Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Pierre Drieu la Rochelle: Σημειώσεις για την Γερμανία

 






«Έμεινα κατάπληκτος από την πολιτική ανικανότητα που επέδειξαν οι Γερμανοί το 1939, το 1940 και το 1941, μετά τις νίκες τους. Τότε ήταν που, με τα πολιτικά τους σφάλματα, σφράγισαν τις μελλοντικές τους στρατιωτικές αποτυχίες.

Αυτά τα σφάλματα φαντάζουν ακόμη μεγαλύτερα από εκείνα που διέπραξαν οι Γάλλοι την εποχή του Ναπολέοντα· κάτι τέτοιο ήταν αναπόφευκτο, απλώς και μόνο επειδή οι Γερμανοί απέτυχαν να διδαχθούν από τη γαλλική περιπέτεια.

Μήπως θα έπρεπε να διακρίνουμε μια γενική «φασιστική» ανικανότητα πίσω από τη γερμανική ανικανότητα; Ή μήπως υπάρχει κάτι το ειδικό σε αυτήν; Εν τέλει, και οι δύο εξηγήσεις ευσταθούν.

Το παράλογο δόγμα που ακολούθησε ο Χίτλερ ήταν: «Πρώτα θα διεξαγάγω και θα κερδίσω τον πόλεμο· μετά θα διευθετήσω την εσωτερική πολιτική της Ευρώπης». Αυτό το δόγμα ερχόταν σε αντίθεση με όλα τα διδάγματα της ιστορίας και με όλες τις αρχές που είχαν θεσπίσει οι κορυφαίοι πολιτικοί άνδρες —ιδίως οι Γερμανοί, ο Φρειδερίκος και ο Μπίσμαρκ. Ο Κλαούζεβιτς είχε δηλώσει: «Ο πόλεμος είναι απλώς προέκταση της πολιτικής».

Αν όμως δεχτεί κανείς για μια στιγμή το δόγμα του Χίτλερ, τότε θα διαπιστώσει ότι ο Γερμανός δικτάτορας ξεκίνησε διαπράττοντας στρατιωτικά σφάλματα.

1. Γιατί περίμενε έξι μήνες ανάμεσα στην πολωνική εκστρατεία και τη γαλλική εκστρατεία;

2. Γιατί έχασε άλλους δέκα μήνες μετά τη γαλλική εκστρατεία;

3. Γιατί, κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1940–41, περιορίστηκε στην αεροπορική επίθεση κατά της Αγγλίας —η οποία είχε αποτύχει ήδη από τον Σεπτέμβριο— αντί να πλήξει τη Βρετανική Αυτοκρατορία στο πραγματικά ευάλωτο σημείο της: το Γιβραλτάρ;

Ήδη από τον Ιούνιο του 1940, το σχέδιο προέβλεπε τη διέλευση μέσα από την Ισπανία —είτε οικειοθελώς είτε διά της βίας—, την καταστροφή της ναυτικής βάσης του Γιβραλτάρ (κάτι εύκολο), τον έλεγχο του πλέον άχρηστου φρουρίου, την κατάληψη της Ταγγέρης και τον αποκλεισμό της Μεσογείου.

Η ανακωχή με τον Πετέν υπήρξε καταστροφική για τους Γερμανούς. Αν οι Γάλλοι είχαν ακολουθήσει την πολιτική του Ρεϊνό και είχαν συνεχίσει τον πόλεμο στην Αφρική, θα είχαν αναγκάσει τους Γερμανούς να προβούν ακριβώς στις ενέργειες που απαιτούνταν για τη νίκη στον πόλεμο. Ως κύριος του Στενού του Γιβραλτάρ, ο Χίτλερ θα είχε καταστήσει τη Μάλτα —καθώς και τις ιταλικές ανοησίες στα Βαλκάνια— άνευ σημασίας, εξασφαλίζοντας παράλληλα τα μέσα για την άμεση και με χαμηλό κόστος έναρξη της εκστρατείας στην Αίγυπτο. Αντί για τον βομβαρδισμό του Λονδίνου, ο στόχος θα έπρεπε να ήταν η κατάληψη του Καΐρου, της Αλεξάνδρειας και του Σουέζ πριν από την άνοιξη του 1941. Αυτό θα σήμαινε τη διασφάλιση της ειρήνης στα Βαλκάνια και την αποφυγή των εξουθενωτικών κατοχών της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας.

Αυτά τα στρατιωτικά σφάλματα μπορούν να εξηγηθούν από την παντελή έλλειψη φαντασίας που επέδειξε ο Χίτλερ εκτός Γερμανίας. Ήταν απλώς ένας Γερμανός πολιτικός, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της Γερμανίας· εκεί υπήρξε ιδιοφυΐα, αλλά μόνο εκεί. Στερούμενος πολιτικής κουλτούρας, τυπικής μόρφωσης ή παραδοσιακού υποβάθρου, και χωρίς να έχει ταξιδέψει ποτέ —ενώ παράλληλα έτρεφε την ξενοφοβία που συναντάται συχνά σε δημαγωγούς οι οποίοι αναδύονται από τα λαϊκά στρώματα— κλονίστηκε τη στιγμή που έπρεπε να επεκτείνει τη στρατηγική του και την πολιτική του πέρα ​​από τα σύνορα της χώρας του. Ολόκληρο το όραμά του και όλες του οι ικανότητες εστιάζονταν στη νίκη στον πόλεμο του 1914, αλλά υπό τις συνθήκες του 1914. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τελειοποιήσει τη γερμανική πολεμική μηχανή με βάση τις παραμέτρους του 1914· δεν προέβλεψε ούτε κατανόησε τις συνθήκες του 1940. Μάλιστα, ακόμη και αυτή η διαπίστωση είναι μάλλον επιεικής, διότι, αν και δεν υποτίμησε πλήρως την πρόοδο της Ρωσίας, απέτυχε παταγωδώς να λάβει υπόψη τα δείγματα ισχύος που η Αμερική είχε ήδη επιδείξει το 1918.

Αντιλήφθηκε τη σημασία των αρμάτων μάχης και της αεροπορίας, αλλά σε ανεπαρκή βαθμό σε σύγκριση με την βιομηχανική υπεροχή της Αμερικής και της Ρωσίας. Παραμέλησε το πυροβολικό, γεγονός που αποτελούσε οπισθοδρόμηση σε σχέση με την περίοδο 1916-1918. Αυτό για το οποίο θα έπρεπε κανείς να ασκήσει λιγότερη κριτική εναντίον του είναι η υποτίμηση του υποβρύχιου κλάδου, παρόλο που το δίδαγμα του 1918 ήταν ήδη σαφές· όμως, εκεί, οι Αγγλοσάξονες επέδειξαν την ναυτική τους ιδιοφυΐα με τρόπο που ένας κάτοικος της ηπειρωτικής χώρας αδυνατεί να συλλάβει πλήρως.

Το πολιτικό σφάλμα του Χίτλερ ήταν πιο ολοκληρωτικό και πιο καταστροφικό από το στρατιωτικό του σφάλμα· ούτε για μια στιγμή δεν έδειξε την παραμικρή ένδειξη κατανόησης του ζητήματος. Ως προς αυτό, παρέμεινε αυστηρά προσκολλημένος σε αντιλήψεις της περιόδου πριν από το 1914: στη χρήση της ισχύος —λίγο-πολύ καλυμμένης από τη διπλωματία—, στο αμιγώς εθνικό «κρατικό συμφέρον» (raison d’état) και στην πολιτική των ανακτόρων και της καγκελαρίας. Επέδειξε ακόμη λιγότερη αίσθηση της Ευρώπης σε σύγκριση με παλαιούς αριστοκράτες όπως ο Μπίσμαρκ και ο Γουλιέλμος Β΄ των Χοεντσόλερν· εκείνοι δεν είχαν λησμονήσει την παράδοση της αλληλεγγύης μεταξύ δυναστειών, αυλών και ευγενών, ούτε τον σεβασμό προς ένα ορισμένο πνευματικό και ηθικό status quo.

Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος γνώριζε πώς να χειραγωγεί τις μάζες στη χώρα του και πώς να διατηρεί επαφή με τον λαό, δεν σκέφτηκε ποτέ —ούτε για μια στιγμή— σοβαρά την ανάγκη εφαρμογής των μεθόδων της γερμανικής πολιτικής στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν κατανόησε ότι, στην Ευρώπη, όφειλε να ασκήσει εσωτερική πολιτική αντί για εξωτερική πολιτική. Ο καθοριστικός λόγος δεν θα ανήκε πλέον στους διευθυντές τμημάτων της Wilhelmstrasse, στους πρεσβευτές ή σε έναν μηχανισμό προπαγάνδας —τύπο και ραδιόφωνο— που απλώς αναπαρήγαγε διπλωματικά ανακοινωθέντα· θα άνηκε, αντιθέτως, σε πολιτικούς παράγοντες ικανούς να κερδίσουν τις ευρωπαϊκές μάζες, επιστρατεύοντας τις ίδιες άμεσες και υπομονετικές μεθόδους κοινωνικής πειθούς που είχαν αποδώσει καρπούς στη Γερμανία και θα μπορούσαν να είχαν πετύχει και αλλού.

