουσίαζε τις ταραχές της Γιάφας ως άμεση συνέπεια της υποστηριζόμενης από τη Βρετανία σιωνιστικής εισβολής σε μια περιοχή όπου η ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ Αράβων, Χριστιανών και Εβραίων είχε επικρατήσει για αιώνες υπό την οθωμανική κυριαρχία. Έριχνε ολόκληρη την ευθύνη στην Αγγλία και αναγνώριζε τον Σιωνισμό ως όργανο του βρετανικού ιμπεριαλισμού που είχε διαταράξει την εύθραυστη ισορροπία στην περιοχή και είχε προκαλέσει αναπόφευκτη αραβική αντίσταση.

«Το αίμα που χύνεται αυτή τη στιγμή στην Παλαιστίνη είναι λάθος της Αγγλίας. Όπως επεσήμανε ο Μουσολίνι στο Κοινοβούλιο στην αντισιωνιστική του ομιλία, ο Σιωνισμός έχει γίνει όργανο του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Για πολλούς αιώνες, η Παλαιστίνη απολάμβανε ηρεμία. Άραβες, Χριστιανοί και Εβραίοι συνυπήρχαν ειρηνικά. Αλλά σήμερα, η Παλαιστίνη έχει γίνει το θέατρο αιματηρών μαχών. Μπορείτε να ευχαριστήσετε την «θαυμάσια» διπλωματία της Αντάντ γι' αυτό!» (Άραβες εναντίον Εβραίων στην Παλαιστίνη: Νέες Σφαγές , Il Popolo d'Italia, 7 Ιουλίου 1921)

Το 1922, ο Μουσολίνι επέκτεινε αυτήν την κριτική σε μια πλήρη απόρριψη ολόκληρου του συστήματος εντολών στο άρθρο του « Η Ιταλία και Ελευθερία για τη Συρία», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Il Popolo d'Italia στις 16 Ιουνίου 1922. Καταδίκασε τις αγγλογαλλικές εντολές ως «πραγματική κατάχρηση εξουσίας· πραγματική απάτη», που ακυρώθηκαν από την κατάρρευση της Συνθήκης των Σεβρών και παραβιάζουν τα όρια που επιβλήθηκαν από το Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών για την προσωρινή «βοήθεια και συμβουλές». Η Παλαιστίνη ορίστηκε ως το βρετανικό προπύργιο, κάτι που κατέστη δυνατό ακριβώς χάρη στον Σιωνισμό.

«Το σχέδιο της Γαλλίας είναι να μετατρέψει την ανατολική Μεσόγειο —με εξαίρεση την αγγλική παρένθεση της Παλαιστίνης, έστω και μέσω του Σιωνισμού, στον οποίο οι ίδιοι οι Εβραίοι αποικιοκράτες αντιτίθενται σθεναρά— σε μια σχεδόν εξ ολοκλήρου γαλλική θάλασσα.» ( Μπενίτο Μουσολίνι, Η Ιταλία και Ελευθερία για τη Συρία , Il Popolo d'Italia, 16 Ιουνίου 1922)

Ο Μουσολίνι προειδοποίησε ότι η επικύρωση αυτών των εντολών θα εξαπέλυε ατελείωτη αιματοχυσία, θα κατέστρεφε κάθε πιθανότητα επανέναρξης του ιταλικού εμπορίου στην περιοχή και θα επέκτεινε την αγγλογαλλική (και κατ' επέκταση, τη σιωνιστική) κυριαρχία εις βάρος της Ιταλίας. Αντιπαρέβαλε την εκπολιτιστική ικανότητα αραβικών εθνών όπως η Συρία -ενοποιημένων από τη φυλή και τη γλώσσα, πλούσιων σε σχολεία, πανεπιστήμια και επιχειρήσεις- με την υποβάθμισή τους σε αποικίες που κυβερνώνται από τον τρόμο υπό γαλλική και βρετανική κυριαρχία. Το μήνυμα ήταν σαφές: Η φασιστική Ιταλία δεν θα ήταν παθητικός συνεργός. Η υποστήριξη των εντολών θα ισοδυναμούσε με την έγκριση του Σιωνισμού ως εργαλείου του βρετανικού ιμπεριαλισμού στην Παλαιστίνη, βλάπτοντας τόσο τα ιταλικά συμφέροντα όσο και τη σταθερότητα της Μεσογείου. Το Φασιστικό Κόμμα και το Λαϊκό Κόμμα ενώθηκαν κατά της επικύρωσης, δίνοντας οδηγίες στους εκπροσώπους της Ιταλίας στην Κοινωνία των Εθνών.

Αυτή η πρώιμη αντίθεση είχε τις ρίζες της στα επαναστατικά αντιαποικιακά ένστικτα του ίδιου του φασισμού. Ο Σιωνισμός δεν θεωρούνταν ως μια θεμιτή εθνική επιδίωξη, αλλά ως ένα πολιτικό μέσο που παρείχε υπερβολική διοικητική εξουσία σε εβραϊκές οργανώσεις υπό βρετανικό έλεγχο, υπονομεύοντας έτσι τις θρησκευτικές ελευθερίες, την τοπική αυτονομία και τη φυσική τάξη της περιοχής. Η Ιταλία του Μουσολίνι παρουσίαζε σταθερά το παλαιστινιακό ζήτημα ως έναν αγώνα αντίστασης ενάντια στον επιβαλλόμενο αποικισμό, όπου τα αραβικά παράπονα κατά της εβραϊκής μετανάστευσης και της απαλλοτρίωσης γης ήταν θεμιτές αντιδράσεις στην ξένη παρέμβαση. Αυτή η πολιτική εντάθηκε τα επόμενα χρόνια. Το 1928, ο Μουσολίνι ασχολήθηκε άμεσα με τις επιπτώσεις του Σιωνισμού για τους Ιταλούς Εβραίους και την εθνική κυριαρχία:

«Υπάρχει εβραϊκό πρόβλημα και δεν περιορίζεται πλέον σε αυτή τη σκοτεινή σφαίρα» (Μπενίτο Μουσολίνι, Οι Σιωνιστές, Il Popolo di Roma, 16 Δεκεμβρίου 1928)

Αυτή η αναγνώριση ήταν μέρος μιας ευρύτερης κριτικής του φασισμού: ο Σιωνισμός καλλιεργούσε διπλή υποταγή και διεθνείς επιπλοκές που έρχονταν σε σύγκρουση με την εθνική κυριαρχία και τις περιφερειακές πραγματικότητες στην Παλαιστίνη. Υπήρχαν προηγούμενες προειδοποιήσεις από τον Μουσολίνι σχετικά με την «μη πατριωτική στάση του Σιωνισμού» και τους κινδύνους που έθετε ένα εβραϊκό κράτος στην αφοσίωση των Ιταλών Εβραίων στην πατρίδα τους. Η φασιστική Ιταλία διατήρησε μια σύντομη τακτική σχέση με ορισμένα αναθεωρητικά σιωνιστικά στοιχεία, ιδιαίτερα υπό την ηγεσία του Βλαντιμίρ Ζαμποτίνσκι. Αυτό περιελάμβανε τη βραχύβια φιλοξενία της Ναυτικής Ακαδημίας Μπέταρ στην Τσιβιταβέκια (1934–1937) και περιστασιακές δηλώσεις που φαινόταν να υποστηρίζουν τους σιωνιστικούς στόχους.

Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια συνομιλιών που σχετίζονται με αυτές τις επαφές, ο Μουσολίνι φέρεται να είπε σε μεσάζοντες:

«Πρέπει να δημιουργήσετε ένα εβραϊκό κράτος. Είμαι Σιωνιστής και το είπα στον Δρ. Βάιζμαν. Πρέπει να έχετε μια πραγματική χώρα, όχι αυτή την γελοία εθνική πατρίδα που σας έχουν προσφέρει οι Βρετανοί. Θα σας βοηθήσω να δημιουργήσετε ένα εβραϊκό κράτος» (Μπενίτο Μουσολίνι, όπως αναφέρεται στο πλαίσιο συναντήσεων με Σιωνιστικές προσωπικότητες, περίπου το 1934–1935)