Αυτό που έλειπε από τον Χίτλερ ήταν το θάρρος να ακολουθήσει μια πραγματική πολιτική διείσδυσης. Όταν εισέβαλε με τα στρατεύματά του στην Πολωνία, τη Γαλλία ή αλλού, δεν σκέφτηκε να εδραιώσει εκεί ένα προγεφύρωμα αξιοποιώντας τις κοινωνικές και πολιτικές μεθόδους της εσωτερικής του πολιτικής. Απλώς κατέκλυσε τις κατεχόμενες χώρες με στρατιώτες και αστυνομικούς, ακριβώς όπως γινόταν τον παλιό καλό καιρό. Ωστόσο, εκείνες τις παλιές εποχές, οι κατεχόμενοι λαοί δεν προέβαλαν καμία αντίσταση, καθώς δεν φοβούνταν την πραγματική κατάκτηση, ούτε είχε ακόμη αναδυθεί η ισχυρή έννοια του υπόγειου και παράνομου πολιτικού αγώνα — την οποία τελειοποίησε η Ρωσία, παρέχοντας το σχετικό πρότυπο στην Ευρώπη. Ήταν απαραίτητο να υιοθετηθούν πολιτικά και κοινωνικά μέτρα που θα δημιουργούσαν μια απτή αλληλεγγύη ανάμεσα στις κατεχόμενες χώρες και τις δυνάμειις κατοχής. Ήταν απαραίτητο να:

1. Να παραμεριστεί ολόκληρος ο μηχανισμός των αρχαίων κατακτητικών πολέμων — όλα όσα σηματοδοτούσαν τη νίκη της μιας πλευράς και την ήττα της άλλης· εν ολίγοις, όχι γερμανικές σημαίες, όχι αλλαγή φρουράς, αλλά απελευθέρωση των αιχμαλώτων και διατήρηση των εθνικών σημαιών καθώς και μιας ελάχιστης εθνικής στρατιωτικής δύναμης.

2. Δρομολόγηση δημοψηφισμάτων για την επικύρωση συνθηκών ειρήνης —αλλά ως συμφωνιών μεταξύ λαών— με βάση την αρχή της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας και της ηπειρωτικής άμυνας απέναντι σε διάφορους εισβολείς και εκκεντρικούς.

3. Κατάργηση των τελωνειακών συνόρων, αποχή από κάθε καπιταλιστική ή χρηματοοικονομική ατασθαλία κ.λπ.

4. Καμία επιχείρηση εδαφικής κατάκτησης. Οποιοδήποτε ρίσκο αναλαμβανόταν σε αυτόν τον τομέα —και οτιδήποτε θυσιαζόταν— θα κερδιζόταν πίσω εκατονταπλάσιο αργότερα.

Αναρωτιέται κανείς αν οι Ρώσοι θα αποδειχθούν πιο οξυδερκείς από τους Γερμανούς· είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Η παρατήρηση αυτή με ωθεί να διερωτηθώ μήπως όλα όσα καταλογίζονται δικαίως στους Γερμανούς σχετικά με την πολιτική τους ανοησία πηγάζουν, στην πραγματικότητα, από μια εντελώς διαφορετική αιτία. Μήπως, άραγε, φταίει ο «φασισμός» —με την ευρεία έννοια του όρου— ως ένα ενδιάμεσο και διαβρωμένο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα, τοποθετημένο ανάμεσα στη φιλελεύθερη δημοκρατία και τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό;

Δεν υπάρχει, σε αυτό το σύστημα, μια κάποια «χρυσή τομή» που ήταν αναπόφευκτο να καταλήξει στην άθλια γερμανική κατάρρευση;

Οι Γερμανοί στερούνται πολιτικής παράδοσης. Επί αιώνες, η πλειονότητά τους ανήκε σε σφαίρες εξουσίας και δράσης κάπως περιορισμένες —ηγεμονίες ή πόλεις— όπου δεν ήταν δυνατόν να αποκτήσει κανείς τη συνήθεια να συλλαμβάνει και να διαχειρίζεται ζητήματα μείζονος σημασίας. Βεβαίως, υπήρχαν η Βιέννη και το Βερολίνο. Ωστόσο, σε αυτές τις δύο πρωτεύουσες, οι υποθέσεις βρίσκονταν στα χέρια ιδιαίτερα κλειστών κοινωνικών ομάδων, και τα γεγονότα του 1918 διέλυσαν αυτές τις ομάδες τόσο απότομα, ώστε δεν πρόλαβαν να μεταδώσουν —μέσω μιας διαδικασίας σταδιακής παρακμής— οτιδήποτε από την εμπειρίας τους στις νέες πολιτικές τάξεις.

Τα τελευταία χρόνια, όλα εξελίχθηκαν σαν ο Γερμανός να παρέμενε αυτό που ήταν τον δέκατο όγδοο αιώνα: αφενός ένας στοχαστής και αφετέρου ένας πολεμιστής —που διεξάγει πόλεμο σαν μισθοφόρος ή φανατικός, αδυνατώντας ωστόσο να συνδέσει τη στρατιωτική του ικανότητα και ανδρεία με μια αρχή πολιτικής γονιμότητας. Ο Γερμανός διαθέτει δύο οδούς κοινωνικής ανέλιξης που τελικά συγχωνεύονται σε μία: την ακαδημαϊκή και τη στρατιωτική αξία· το αποτέλεσμα είναι μια ισχυρή οργάνωση. Ωστόσο, η οργάνωση αυτή αποτυγχάνει να φτάσει στο επίπεδο της πολιτικής σφαίρας, όπου θα μπορούσε να ζωογονηθεί από τη ψυχολογική δυναμική ενός περιβάλλοντος ικανού για ευελιξία στις σχέσεις με τους ξένους και για φαντασία στην αξιοποίηση των ηθικών δυνάμεων που ενυπάρχουν στον λαό.

Ο Γερμανός δεν είναι ψυχολόγος. Είναι υπερβολικά θεωρητικός, υπερβολικά δοσμένος στον διανοητικό στοχασμό, για να είναι κάτι τέτοιο. Του λείπει το ψυχολογικό αισθητήριο, ακριβώς όπως συμβαίνει και με τον μαθηματικό ή τον μεταφυσικό. Η γερμανική λογοτεχνία σπάνια είναι ψυχολογική· αναπτύσσει ιδέες, όχι χαρακτήρες. Ο μόνος ψυχολόγος που γνωρίζουμε είναι ο Νίτσε. Γνώριζε πως ήταν μοναδικός στο είδος του — το δήλωνε συχνά και καυχιόταν γι’ αυτό αρκετά, εις βάρος των συμπατριωτών του. Απέδιδε το γεγονός αυτό στην καταγωγή του, την οποία θεωρούσε σλαβική. Πάντως, κατάφερε να αποκτήσει ψυχολογική παιδεία ζώντας εκτός Γερμανίας —στην Ιταλία— και εμβαθύνοντας στη γαλλική λογοτεχνία.

Από αυτή την άποψη, οι Γάλλοι μοιράζονται ορισμένα από τα ελαττώματα των Γερμανών. Σε πολιτικό επίπεδο, είναι πολύ λιγότερο ευέλικτοι από τους Άγγλους και τους Ρώσους — οι οποίοι διαθέτουν την κορυφαία ψυχολογική γραμματεία και, κατά συνέπεια, την καλύτερη διπλωματία και τέχνη της διακυβέρνησης. Είναι ασαφές τι ακριβώς είναι οι Αμερικανοί, δεδομένου ότι ελάχιστα θυμίζουν πλέον Άγγλους και κανείς δεν γνωρίζει τι πρόκειται να γίνουν.

Αναμφίβολα, στο απόγειο της ισχύος τους — επί Λουδοβίκου ΙΔ΄, Εθνικής Συνέλευσης, Διευθυντηρίου και Ναπολέοντα — οι Γάλλοι δεν επέδειξαν μεγαλύτερη ικανότητα από τους Γερμανούς στη διαχείριση της Ευρώπης. Οι Βρετανοί απέκτησαν μεγάλη διπλωματική εμπειρία στον χειρισμό των ποικίλων λαών της αυτοκρατορίας τους μέσα από την επαφή με την Ανατολή και τη συνεχή εμπορική δραστηριότητα· το ίδιο ισχύει και για τους Ρώσους. Ακριβώς αυτό ήταν που έλειπε από τους Γερμανούς και, ως έναν βαθμό, από τους Γάλλους: όχι απλώς η συνήθεια της διακυβέρνησης ενός τεράστιου αυτοκρατορικού κράτους με σύνθετα και αντικρουόμενα συμφέροντα, αλλά, κυρίως, η εμπειρία της διοίκησης λαών με τεράστιες διαφορές μεταξύ τους, σε βάθος αιώνων. Όσον αφορά την προέλευσή της, η πολιτική τάξη του Χίτλερ δεν διέφερε από εκείνη της εποχής της Βαϊμάρης: επρόκειτο για μια μικροαστική τάξη που ανήλθε αιφνιδίως στην εξουσία έπειτα από αιώνες υποτέλειας σε πρίγκιπες και ευγενείς, στερούμενη τόσο της απαραίτητης ικανότητας όσο και της επαρκούς στήριξης από τις παρακμάζουσες ελίτ.

Ο Χίτλερ δεν κατόρθωσε να επιτύχει τη συγχώνευση που —καλώς ή κακώς— είχε συντελεστεί στη Γαλλία στα τέλη του 18ου αιώνα ανάμεσα στο στελεχιακό δυναμικό του Παλαιού Καθεστώτος και εκείνο του νέου: έφτασε πολύ αργά· στη Γερμανία, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι κοινωνικές δυνάμεις ήταν υπερβολικά εξαντλημένες για να αντέξουν τη ρήξη του 1918 και να την ξεπεράσουν.

Στη Ρωσία, η αυτοκρατορική διαπαιδαγώγηση των Μοσχοβιτών —που αναγκάστηκαν να κυβερνήσουν είκοσι διαφορετικές φυλές— συνέχισε να επιδρά. Επιπλέον, ως εκ τούτου, ο κοινωνικός κόσμος εκεί φαντάζει πολύ νεότερος και πιο φρέσκος. Ορισμένες ανατολικές ομάδες έχουν επίσης συνεισφέρει τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: οι Εβραίοι, οι Γεωργιανοί και οι Τάταροι. 

Η συμπεριφορά του Χίτλερ είναι άκρως αποκαλυπτική της καθυστερημένης κατάστασης της γερμανικής —και, πράγματι, της ευρωπαϊκής— συμπεριφοράς· ως γιος Αυστριακού τελωνειακού υπαλλήλου, κληρονόμησε όλες τις προκαταλήψεις της γενιάς που προηγήθηκε της δικής του. Το ίδιο ίσχυε και για τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος είχε σφραγιστεί ανεξίτηλα από το «Ancien Régime» (Παλαιό Καθεστώς). Ο Χίτλερ έτρεφε ακλόνητο σεβασμό για τον γερμανικό στρατό και την πρωσική αριστοκρατία, όπως κάθε Αυστριακός που ανήκε στο κόμμα «Alldeutsch» — ήτοι το Παγγερμανικό κόμμα. Για τον λόγο αυτό, παρά τα όσα τον έφερναν σε σύγκρουση μαζί τους, παρέμενε κατά βάθος ο ίδιος παλιός πολιτικός πράκτορας της «Reichswehr» που ήταν και στο Μόναχο το 1910. Το γεγονός ότι δεν υπήρξε ποτέ θρησκευόμενος —μάλιστα, συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο— ήταν επίσης χαρακτηριστικό του Παγγερμανικού κόμματος, διακρίνοντάς το από το Χριστιανοκοινωνικό Κόμμα, το οποίο αποτελούσε το κατεξοχήν θρησκευτικό κόμμα της Αυστρίας. Αν εντάχθηκε σε κάποιο σοσιαλιστικό κόμμα —του οποίου ανέλαβε αμέσως την ηγεσία— αυτό συνέβη κυρίως επειδή το εν λόγω κόμμα ήταν ταυτόχρονα και εθνικιστικό. Το εθνικιστικό στοιχείο ήταν πάντα πιο σημαντικό για εκείνον από το σοσιαλιστικό. Κι όμως, τα χρόνια της φτώχειας που έζησε θα έπρεπε να τον είχαν ωθήσει σε άλλη κατεύθυνση. Ωστόσο, για πολλά μέλη της μικροαστικής τάξης σε κάθε χώρα, το εθνικό πάθος είναι ισχυρότερο από το κοινωνικό. Ο πατέρας του Χίτλερ ήταν ένας χαμηλόβαθμος υπάλληλος που επιθυμούσε να ξεφύγει από την εργατική καταγωγή του και ήθελε να κάνει το ίδιο και ο γιος του. Οι άνθρωποι ταπεινής καταγωγής που εντάσσονται στη μικροαστική τάξη τείνουν να είναι πιο «μικροαστοί» από τους υπόλοιπους. Ένα από τα χαρακτηριστικά της μικροαστικής τάξης —ιδίως σε μια χώρα με άκαμπτη ιεραρχία, όπως ήταν ακόμη η Αυστρία εκείνη την εποχή— είναι ο σεβασμός, κρυφός ή φανερός, προς τις αριστοκρατικές αρετές: το πολεμικό πνεύμα και το πνεύμα της εξουσίας. 

Όσον αφορά τη στρατιωτική αριστοκρατία, ο Χίτλερ ενσάρκωνε τις οδυνηρές συνέπειες της επανάστασης του 1918, ωστόσο ήλπιζε να διασώσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος αυτής της τάξης. Επιδίωκε να διατηρήσει το πνεύμα της, ενώ ταυτόχρονα προκαλούσε την καταστροφή της ως τάξης. Ο Ναπολέων ενήργησε κατά παρόμοιο τρόπο σε σχέση με τις τάξεις του «Ancien Régime». Οι «σωτήρες» προκαλούν αποστροφή και μίσος ακόμη πιο έντονο από εκείνο που προκαλούν οι καταστροφείς· εν μέρει επειδή, μολονότι αντιτίθενται στους καταστροφείς, τελικά αναγκάζονται να επικυρώσουν την καταστροφή που έχει συντελεστεί ενώ παράλληλα συμμερίζονται την ίδια άγνοια και την ίδια νέα γνώση με τους τους καταστροφείς. Ο Ναπολέων επιδίωξε να συμφιλιώσει τους Ιακωβίνους και τους «émigrés», αναγκάζοντάς τους να προβούν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις· ο Χίτλερ στόχευε να συμφιλιώσει τους υποστηρικτές της  Εποχής του Γουλιέλμου και εκείνους της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Τελικά, και οι δύο προκάλεσαν το μίσος — κυρίως από τους υπέρμαχους της παλαιάς τάξης πραγμάτων.

Υπήρχε κάτι το καινούργιο στον Χίτλερ: αντιπροσώπευε τη μικροαστική τάξη που ερχόταν στην εξουσία με μια μορφή η οποία, αν και διακριτή, πλησίαζε εκείνη της Σοσιαλδημοκρατίας και του Κόμματος του Κέντρου· και αυτό το γεγονός —παρά τις εμμονές που το κυριαρχούσαν— έβρισκε συγκεκριμένη έκφραση στη σχετική πραγματικότητα του σοσιαλισμού του. Ωστόσο, προκειμένου να κερδίσει τις παλιές τάξεις —τη στήριξη των οποίων θεωρούσε απαραίτητη για τη διεξαγωγή του πολέμου— θυσίασε την πλήρη δυναμική που ενυπήρχε σε αυτόν τον σοσιαλισμό. Η αλήθεια είναι ότι, όπως έχουμε δει, ο σοσιαλισμός εκείνος δεν ήταν ιδιαίτερα δυναμικός — ούτε στον ίδιο ούτε σε άλλους μικροαστούς του είδους του. Δεν ήταν ουσιαστικά πιο δυναμικός απ’ ό,τι στους μικροαστούς ή στους ειδικευμένους εργάτες της παλιάς Σοσιαλδημοκρατίας.

Ένας Χίτλερ ή ένας Μουσολίνι δεν έτρεφαν καμία φλογερή επιθυμία να εγκαθιδρύσουν τον σοσιαλισμό. Το αίσθημα αυτό, ωστόσο, ήταν έντονο στον Λένιν ή τον Στάλιν, διότι για τους Ρώσους ο σοσιαλισμός αποτελούσε το καθοριστικό στοιχείο της νέας κουλτούρας που είχαν υιοθετήσει από την Ευρώπη. Οι Ρώσοι ρίχτηκαν στη σοσιαλιστική θεωρία με τον ίδιο τρόπο που οι βάρβαροι ρίχτηκαν κάποτε στον Αρειανικό Χριστιανισμό και οι μαύροι στο αλκοόλ.

Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Χίτλερ θυσίασε τόσο πρόθυμα την πραγματική δυναμική του κινήματός του, προκειμένου να προβεί σε παραχωρήσεις προς την αριστοκρατία της Βέρμαχτ και τη βαριά βιομηχανία. Πίστευε ότι μόνο οι τελευταίοι μπορούσαν να παρέχουν τους τεχνικούς εμπειρογνώμονες που απαιτούνταν για τον κατακτητικό του πόλεμο στην Ευρώπη. Στην πραγματικότητα, του μετέφεραν μια νοοτροπία στείρα, περιορισμένη και στερούμενη έμπνευσης — μια νοοτροπία που συνέπιπτε σε γενικές γραμμές με τις δικές του απόψεις ως πρώην δεκανέα, ο οποίος έτρεφε σεβασμό για την ιεραρχία και την παράδοση της αυστηρής κάθετης διοίκησης. Ή, μάλλον, έλαβε χώρα μια ατυχής σύγκρουση ανάμεσα στον Χίτλερ και το Γενικό Επιτελείο. Ο ίδιος είχε ορισμένες στιγμές διορατικότητας (όπως στην περίπτωση της επιχείρησης στη Νορβηγία) που ανέτρεπαν τις καθιερωμένες πρακτικές του Γενικού Επιτελείου και το εμπόδιζαν να λειτουργήσει βάσει των αρχών της σύνεσης οι οποίες, αν είχαν τηρηθεί πιστά, ίσως να είχαν αποφέρει θετικά αποτελέσματα. Αντιθέτως, επειδή αυτές οι διαισθητικές συλλήψεις υλοποιούνταν από ανθρώπους προσκολλημένους στη ρουτίνα, η εφαρμογή τους βάλτωνε στην πορεία και τελικά αποδεικνυόταν απλώς σποραδική.

Θα ήταν προτιμότερο να είχε ξεκινήσει με μια εκκαθάριση, κατά το πρότυπο του Στάλιν, εξοντώνοντας τους παλαιούς στρατηγούς του —και αντικαθιστώντας τους με λοχαγούς και συνταγματάρχες— προτού αρχίσει τον πόλεμο. Ωστόσο, οι υφιστάμενοί του ήταν «ραμμένοι από το ίδιο ύφασμα» με τους ανωτέρους τους. Στην ουσία, ερχόταν αντιμέτωπος —τόσο στους άλλους όσο και στον ίδιο του τον εαυτό— με τη γήρανση της Γερμανίας και της Ευρώπης.

Ενώ οι Ρώσοι και οι Αμερικανοί —όσο ικανοί ή μέτριοι κι αν είναι— παρασύρονται από το ρεύμα του μεγαλείου που απελευθερώνεται χάρη στη δύναμη των γεωγραφικών και γεωλογικών τους θεμελίων, καθώς και στην τεράστια έκταση των αυτοκρατοριών και των βιομηχανιών τους.

Ο «φασισμός», με την ευρεία έννοια του όρου, απέτυχε ως μέσο οργάνωσης της Ευρώπης επειδή αποτελούσε ένα σύστημα «μέσης οδού». Ήταν μια προσπάθεια επίτευξης συμβιβασμού ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό. Τα συστήματα μέσης οδού αρχικά φαντάζουν λιγότερο άγρια ​​από τα εξτρεμιστικά καθεστώτα στα οποία αντιπαρατίθενται. Πράγματι, κατά τα πρώτα τους χρόνια, τα γεγονότα στην Ιταλία και τη Γερμανία υπήρξαν πολύ λιγότερο αιματηρά σε σύγκριση με όσα συνέβαιναν στη Ρωσία —ή με όσα είχαν συμβεί στην Αγγλία και τη Γαλλία κατά την εδραίωση της αστικής τάξης πραγμάτων από τους Πουριτανούς και τους Ιακωβίνους. Ωστόσο, σχεδόν αμέσως —εγκλωβισμένα σε μια διαμάχη που καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολη γι' αυτά, λόγω της αβεβαιότητας και της ευθραυστότητας των ιδεολογικών τους θεμελίων— τα καθεστώτα αυτά διολισθαίνουν στον εξτρεμισμό και γίνονται εξίσου άγρια ​​με τα εξτρεμιστικά καθεστώτα. Η αγριότητά τους, πάντως, συγχωρείται πιο δύσκολα, διότι αποδεικνύεται λιγότερο αποτελεσματική από εκείνη των εξτρεμιστών, αλλά και επειδή οι προσδοκίες που είχαν καλλιεργήσει ήταν διαφορετικές.

Ο φασισμός απέτυχε επειδή δεν μπόρεσε να μετατραπεί πραγματικά σε σοσιαλισμό. Παράλληλα, ο περιορισμένος χαρακτήρας της εθνικιστικής του βάσης τον εμπόδισε να εξελιχθεί σε έναν ευρωπαϊκό σοσιαλισμό. Εδώ υφίσταται μια αλληλεπίδραση δράσης και αντίδρασης: η αδυναμία του σοσιαλισμού, όπως αυτός εκφράστηκε από τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ, εμπόδισε την υπέρβαση των εθνικών συνόρων και την ακαταμάχητη πορεία προς έναν ευρωπαϊκό εθνικισμό· αντίστροφα, ο στενός εθνικισμός του Μουσολίνι και του Χίτλερ έπνιξε τα σπέρματα του σοσιαλισμού, περιορίζοντάς τα σε μια μορφή στρατιωτικού κρατισμού.

Η αποτυχία του φασισμού —του τελευταίου δημιουργήματος της Ευρώπης που ήταν sui generis— καταδεικνύει την παρακμή της Ευρώπης· αυτή μπορεί να δεχθεί ένα σύστημα μόνο απέξω, από τη Ρωσία. Πράγματι, η Αμερική διέρχεται μια βαθιά μεταμόρφωση και, μη έχοντας βρει τίποτα καινούργιο, δεν έχει τίποτα να προτείνει.

Η πλήρης αδυναμία της Γερμανίας να προσαρμοστεί σε μια ευρωπαϊκή αποστολή και να οργανώσει την Ευρώπη έπεται της αποτυχίας της Αγγλίας και της Γαλλίας να πράξουν το ίδιο. Αυτή η αλληλουχία ελλείψεων έχει βαθιά σημασία: σημαίνει ότι η Ευρώπη είναι ανίκανη να συγκροτηθεί —και, κατά συνέπεια, να σωθεί— με τις δικές της δυνάμεις. Μετά την αποτυχία των τριών μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, η μόνη εναπομείνασα λύση είναι η εξωτερική παρέμβαση —συγκεκριμένα, από την Αμερική ή τη Ρωσία. Η δεύτερη επιλογή φαντάζει πιο εφικτή και πιθανή από την πρώτη· ωστόσο, αμφότερες παρουσιάζουν ένα κοινό μειονέκτημα: αφορούν αυτοκρατορίες με συμφέροντα κάθε άλλο παρά ευρωπαϊκά. Η Αμερική εκτείνεται ανάμεσα στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό, δεχόμενη πιέσεις από τις απαιτήσεις της Ινδίας, της Άπω Ανατολής, ακόμη και της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Η Ρωσία είναι εξίσου ασιατική όσο και ευρωπαϊκή.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η μη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία, η οποία προορίζεται να κυριαρχήσει στην Ευρώπη —έχοντας παράλληλα το καθήκον να κυριαρχήσει και σε άλλα μέρη του κόσμου— θα αναγκαστεί, προκειμένου να αντιμετωπίσει τόσο δύσκολες προκλήσεις, να καταφεύγει διαρκώς σε έκτακτα μέτρα και λύσεις σκοπιμότητας που εξυπηρετούν τη δική της ατζέντα, να επιστρατεύει την πονηριά, τη βία και την πιο ιμπεριαλιστική μορφή του «κρατικού συμφέροντος» (*raison d'état*), καθώς και να αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως αντικείμενο φόβου, καχυποψίας και μακιαβελικής υπονόμευσης.

Η Ευρώπη θα μπορούσε να σωθεί μόνο με μια σαφή, οριστική και έγκαιρη διακήρυξη του σοσιαλισμού της — έγκαιρη, δηλαδή, προτού η Ρωσία, χάρη στη βιομηχανική και στρατιωτική της ισχύ, εξασφαλίσει τέτοιες στρατηγικές θέσεις στην Ευρώπη, ώστε η αξίωσή της να αποτελεί αυτή τον μοναδικό εκπρόσωπο και τον αποτελεσματικό υπερασπιστή του σοσιαλισμού να καταστεί ακαταμάχητη.

Καθώς ο σοσιαλισμός αποτελεί το μοναδικό μέσο ύπαρξης για τις κοινωνίες του τρέχοντος αιώνα, είναι αναγκαίο για την Ευρώπη —προκειμένου να υπερασπιστεί την ιστορική της ταυτότητα και την πνευματική της υπόσταση— να επιβληθεί και να αναδείξει τη σοσιαλιστική της φύση με τρόπο ανεξάρτητο και δυναμικό.

Μόνο η εφαρμογή του σοσιαλισμού θα μπορούσε να το οδηγήσει την Ευρώπη στον θρίαμβο και να την βοηθήσει να υπερβεί τις εσωτερικές της διχόνοιες και τις εθνικιστικές της ρήξεις. Μόνο ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να του προσδώσει ένα εσωτερικό νόημα —τόσο υλικό όσο και πνευματικό— αναφορικά με την ταυτότητα και την ενότητά της, δεδομένου ότι οι αναφορές σε αυτές είχαν καταστεί καθαρά θεωρητικές μετά το τέλος της Χριστιανοσύνης, το τέλος της μοναρχικής και αριστοκρατικής περιόδου, καθώς και το τέλος της Ευρώπης του φιλελευθερισμού και του Διαφωτισμού, της αστικής τάξης και του Τεκτονισμού.