Και αργότερα, το 1943, κατά τη διάρκεια της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας, όταν ο Μουσολίνι κυβέρνησε υπό ισχυρή γερμανική επιρροή μετά τη διάσωσή του από τη φυλακή, φέρεται να δήλωσε:

«Είμαι Σιωνιστής. Πάντα ήμουν Σιωνιστής» (Μπενίτο Μουσολίνι, όπως αναφέρεται από τον Λουίτζι Πρέτι)

Ωστόσο, αυτές οι δηλώσεις πρέπει να γίνουν κατανοητές στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο της Φασιστικής Ιταλίας και όχι να εκληφθούν κυριολεκτικά ως απόδειξη μιας ειλικρινούς δέσμευσης στο σιωνιστικό σχέδιο. Η περιστασιακή τακτική εμπλοκή του καθεστώτος με σιωνιστικές οργανώσεις καθοδηγούνταν κυρίως από την επιθυμία υπονόμευσης της βρετανικής εξουσίας στην Παλαιστίνη κατά τη διάρκεια περιόδων έντασης μεταξύ σιωνιστικών παρατάξεων και της βρετανικής εντολής, ενώ η Ιταλία συνέχιζε ταυτόχρονα να εκφράζει την υποστήριξή της σε μορφές αραβικής αυτονομίας που αντιτίθεντο στην κυριαρχία της Αντάντ. Ακόμη και μεταξύ των Εβραίων Φασιστών που ήταν πιστοί στο καθεστώς, ο αντισιωνισμός ήταν συχνά έντονος. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Ettore Ovazza, ένας ένθερμος Εβραίος Φασίστας και ιδρυτής του περιοδικού La Nostra Bandiera («Η Σημαία μας»), μιας έκδοσης αφιερωμένης στην υπεράσπιση του φασισμού, ενώ παράλληλα επιτίθετο στον σιωνισμό ως ασυμβίβαστο με την ιταλική εθνική αφοσίωση. Το μεταγενέστερο έργο του Ovazza, Sionismo Bifronte , απεικόνισε επίσης τον σιωνισμό ως πολιτικά υποκριτικό και ανατρεπτικό και όχι ως ένα νόμιμο εθνικό κίνημα. Η ύπαρξη ανοιχτά αντισιωνιστών Εβραίων φασιστών υπογραμμίζει πώς η αντίθεση στον Σιωνισμό εντός της Φασιστικής Ιταλίας συνδεόταν όχι μόνο με τη φυλετική πολιτική, αλλά και με την αντίληψη του καθεστώτος για εθνική ενότητα, την αντιβρετανική γεωπολιτική και την εχθρότητα προς τις υπερεθνικές πολιτικές νομιμότητες.

«Το σιωνιστικό χαρτί είχε χάσει την αξία του στα μάτια των φασιστών: η συμμαχία με τη Γερμανία, μια φιλοαραβική πολιτική και μια μεσογειακή συμφωνία με την Αγγλία είχαν αλλάξει την άποψη του Palazzo Chigi για την Παλαιστίνη. Οι προσπάθειες εκείνων των Εβραίων που, διαισθανόμενοι την καταιγίδα που έσφυζε από πάνω τους, προσπάθησαν να την αποτρέψουν προσπαθώντας να πείσουν σημαντικούς ηγέτες των Φασιστών ότι η Ιταλία θα μπορούσε επιτέλους να αντικαταστήσει τη Μεγάλη Βρετανία στην Εντολή για την Παλαιστίνη, δεν απέδωσαν καρπούς» (Renzo De Felice, Οι Εβραίοι στη Φασιστική Ιταλία: Μια Ιστορία)