Είναι πλέον αργά, και ο ρωσικός ιμπεριαλισμός θα βρει μια ατράνταχτη δικαίωση στη σοσιαλιστική πραγμάτωση που φέρνει στην Ευρώπη — δεδομένου ότι η τελευταία απέτυχε να την εξασφαλίσει για τον εαυτό της.

Είναι πιθανό, ωστόσο, ότι η Αμερική θα προλάβει να ανακτήσει το χαμένο έδαφος και να πραγματοποιήσει τη δική της σοσιαλιστική ανασυγκρότηση, προτού της επιβληθεί μία τέτοια διαδικασία απέξω. Αλλά τι θα μπορέσουν να κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες με τα 130 εκατομμύρια κατοίκους τους —ακόμη κι αν ενισχυθούν με 80 έως 100 εκατομμύρια Νοτιοαμερικανούς— απέναντι στα 200 εκατομμύρια Ρώσους, οι οποίοι υποστηρίζονται από τα 100 εκατομμύρια κατοίκους της Ανατολικής Ευρώπης —και ίσως από το σύνολο ή ένα μέρος της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας (που τόσο εύκολα κλίνουν προς τον κομμουνισμό)— και, τελικά, απέναντι σε ολόκληρη την Ευρώπη;


Pierre Drieu La Rochelle - Αποσπάσματα από το βιβλίο του «Ομολογίες»




Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Βιβλιοπροτάσεις: «Φασιστικός Σοσιαλισμός» του Pierre Drieu La Rochelle

 





Το όραμα του Drieu la Rochelle για τον φασισμό, όπως θα μπορούσε κανείς να φανταστεί από τον τίτλο, δεν είναι αυτό ενός αστικού και αντιδραστικού κινήματος τόσο αγαπητού σε μια ορισμένη ιστοριογραφία, αλλά αυτό ενός Ευρωπαϊκού Σοσιαλισμού. Για τον Γάλλο συγγραφέα ο φασισμός, αντιπροσωπεύει τη μόνη δυνατή υλοποίηση του σοσιαλισμού, αλλά ενός αυθεντικού σοσιαλισμού, ικανού να αντιταχθεί τόσο στον κοινωνικό φθόνο που δημιουργεί μια ομάδα γραφειοκρατών, όσο και στον αταβιστικό εγωισμό μιας ολοένα και πιο άπληστης αστικής τάξης: «Ο φασισμός ενδιαφέρεται πάνω απ’ όλα για την κοινωνική επανάσταση, την αργή, δύσκολη, συγκλονιστική, ανεπαίσθητη πορεία, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές δυνατότητες, προς τον σοσιαλισμό».

Ο Φασιστικός σοσιαλισμός, μπορεί να φαίνεται ένας ρητορικός τίτλος στους περισσότερους, αλλά εκφράζει εύστοχα αυτό που αντιπροσώπευε ο φασισμός, όχι μόνο για τον Pierre Drieu La Rochelle, αλλά και για μια ολόκληρη γενιά ανδρών στην Ευρώπη, μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων: έναν Τρίτο δρόμο, που θα ήταν ικανός να υπερβεί τη δεξιά και την αριστερά, ικανός να συνθέσει τάξη και έθνος και έτσι να επιφέρει μια νέα και γόνιμη εθνικοεπαναστατική ένωση.

«Χρειαζόμαστε ένα τρίτο κόμμα που, όντας κοινωνικό, ξέρει και πώς να είναι εθνικό, και που, όντας εθνικό, ξέρει και πώς να είναι κοινωνικό. Και αυτό το τρίτο κόμμα δεν πρέπει να κηρύττει την αρμονία, πρέπει να την επιβάλλει. Δεν πρέπει να αντιπαραθέτει στοιχεία της δεξιάς και της αριστεράς, πρέπει να αναγκάζει στοιχεία της δεξιάς και της αριστεράς να συγχωνευθούν μέσα του. Δεν έχει σημασία ποιος εφηύρε τον φασισμό. Η Γαλλία έπαιξε τον ρόλο της: η Γαλλία του Sorel, του Péguy, του Barrès, των Maurras, η Γαλλία του Proudhon και του επαναστατικού συνδικαλισμού. Το γεγονός είναι ότι όλα όσα κινούνται και δρουν στον κόσμο παίρνουν τη μορφή φασισμού».


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Αντί προλόγου

Το Δρομολόγιο (1934)

Μια Νέα Πατρίδα η Ευρώπη (1928)

Η δικτατορία στην Ιστορία (1934)

Άξιος ενός Ηγέτη(1934)

Ενάντια στη Δεξιά και την Αριστερά (1934)

Η Δημοκρατία των Αναποφάσιστων (1934)

Ο εθνικισμός είναι παντού (1934)

Τα όρια της Γερμανίας (1934)

Γραμμένο στην πλατεία (1934)

Ο αντιρρησίας συνείδησης (1934)

Ο Ιακωβινισμός και εμείς (1938)

Περί Ρατσισμού (1938)

Να ζούμε… και να πεθαίνουμε ως δημοκράτες; Όχι (1938)

Να πεθαίνεις ως δημοκράτης ή να επιβιώνεις ως φασίστας (1938)

Ο αληθινός γαλλικός σοσιαλισμός (1940)

Αγάπη για την πατρίδα, αγάπη για την Ευρώπη (1941)

Η μοίρα της Ευρώπης (1942)




Φασιστικός Σοσιαλισμός - Pierre Drieu La Rochelle

 





Υπάρχουν βιβλία που διαβάζονται ως ιστορικά ντοκουμέντα και υπάρχουν βιβλία που, παρά το πέρασμα των δεκαετιών, συνεχίζουν να προκαλούν, να ενοχλούν και να γεννούν ερωτήματα. Ο «Φασιστικός Σοσιαλισμός» του Pierre Drieu La Rochelle ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Πρόκειται για ένα έργο που δεν αφήνει τον αναγνώστη αδιάφορο, καθώς τον μεταφέρει στην ταραγμένη Ευρώπη του Μεσοπολέμου, σε μια εποχή κατά την οποία ολόκληρος ο παλιός κόσμος φαινόταν να καταρρέει και νέες πολιτικές δυνάμεις επιχειρούσαν να δώσουν απαντήσεις στα μεγάλα κοινωνικά και εθνικά ζητήματα της εποχής.

Ο Pierre Drieu La Rochelle υπήρξε μία από τις πιο σύνθετες και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της γαλλικής διανόησης. Σπουδαίος συγγραφέας, δοκιμιογράφος και πολιτικός στοχαστής, αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου του στην αναζήτηση μιας εναλλακτικής πορείας για την Ευρώπη, πέρα από τον φιλελεύθερο καπιταλισμό και τον μαρξιστικό κομμουνισμό. Παραγνωρισμένος σήμερα από τα επίσημα εκπαιδευτικά προγράμματα, παραμένει ένας από τους σημαντικότερους μάρτυρες της πνευματικής και πολιτικής κρίσης που συγκλόνισε τη Γηραιά Ήπειρο κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.

Πρόκειται για μια συλλογή πολιτικών κειμένων και άρθρων της δεκαετίας του 1930, μέσα από τα οποία παρακολουθεί κανείς την εξέλιξη της σκέψης του συγγραφέα. Ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με φιλοσοφικές, κοινωνικές και πολιτικές αναζητήσεις που αποτυπώνουν το κλίμα μιας εποχής γεμάτης συγκρούσεις, αμφισβητήσεις και επαναστατικές ιδέες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσπάθεια του Drieu να εξετάσει κριτικά τις παραδοσιακές διακρίσεις μεταξύ «Αριστεράς» και «Δεξιάς». Για τον Γάλλο διανοούμενο, οι έννοιες αυτές δεν ήταν αιώνιες ή αμετάβλητες, αλλά ιστορικά μεταβαλλόμενες κατηγορίες, των οποίων τα περιεχόμενα μπορούσαν να μετασχηματιστούν και να συγχωνευθούν σε νέες πολιτικές συνθέσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επιχειρεί να ερμηνεύσει το φαινόμενο του φασισμού ως μια απόπειρα συνδυασμού του εθνικού στοιχείου με κοινωνικές και σοσιαλιστικές διεκδικήσεις.





Το βιβλίο δεν έχει χαρακτήρα μιας απλής απολογίας, αλλά αντιθέτως, ο Drieu αντιμετωπίζει με κριτικό βλέμμα τόσο τα φασιστικά καθεστώτα όσο και τα κινήματα που εμπνεύστηκαν από αυτά. Ως διανοούμενος με έντονη ανεξαρτησία σκέψης, δεν διστάζει να επισημάνει αντιφάσεις, αποτυχίες και αδυναμίες. Αναζητά μια σύνθεση που θεωρεί ότι δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, εξετάζοντας τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να την πραγματώσουν.

Παράλληλα, το έργο προσφέρει μια συναρπαστική περιήγηση στη γαλλική πολιτική ζωή της δεκαετίας του 1930. Μέσα από τις σελίδες του παρελαύνουν προσωπικότητες, κινήματα και ιδεολογικά ρεύματα που καθόρισαν την πορεία της Γαλλίας πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο αναγνώστης γνωρίζει τον κόσμο του Jacques Doriot και του Γαλλικού Λαϊκού Κόμματος, τις αντιπαραθέσεις με τον κομμουνισμό και τον συντηρητικό εθνικισμό, καθώς και τα δραματικά γεγονότα που σημάδεψαν την πολιτική ιστορία της εποχής.

Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι η έμφαση που δίνει ο συγγραφέας στον ρόλο των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Ο Drieu θεωρούσε ότι η λεγόμενη μικρομεσαία τάξη βρισκόταν παγιδευμένη ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό και ότι μπορούσε να αποτελέσει έναν αυτόνομο πολιτικό παράγοντα. Η ανάλυσή του πάνω σε αυτό το ζήτημα εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου οι οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις επηρεάζουν εκ νέου τα μεσαία στρώματα σε ολόκληρη τη Δύση.

Ιδιαίτερη θέση στο έργο κατέχει και το ευρωπαϊκό όραμα του συγγραφέα. Ο Drieu οραματιζόταν μια Ευρώπη που θα υπερέβαινε τα στενά εθνικά πλαίσια, χωρίς όμως να απορρίπτει την πολιτιστική και ιστορική της ταυτότητα. Επρόκειτο για μια διαφορετική σύλληψη της ευρωπαϊκής ενότητας από εκείνη που επικράτησε μεταπολεμικά, γεγονός που προσδίδει στο βιβλίο ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον για όσους επιθυμούν να μελετήσουν εναλλακτικά οράματα για το μέλλον της ηπείρου.

Η αξία της νέας κυκλοφορίας των εκδόσεων Λόγχη, βρίσκεται κυρίως στο ότι αποτελεί ένα παράθυρο σε μια εποχή μεγάλων αναζητήσεων, αμφισβητήσεων και συγκρούσεων, όταν διανοούμενοι και πολιτικά κινήματα προσπαθούσαν να κατανοήσουν την παρακμή του παλιού κόσμου και να σχεδιάσουν το μέλλον.

Η έκδοση αυτή προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να γνωρίσει από πρώτο χέρι τη σκέψη ενός από τους πλέον συζητημένους Γάλλους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Ανεξάρτητα από τη συμφωνία ή τη διαφωνία με τις θέσεις του, το βιβλίο αποτελεί πολύτιμο υλικό για όσους ενδιαφέρονται για την πολιτική ιστορία, την ιστορία των ιδεών, τη διανόηση του Μεσοπολέμου και τις μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις που διαμόρφωσαν τον σύγχρονο κόσμο.

Ο «Φασιστικός Σοσιαλισμός», σε μετάφραση και επιμέλεια του Κωνσταντίνου Μποβιάτσου είναι ένα έργο που καλεί τον αναγνώστη να σκεφτεί, να προβληματιστεί και να εξετάσει κριτικά τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις του παρελθόντος και του παρόντος. Ένα βιβλίο για όσους αναζητούν όχι εύκολες απαντήσεις, αλλά βαθύτερη κατανόηση των ιδεών που σημάδεψαν την ευρωπαϊκή ιστορία.




Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Pierre Drieu La Rochelle και «αριστερός φασισμός»

 






«Η Άρια φυλή ανακτά την ενότητά της και αναγνωρίζει τον Θεό της με την δυνατό αυχένα», έτσι ο Ποιητής των Ρούνων ανακοινώνει την επερχόμενη ενοποίηση της Ευρώπης γύρω από τον Άξονα και θυμάται την εικόνα της σημαίας με τη σβάστικα να κυματίζει στην καρδιά της ηπείρου. Όχι πλέον η σημαία του Γερμανικού Ράιχ, αλλά της Ευρωπαϊκής Αυτοκρατορίας: «Τριακόσια εκατομμύρια άνδρες τραγουδούν σε ένα στρατόπεδο. Μια ενιαία κόκκινη σημαία στέκεται στην κορυφή των Άλπεων» [1]. Τον Μάρτιο του 1942, ο Ντριέ Λα Ροσέλ διατυπώνει με σαφήνεια την ευρασιατική ιδέα ενός μεγάλου μπλοκ που εκτείνεται από τον Ωκεανό μέχρι το Βλαδιβοστόκ [2].


Σβάστικα ή σφυροδρέπανο;

«Μια ενιαία κόκκινη σημαία»... Καθώς η προοπτική μιας γερμανικής νίκης υποχωρεί, δεν είναι πλέον η σβάστικα που αντιπροσωπεύει την ελπίδα του Ντριού, αλλά η σημαία που είναι στολισμένη με το σφυροδρέπανο. Στις 27 Δεκεμβρίου 1942, ενώ η μάχη που θα σηματοδοτούσε την αρχή της ήττας για τις δυνάμεις του Άξονα εκτυλίσσονταν στο Στάλινγκραντ, ο συγγραφέας σημείωσε στο ημερολόγιό του: «Θα πεθάνω με άγρια ​​χαρά στη σκέψη ότι ο Στάλιν θα είναι ο κυρίαρχος του κόσμου. Επιτέλους, ένας κυρίαρχος. Είναι καλό που οι άνθρωποι έχουν έναν κυρίαρχο που τους κάνει να νιώθουν την άγρια ​​πανταχού παρουσία του Θεού, την αδυσώπητη φωνή του Νόμου».

Στην Εισαγωγή του στο «Ημερολόγιο» του Ντριού 1939-1945, ο Julien Harvier επιχειρεί να εξηγήσει «την προέλευση αυτής της λατρείας για μια πατρική, πολιτική και θεϊκή δύναμη» καταφεύγοντας στις κοινοτοπίες της «σχέσης με τον πατέρα». Η ίδια «εξήγηση», φυσικά, θα πρέπει να ισχύει και για την πρόβλεψη που βρίσκουμε διατυπωμένη στις 24 Ιανουαρίου 1943: «Α, ας πεθάνουν όλοι αυτοί οι αστοί, το αξίζουν. Ο Στάλιν θα τους σφάξει όλους και μετά από αυτούς θα σφάξει όλους τους Εβραίους... ίσως. Με τους φασίστες να έχουν εξαλειφθεί, οι δημοκράτες θα μείνουν μόνοι ενάντια στους κομμουνιστές: ήδη απολαμβάνω την ιδέα αυτής της αντιπαράθεσης. Θα χαρώ στον τάφο μου».

Πέρα όμως από τις ψυχαναλυτικές ερμηνείες, ο Hervier σκιαγραφεί και μια άλλη οπτική, σύμφωνα με την οποία η κρίση του Drieu «απλώς ακολουθεί την πορεία των γεγονότων», με την έννοια ότι οι συμπάθειες του Drieu για τη Σοβιετική Ένωση οφείλονταν στο γεγονός ότι «οι Ρώσοι ήταν ισχυρότεροι από τους Γερμανούς, ο Στάλιν ισχυρότερος από τον Χίτλερ»... Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το πρωτοφανές και αλλόκοτο προφίλ ενός οπορτουνιστή Drieu la Rochelle, «θύμα μιας μορφής πολιτικού οπορτουνισμού που τον ωθεί να τάσσεται με το ισχυρότερο κόμμα κάθε φορά!» Σε αυτή την ψυχολογική διάγνωση, ο Hervier προσθέτει μια ιδεολογική, κατηγορώντας τον Drieu ότι δεν είχε επαρκώς σαφή κατανόηση των φασιστικών και κομμουνιστικών δογμάτων: «Μετά τις ρωσικές επιτυχίες και γερμανικές ήττες, ο Drieu θα έπεφτε σε μια αέναη ταλάντωση μεταξύ των δύο αντίπαλων ιδεολογιών του φασισμού και του κομμουνισμού, δείχνοντας πόσο εύθραυστα ήταν τα θεμέλια των πεποιθήσεών του».