Σε αυτό το πλαίσιο, τα σχόλια του Μουσολίνι, τα οποία φάνηκαν ευνοϊκά για τον Σιωνισμό, προέρχονταν περισσότερο από εργαλειακούς και στρατηγικούς υπολογισμούς παρά από ιδεολογική υποστήριξη. Οι περιορισμένες επαφές του καθεστώτος με τις σιωνιστικές οργανώσεις αφορούσαν λιγότερο την υποστήριξη του ίδιου του σιωνιστικού έργου και περισσότερο την εκμετάλλευση των διαιρέσεων εντός της βρετανικής αυτοκρατορικής σφαίρας για την απόκτηση γεωπολιτικού πλεονεκτήματος για την Ιταλία. Αυτά τα σχόλια ήταν αυστηρά εργαλειακά και συνδέονταν με τον στόχο του καθεστώτος να ενθαρρύνει τη μετανάστευση ή την απέλαση Εβραίων από την Ιταλία. Αυτές οι περιορισμένες επαφές χρησίμευσαν ως ένα ρεαλιστικό μέσο για τη διευκόλυνση της αναχώρησης των Εβραίων από τη χερσόνησο, ενώ παράλληλα εν δυνάμει τοποθετούσαν φιλοϊταλικά στοιχεία στην Παλαιστίνη για να υπονομεύσουν τον βρετανικό έλεγχο. Δεν αντανακλούσαν γνήσια υποστήριξη για το κυρίαρχο σιωνιστικό έργο υπό τη βρετανική εντολή, ούτε άλλαξαν τη θεμελιώδη αντίθεση του καθεστώτος στην σιωνιστική εγκατάσταση στους Αγίους Τόπους.

Αυτή η πολιτική δεν παρέμεινε απλώς ρητορική. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ιδιαίτερα μετά την επιδείνωση των εντάσεων με τη Μεγάλη Βρετανία από την αιθιοπική εκστρατεία, η φασιστική Ιταλία προχώρησε σε μια συγκεκριμένη αλληλεγγύη προς την Παλαιστινιακή Αραβική Εξέγερση του 1936-1939. Όπως έχει επισημάνει ο ιστορικός Στέφανο Φαμπέι:

«Πρέπει να ειπωθεί ότι η (φασιστική) Ιταλία ήταν το πρώτο ευρωπαϊκό κράτος που υποστήριξε έμπρακτα τον αγώνα απελευθέρωσης του παλαιστινιακού λαού ενάντια στη βρετανική εντολή και το σιωνιστικό σχέδιο στους Αγίους Τόπους... Η φασιστική Ιταλία υποστήριξε την παλαιστινιακή αντίσταση... Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της διεθνιστικής αριστεράς, η οποία ισχυρίζεται ότι ήταν η πρώτη που υποστήριξε την παλαιστινιακή υπόθεση». (Στέφανο Φαμπέι, Μουσολίνι και η παλαιστινιακή αντίσταση)

Αυτή η υποστήριξη περιελάμβανε διπλωματικά ανοίγματα προς τους Ιρακινούς εθνικιστές, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής για την ενίσχυση των αραβικών δυνάμεων που αντιτίθεντο στον βρετανικό ιμπεριαλισμό και τον σιωνιστικό αποικισμό σε όλη την περιοχή. Μεταξύ 10 Σεπτεμβρίου 1936 και 15 Ιουνίου 1938, η Ιταλία πλήρωσε περίπου 138.000 λίρες στον Μεγάλο Μουφτή της Ιερουσαλήμ, Χατζ Αμίν αλ-Χουσεϊνί, ηγέτη της εξέγερσης κατά των βρετανικών δυνάμεων και της εβραϊκής μετανάστευσης. Αυτό ήταν ένα σημαντικό ποσό, το οποίο αποφασίστηκε προσωπικά από τον Μουσολίνι μετά τον πόλεμο της Αιθιοπίας.