Αυτές οι ατυχείς κρίσεις στη συνέχεια, κατά μία έννοια, αντικρούονται από τον ίδιο τον Hervier, ο οποίος τελικά αποδεικνύεται ικανός να συλλάβει το πιο αυθεντικό νόημα της «μεταστροφής» του Ντριού: «Η μετατόπιση του Ντριού από τον φασισμό στον κομμουνισμό είναι, για να το θέσω απλά, περισσότερο γεωπολιτική παρά ιδεολογική. Είναι μάλιστα και φυλετική, επειδή στους Ρώσους [ο Ντριού] βλέπει έναν νέο λαό που ξεπερνά τους Γερμανούς. Η μόνη σταθερά της πολιτικής του σκέψης είναι η ιδέα της Ευρώπης: αν η υλοποίησή της δεν επιτευχθεί από τους Γερμανούς, θα επιτευχθεί από τους Ρώσους». Έτσι, προς το τέλος του πολέμου, και μάλιστα της ίδιας του της ζωής, βλέπει στον Κόκκινο Στρατό το μόνο ιστορικό όργανο ικανό να αντικαταστήσει τους στρατούς του Άξονα στην οικοδόμηση της ηπειρωτικής ενότητας.


Η σπλαχνική φρίκη της δημοκρατίας


Ο Hervier εντοπίζει επίσης μια άλλη σταθερά στη σκέψη του Drieu: «Το μόνο σταθερό πράγμα που επιβιώνει, εκτός από την ιδέα της Ευρώπης, είναι στην καλύτερη περίπτωση μια αποστροφή, μια απόρριψη: η σπλαχνική φρίκη της δημοκρατίας». Για να το επιβεβαιώσει αυτό, παραθέτει αυτό το απόσπασμα από τις 29 Μαρτίου 1944: «Σε κάθε περίπτωση, καλωσορίζω με χαρά το μέλλον της Ρωσίας και του κομμουνισμού. Θα είναι φρικτό, φρικτά καταστροφικό, αφόρητο για τη γενιά μας, η οποία θα χαθεί με αργό θάνατο, αλλά είναι προτιμότερο από την επιστροφή των παλιών σκουπιδιών, των αγγλοσαξονικών κουφαριών, της αστικής παλινόρθωσης, της μπαλωμένης δημοκρατίας». Ένα παρόμοιο απόσπασμα χρονολογείται στις 2 Σεπτεμβρίου 1943: «Και επιπλέον, η φρίκη μου για τη δημοκρατία με κάνει να επιθυμώ τον θρίαμβο του κομμουνισμού. Ο αποτυχημένος φασισμός […] μόνο ο κομμουνισμός μπορεί πραγματικά να στριμώξει την ανθρωπότητα αναγκάζοντάς την να παραδεχτεί για άλλη μια φορά, όπως δεν είχε συμβεί από τον Μεσαίωνα, ότι έχει Αφέντες. Ο Στάλιν, περισσότερο από τον Χίτλερ, είναι η έκφραση του υπέρτατου νόμου». Μετά την ήττα του φασισμού, η σοβιετική απολυταρχία παρέμεινε η μόνη εναλλακτική λύση στη δημοκρατία και τον ατομικισμό, προϊόντα παρακμής: «Αυτό που με ευχαριστεί στον θρίαμβο του κομμουνισμού δεν είναι μόνο η εξαφάνιση μιας απεχθούς και αμβλείας αστικής τάξης, αλλά και ο έλεγχος του λαού και η αναγέννηση του παλιού ιερού δεσποτισμού, της απόλυτης αριστοκρατίας, της οριστικής θεοκρατίας. Έτσι θα εξαφανιστούν όλες οι παραλογισμοί της Αναγέννησης, της Μεταρρύθμισης, της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης. Στρεφόμαστε στην Ασία. Την χρειαζόμαστε» (25 Απριλίου 1943). Όσο για τον μαρξισμό, δεν πρέπει να ξεγελιόμαστε: είναι μια περαστική ασθένεια που δεν θέτει σε κίνδυνο τη θεμελιώδη υγεία του ρωσικού οργανισμού. Ασύγκριτα πιο σοβαρή είναι η αμερικανική δυσφορία: «Πρέπει να ελπίζουμε», έγραψε ο Ντριέ στις 3 Μαρτίου 1943, «στη νίκη των Ρώσων παρά των Αμερικανών. [...] Οι Ρώσοι έχουν μια μορφή, ενώ οι Αμερικανοί όχι. Είναι μια φυλή, ένας λαός. Οι Αμερικανοί είναι ένα σύνολο υβριδίων. Όταν κάποιος έχει μια μορφή, έχει ουσία. Λοιπόν, οι Ρώσοι έχουν μια μορφή. Ο μαρξισμός είναι ένας πυρετός ανάπτυξης σε ένα υγιές σώμα. Νομίζαμε ότι αυτό το υπέροχο σώμα ήταν σάπιο, αλλά δεν είναι».

Τέτοιου είδους σκέψεις έγιναν πιο συχνές κατά τη διάρκεια του 1944. Στις 10 Ιουνίου, ο Ντριού έγραψε: «Το βλέμμα μου είναι στραμμένο προς τη Μόσχα. Με την κατάρρευση του φασισμού, οι τελευταίες μου σκέψεις είναι ο κομμουνισμός. Εύχομαι τον θρίαμβό του, ο οποίος δεν μου φαίνεται βέβαιος στο άμεσο μέλλον, αλλά πιθανός στο λίγο πολύ μακρινό μέλλον. Προβλέπω τον θρίαμβο του ολοκληρωτικού ανθρώπου πάνω στον κόσμο». Στις 28 Ιουνίου: «Τίποτα δεν με χωρίζει τώρα από τον κομμουνισμό, τίποτα δεν με έχει χωρίσει ποτέ από αυτόν εκτός από την αταβιστική μικροαστική μου δυσπιστία». Στις 20 Ιουλίου: «Φαντάζομαι μια αλληλεγγύη της τελευταίας στιγμής μεταξύ των δικτατόρων: Ο Στάλιν προσφέρει βοήθεια στον Χίτλερ και τον Μουσολίνι, συνειδητοποιώντας ότι αν παραμείνει o μόνος του είδους του, είναι χαμένος. Αλλά αυτό θα ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό. Θα προτιμήσει να αποικίσει άμεσα τη Γερμανία». Στις 26 Ιουλίου: «Οι Ρώσοι πλησιάζουν τη Βαρσοβία. Ωσαννά! Ζήτω! Αυτή είναι η κραυγή μου σήμερα». 28 Ιουλίου: «Θα είχα μόνο ένα κίνητρο για να επιβιώσω: να πολεμήσω στο πλευρό των Ρώσων ενάντια στους Αμερικανούς». […] Με τον ίδιο τρόπο σήμερα θα μπορούσα να αφιερωθώ στον κομμουνισμό, πολύ περισσότερο επειδή έχει πλέον αφομοιώσει όλα όσα αγαπούσα στον φασισμό: τη φυσική υπερηφάνεια, τη φωνή του κοινού αίματος μέσα σε μια ομάδα, μια ζωντανή ιεραρχία, μια ευγενή ανταλλαγή μεταξύ των αδύναμων και των ισχυρών (στη Ρωσία οι αδύναμοι καταπιέζονται, αλλά λατρεύουν την αρχή της καταπίεσης). Είναι ο κόσμος της μοναρχίας και της αριστοκρατίας στις ζωτικές τους αρχές». 7 Αυγούστου: «Η μοναρχία, η αριστοκρατία και η θρησκεία σήμερα βρίσκονται στη Μόσχα και πουθενά αλλού». 9 Αυγούστου: «Η Μόσχα θα είναι η τελευταία Ρώμη». Και ούτω καθεξής, μέχρι την τελευταία σελίδα του «Ημερολογίου», στην οποία ο Ντριέ επιβεβαιώνει μια έννοια που έχει ήδη παρουσιαστεί αρκετές φορές (για παράδειγμα στις 10 Σεπτεμβρίου 1943: «Το λογικό αποτέλεσμα του κομμουνισμού είναι η θεοκρατία. [...] Ο Στάλιν πιθανότατα θα δεχτεί τον συμβιβασμό όπως έκανε ο Κλόβις. Η εκκλησία θα γίνει γι' αυτόν ένας ακόμη μοχλός ενάντια στους Αγγλοσαξονες») και εκφράζει την πεποίθηση ότι οι Ρώσοι μπορούν να «πνευματικοποιήσουν τον υλισμό» (20 Φεβρουαρίου 1945).


Ο Drieu δεν είναι μοναδικό φαινόμενο

Είναι ο μύθος της αυτοκρατορικής Ευρώπης, αλλά και η «φρίκη» της δημοκρατίας, που αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η πολιτική δέσμευση του Ντριού, από την πρώτη έως την τελευταία ημέρα του ακτιβισμού του. Και αυτό είναι το ιδανικό σημείο αναφοράς που μας επιτρέπει να κρίνουμε την ακραία συνέπεια της ταύτισής του με τη Σοβιετική Ρωσία ως το νέο ιστορικό όργανο για τη συνέχιση του αγώνα ενάντια στη δυτική παρακμή. Υπό αυτό το πρίσμα, τα αποσπάσματα από το «Ημερολόγιο» που αναστάτωσαν τον Hervier δεν αποκαλύπτουν επομένως την ευθραυστότητα της πολιτικής σκέψης του Ντριού (και ακόμη λιγότερο τον υποτιθέμενο διανοητικό του οπορτουνισμό), αλλά μάλλον έναν διαυγή και ριζοσπαστικό ρεαλισμό.