«Μεταξύ 10 Σεπτεμβρίου 1936 και 15 Ιουνίου 1938, η φασιστική Ιταλία κατέβαλε στον Μεγάλο Μουφτή της Ιερουσαλήμ, ο οποίος ηγούνταν της παλαιστινιακής εξέγερσης κατά των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων και της εβραϊκής μετανάστευσης, περίπου 138.000 λίρες, ένα σημαντικό ποσό για την εποχή. Αυτή η οικονομική συνεισφορά αποφασίστηκε από τον Μουσολίνι μετά τον πόλεμο στην Αιθιοπία, όχι μόνο «λόγω της στάσης της Ιταλίας απέναντι στον αραβικό εθνικισμό αλλά και λόγω της αντίθεσης προς τους Βρετανούς», αλλά και ως φόρο τιμής στις αντιαποικιακές θέσεις του επαναστάτη σοσιαλιστή Μουσολίνι και του πρώιμου φασισμού. Εκτός από τα χρήματα, το Υπουργείο Εξωτερικών αποφάσισε να στείλει στους Παλαιστίνιους μουτζαχεντίν μια μεγάλη αποστολή όπλων και πυρομαχικών, που αρχικά προορίζονταν για τους Νεγκούς, αλλά αγοράστηκαν στο Βέλγιο μέσω της SIM (Société Immobilière de la République). Αυτό το υλικό, που αποθηκεύτηκε για σχεδόν δύο χρόνια στον Τάραντα, υποτίθεται ότι θα έφτανε στους Παλαιστίνιους μέσω Σαουδαράβων που συμμετείχαν στην πρώτη μεγάλη Ιντιφάντα με στόχο την ανατροπή του Χασεμιτικού Βασιλείου της Υπεριορδανίας, τον τερματισμό του βρετανικού προτεκτοράτου, την αποτροπή της άφιξης περισσότερων Εβραίων και την ματαίωση του σιωνιστικού σχεδίου στους Αγίους Τόπους». ( Stefano Fabei, Mussolini e la resistenza palesinese)

Το 1937, οι προσπάθειες εντάθηκαν για την ολοκλήρωση των παραδόσεων όπλων, με λεπτομερή σχεδιασμό για τη μεταφορά βελγικής κατασκευής όπλων σε Παλαιστίνιους μαχητές μέσω της Σαουδικής Αραβίας. Αυτοί οι διπλωματικοί και υλικοτεχνικοί δεσμοί επεκτάθηκαν σε ιρακινά κανάλια, όπου η Ιταλία καλλιέργησε σχέσεις με αντιβρετανούς Άραβες εθνικιστές για να ενισχύσει την πίεση κατά της Εντολής και του Σιωνιστικού οικισμού. Τα όπλα και η χρηματοδότηση, που στόχευαν ρητά στον τερματισμό του βρετανικού προτεκτοράτου, στην ανάσχεση της περαιτέρω εβραϊκής μετανάστευσης και στον πλήρη αποκλεισμό του σιωνιστικού έργου, αποτελούσαν μια σκόπιμη αντισιωνιστική ενέργεια. Η φασιστική Ιταλία επιδίωξε να ανταγωνιστεί τη γερμανική δραστηριότητα μεταξύ των Αράβων εθνικιστών, αναβιώνοντας ταυτόχρονα τις δικές της ρεαλιστικές αντιιμπεριαλιστικές αρχές. Οι μυστικές επαφές με τον Μουφτή και η απτή οικονομική και υλικοτεχνική υποστήριξη αντιπροσώπευαν την πιο συγκεκριμένη μορφή ιταλικής εμπλοκής στην αποσταθεροποίηση του βρετανικού ελέγχου μέσω της παλαιστινιακής εξέγερσης. Αυτή ήταν μια συνεπής επέκταση της θέσης της δεκαετίας του 1920: το καθεστώς του Μουσολίνι έδρασε για να υπερασπιστεί την αραβική αυτονομία και να αποτρέψει την εδραίωση μιας υποστηριζόμενης από τη Βρετανία σιωνιστικής οντότητας στην Παλαιστίνη.

«Το αραβικό κίνημα στην Παλαιστίνη είναι νόμιμο· η φασιστική Ιταλία αναγνωρίζει το δικαίωμά του να αντισταθεί στον σιωνιστικό αποικισμό και τη βρετανική κυριαρχία» (Μπενίτο Μουσολίνι, παρατίθεται στο «Φασιστική Ιταλία και η Μέση Ανατολή» του Ν. Αριέλι)


Συμπεράσματα

Ο αντισιωνισμός του ιταλικού φασισμού δεν ήταν επομένως ούτε τυχαίος ούτε αντιφατικός, αλλά συνεπής, εξελισσόμενος και τελικά προσανατολισμένος στη δράση. Από τα πρώτα γραπτά του Μουσολίνι στο Il Popolo d'Italia μέχρι τις διπλωματικές και στρατιωτικές πρωτοβουλίες των τελών της δεκαετίας του 1930, το καθεστώς ερμήνευε με συνέπεια το παλαιστινιακό ζήτημα μέσα από το πρίσμα της μεσογειακής γεωπολιτικής, της αντιβρετανικής στρατηγικής και της εχθρότητας απέναντι στην αποικιακή αναδιάρθρωση που επιβλήθηκε στη Μέση Ανατολή. Ο σιωνισμός δεν θεωρούνταν ως γνήσια έκφραση εθνικής αυτοδιάθεσης συγκρίσιμη με τα ευρωπαϊκά εθνικά κινήματα, αλλά ως πολιτικό όργανο που λειτουργούσε υπό βρετανική αυτοκρατορική προστασία και απειλούσε τόσο την αραβική αυτονομία όσο και την ιταλική επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτό εξηγεί το φαινομενικό παράδοξο των περιστασιακών δηλώσεων του Μουσολίνι που φαινόταν ευνοϊκές για τον Σιωνισμό, δεδομένου ότι η Φασιστική Ιταλία χρηματοδοτούσε και εξόπλιζε ταυτόχρονα την παλαιστινιακή αντίσταση ενάντια στον σιωνιστικό αποικισμό και τη βρετανική κυριαρχία. Οι σύντομες, τακτικές επαφές του καθεστώτος με αναθεωρητικά σιωνιστικά στοιχεία δεν κατέληξαν ποτέ σε ιδεολογική υποστήριξη για το ευρύτερο σιωνιστικό σχέδιο. Αντίθετα, αντανακλούσαν μια ρεαλιστική προσπάθεια αξιοποίησης των διαιρέσεων εντός της βρετανικής αυτοκρατορικής σφαίρας, ενθάρρυνσης της εβραϊκής μετανάστευσης από την Ιταλία και ενδεχομένως καλλιέργειας αντιβρετανικών συναισθημάτων εντός της ίδιας της Παλαιστίνης. Ακόμη και μεταξύ αφοσιωμένων Εβραίων Φασιστών όπως ο Ettore Ovazza, ο αντισιωνισμός παρέμεινε έντονος, ριζωμένος στην πεποίθηση ότι ο Σιωνισμός καλλιεργούσε υπερεθνικές αφοσιώσεις ασύμβατες με τη φασιστική αντίληψη της εθνικής ενότητας και της κρατικής κυριαρχίας.

Η συνολική πορεία της φασιστικής πολιτικής παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ο ιταλικός φασισμός απέρριψε τις πολιτικές «εντολών» της Κοινωνίας των Εθνών, καταγγέλλοντάς τες ως δόλιους μηχανισμούς της αγγλογαλλικής κυριαρχίας, καταδίκασε τον σιωνιστικό αποικισμό ως αποσταθεροποιητική αποικιακή εισβολή και παρουσίασε ανοιχτά την αραβική αντίσταση ως νόμιμη αντίθεση στην ξένη δημογραφική μηχανική στους Αγίους Τόπους. Αυτή η θέση πήγε πέρα ​​από τη ρητορική και μεταφράστηκε σε άμεση υλική υποστήριξη για την παλαιστινιακή εξέγερση του 1936-1939, μέσω χρηματοδότησης, διπλωματικού συντονισμού και προσπαθειών προμήθειας όπλων με στόχο την ανάσχεση της περαιτέρω εβραϊκής μετανάστευσης και την αποδυνάμωση του βρετανικού ελέγχου στην Παλαιστίνη. Υπό αυτή την έννοια, η φασιστική Ιταλία, και αργότερα η ναζιστική Γερμανία, ήταν τα πρώτα ευρωπαϊκά κράτη που υποστήριξαν ουσιαστικά τον παλαιστινιακό εθνικό αγώνα ενάντια στη βρετανική εντολή και το σιωνιστικό σχέδιο.

Ιστορικά αρχεία που ανακατασκευάστηκαν από τις ομιλίες του Μουσολίνι, τον φασιστικό τύπο, τις διπλωματικές πρωτοβουλίες και το αρχειακό έργο των ιστορικών αποκαλύπτουν ένα καθεστώς του οποίου ο αντισιωνισμός δεν μπορεί να αναχθεί σε απλές αναφορές παράλογης φυλετικής εχθρότητας. Αντίθετα, προήλθε από μια συγχώνευση αντιιμπεριαλιστικού πραγματισμού, στρατηγικών μεσογειακών συμφερόντων, εθνικισμού και αλληλεγγύης με τα αραβικά κινήματα που αντιστέκονταν στην αγγλο-γαλλική κυριαρχία. Όποιες και αν ήταν οι τακτικές ασάφειες που εμφανίζονταν κατά καιρούς σε διπλωματικούς ελιγμούς, ο συνεπής προσανατολισμός της φασιστικής πολιτικής παρέμεινε η αντίθεση στην εδραίωση ενός σιωνιστικού κράτους στην Παλαιστίνη, το οποίο υποστηριζόταν από τη Βρετανία, και η συνεργασία με άλλες δυνάμεις που επιδίωκαν να αποτρέψουν την εγκαθίδρυσή του.



Κυριακή 10 Μαΐου 2026

9η Μαΐου: νίκησε η Ελλάδα και η Ευρώπη;

 





Η επέτειος της 9ης Μαΐου δεν σημαίνει σε καμία των περιπτώσεων νίκη της Ελλάδος και της Ευρώπης ούτε αιτία πανηγυρισμών και χειροκροτημάτων τόσο στη Πατρίδα μας όσο και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η 9η Μαΐου είναι η νίκη του αντιφασισμού και η έναρξη της σκλαβιάς της Ευρώπης. Είναι η επικράτηση των τραπεζών, των πολυεθνικών, του κεφαλαίου, του δολαρίου, του Αμερικανισμού είς βάρος της Εθνικής Ιδέας. Είναι η επικράτηση του βάρβαρου και δολοφονικού κομμουνισμού έναντι των Ιδεών και των Αξιών του Ελληνικού και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Την 9η Μαΐου κατακρημνίστηκε η Ιδεά του Έθνους, της Πατρίδας, της Κοινότητας για χάρη της Παγκοσμιοποιήσης.  Την 9η Μαΐου κατακρημνίστηκε η Ευρώπη για χάρη των εξωευρωπαϊκών δυνάμεων της Δύσης και της Ανατολής. Από τις 9 Μαΐου 1945 ξεκινάει μία φρικτή σκλαβιά των ευρωπαϊκών εθνών που τα οδηγεί σταδιακά στον αφανισμό. 

Και μέσα σε αυτό το καταστροφικό πάζλ ποιά είναι η θέση της Ελλάδος; Η Ελλάδα ανήκει και αυτή στην ομάδα των ηττημένων. Η Ελλάδα είδε τους πρώην «Συμμάχους» της να απαγχονίζουν τους Κύπριους αγωνιστές της ΕΟΚΑ λίγα χρόνια μετά. Είδε τα σύνορα της αντί να μεγαλώνουν να μικραίνουν αφήνοντας τη Βόρεια Ήπειρο έξω από τον εθνικό κόρμο και κερδίζοντας τα Δωδεκάνησα από σπόντα, παρά τους τόνους αίματος που έχυσε για τον σκοπό των «Συμμάχων» της. Κυρίως όμως είδε το έθνος της να οδεύει προς την παρακμή μέσω της αντικατάστασης του από μάζες του Τρίτου Κόσμου και της οικονομικής υποταγής του στους διεθνείς τοκογλύφους της γνωστής καταγωγής. Η Ελλάδα δεν νίκησε στις 9 Μαΐου αφού όλα όσα γέννησε ο Ελληνικός Πολιτισμός και το Ελληνικό Πνεύμα και χάρισε απλόχερα στην Ευρώπη αντιστράφηκαν για να επικρατήσει το Χάος, η Ισοπέδωση και η Διάλυση. Ηττήθηκε ο Πολιτισμός για να κερδίσει το Χρήμα, η Ύλη και ο Μηδενισμός. 

Την 9η Μαΐου δεν την γιορτάζουν οι Εθνικιστές και οι Εθνικοσοσιαλιστές, την γιορτάζουν οι οπαδοί της Παγκοσμιοποίησης, οι διεθνιστές, οι καπιταλιστές - πλουτοκράτες, οι Γιάνκηδες και οι νεομπολσεβίκοι της Μόσχας! Τιμή και Δόξα στους τελευταίους υπερασπιστές του Βερολίνου!