Ο Ντριού δεν είναι ένα μοναδικό φαινόμενο, ούτε καν σπάνιο. Παρόμοια κίνητρα με το δικό του μπορούν να βρεθούν στην προσήλωση στον κομμουνισμό πολλών αγωνιστών ευρωπαϊκών φασιστικών και «ψευδοφασιστικών» κινημάτων, οι οποίοι, στο τέλος του πολέμου, αποφάσισαν να συνεχίσουν να αγωνίζονται από διαφορετικές θέσεις ενάντια στον κύριο εχθρό: την καπιταλιστική Δύση. Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να ανακαλυφθεί ο ρόλος που έπαιξαν άνδρες από το «στρατόπεδο των ηττημένων» στις μαρξιστικές ετερόδοξες επιλογές των κομμουνιστικών κομμάτων και κυβερνήσεων της Ανατολικής Ευρώπης. Θα ήταν εξίσου ενδιαφέρον να προσδιοριστεί σε ποιο βαθμό μέρος της εθνικιστικής, φασιστικής ή εθνικοσοσιαλιστικής κληρονομιάς μεταδόθηκε στα νέα καθεστώτα. Είναι αναμφίβολα λάθος να ισχυρίζεται κανείς ότι οι Ρουμάνοι λεγεωνάριοι ήταν «οι άμεσοι προκάτοχοι των κομμουνιστών» με την έννοια ότι οι τελευταίοι πραγματοποίησαν τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις των λεγεωνάριων [3]. Είναι επίσης αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι «η κοινωνική επανάσταση για την οποία είχαν αγωνιστεί οι Σάλαζι και Κοντρεάνου και την οποία είχαν προετοιμάσει» [4] πραγματοποιήθηκε στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία. Ωστόσο, είναι αδύνατο να μην ληφθούν υπόψη ορισμένα γεγονότα. Αυτά περιλαμβάνουν τον ξεχωριστό ιδιαιτερισμό του ρουμανικού «εθνικοκομμουνισμού» (ο οποίος, μεταξύ άλλων, πραγματοποίησε μια προσεκτική αποκατάσταση του Αντονέσκου), τις εθνικολαϊκές τάσεις που υπήρχαν στο Ουγγρικό Κομμουνιστικό Κόμμα (το οποίο, στον πολιτιστικό τομέα, επανέφερε συγγραφείς «λαϊκιστικού» προσανατολισμού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που «είχαν φλερτάρει με τον Ναζισμό» [5]), και την επιμονή ενός συγκεκριμένου «πρωσικού» στυλ στην Ανατολική Γερμανία (όπου δεν επιτρεπόταν η δημιουργία ενώσεων «θυμάτων του φασισμού»).


Ιταλικός «αριστερός» φασισμός

Ας μείνουμε όμως στην Ιταλία. Παρόμοια συναισθήματα και προθέσεις με εκείνες του Ντριού δεν έλειψαν να εμφανιστούν κατά την περίοδο της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας (RSI) και οδήγησαν στις πιο ριζοσπαστικές εκδηλώσεις του «αριστερού φασισμού».

Ένα ενδεικτικό παράδειγμα αυτού μπορεί να βρεθεί σε αυτό το απόσπασμα από το φλωρεντινό περιοδικό Italia e Civiltà: «Ο Ρούσβελτ, ο Τσώρτσιλ και όλοι οι φίλοι τους γνωρίζουν ότι οι πιο συνειδητοί φασίστες πάντα αναγνώριζαν τον κομμουνισμό ως αντίπαλό τους, ενώ όριζαν ως πραγματικό εχθρό τους όχι τη Ρωσία αλλά την πλουτοκρατική Αγγλία και Αμερική. Πάντα διαφωνούσαν με τους κομμουνιστές σε πολλά σημεία, αλλά συμφωνούσαν ότι καμία πλευρά δεν ήθελε πια την παλιά φιλελεύθερη, αστική, καπιταλιστική κοινωνία. Ο Ρούσβελτ, ο Τσώρτσιλ και οι φίλοι τους γνωρίζουν επίσης ότι αν η νίκη εγκαταλείψει τον Άξονα, το μεγαλύτερο μέρος των αληθινών φασιστών που έχουν γλιτώσει τον θάνατο θα ασπαστεί τον κομμουνισμό, ενώνοντας τις δυνάμεις τους μαζί του. Θα διασχίσουν το χάσμα που χωρίζει τις δύο επαναστάσεις. Έχει υπάρξει μια ανταλλαγή και μια αμοιβαία επιρροή μεταξύ τους. Ίσως δούμε ακόμη και μια τελική, αρμονική συγχώνευση».[6]

Στις 22 Απριλίου 1945, ο Enzo Pezzato ανέπτυξε ένα παρόμοιο θέμα στο La Republica Fascista: «Δεν ήταν αστείο που ο Ντούτσε αποκάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία «κοινωνική»· το πρόγραμμά μας είναι αναμφισβήτητα επαναστατικό· οι ιδέες μας είναι αυτές που, σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, θα ονομάζονταν αριστερές· οι θεσμοί μας είναι άμεσοι και σε άμεση συνέπεια του προγράμματός μας· το ιδανικό μας είναι το Εργατικό Κράτος. Δεν υπάρχει αμφιβολία σε ένα σημείο: είμαστε προλετάριοι σε έναν αγώνα ζωής ή θανάτου ενάντια στον καπιταλισμό. Είμαστε επαναστάτες που αναζητούν μια νέα τάξη πραγμάτων. […] Ο πραγματικός μπαμπούλας, ο γνήσιος κίνδυνος, η απειλή ενάντια στην οποία αγωνιζόμαστε αδυσώπητα προέρχεται από τη δεξιά».

Μετά τις 25 Απριλίου, αυτές οι προτάσεις διαμορφώθηκαν με διάφορους τρόπους: «ενώ σε αρκετές περιπτώσεις διοργανώθηκαν συναντήσεις μεταξύ νέων μελών του MSI και κομμουνιστών - που συχνά διακόπτονταν από επιδρομές αγανακτισμένων πρώην αντάρτων - στο όνομα μιας απίθανης αντιαστικής σύγκλισης στο θέμα του κοινωνικού ζητήματος» [8], η πιο ουσιαστική πρωτοβουλία ήταν αυτή του «Il Pensiero Nazionale». Πρόκειται για μια διμηνιαία έκδοση που ιδρύθηκε από τον Stanis Ruinas (1889-1974), έναν πρώην σοσιαλιστή που, κατά τη φασιστική περίοδο, ήταν εκδότης του «L'Impero» και, από το 1941, διηύθυνε το «Lager», το περιοδικό των Ιταλών εργατών στη Γερμανία. Ο Enrico Landolfi, ο οποίος έγραψε την ιστορία του Il Pensiero Nazionale [9], συνόψισε την ιδεολογική και πολιτική του γραμμή ως εξής: «Ήταν η συνέχεια, στις νέες συνθήκες του μεταφασισμού, του αντιπλουτοκρατικού αγώνα ενάντια στον εσωτερικό καπιταλισμό, που εκπροσωπείται από τη Χριστιανοδημοκρατία και προστατεύεται από τις δυτικές δυνάμεις που κέρδισαν τον πόλεμο και αποτελούν την έκφραση της κυριαρχίας του χρυσού σε διεθνές επίπεδο. Ο φυσικός σύμμαχος είναι το αριστερό μπλοκ με επικεφαλής το PCI και συνδεδεμένο με την ΕΣΣΔ, ένα μπλοκ στο οποίο [το Il Pensiero Nazionale] πιστεύει ότι έχει τη θέση του».

Με βάση αυτό και άλλα στοιχεία, η υπόθεση του Domenico Leccisi δεν φαίνεται αβάσιμη. «Έχει γραφτεί», υπενθυμίζει αυτή η έγκυρη μαρτυρία, «ότι αν το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε δηλώσει ότι επηρεάστηκε από τη δολοφονία του Μουσολίνι και από την εξόντωση χιλιάδων φασιστών στις αιματηρές μέρες του Απριλίου (και των επόμενων μηνών) του 1945, σίγουρα θα είχε εξασφαλίσει τη μαζική υποστήριξη των νεαρών επιζώντων του RSI. Δεν είμαστε σε θέση να απαντήσουμε σε μια τέτοια υπόθεση με βεβαιότητα, αν και η παρουσία στις τάξεις και στην κορυφή του PCI ορισμένων ηχηρών ονομάτων πρώην φασιστών καθιστά την υπόθεση αρκετά εύλογη» .[10]


Αυτοί που πρόδωσαν τον Ντούτσε: η δεξιά στροφή του MSI

Η μάζα των πρώην μαχητών της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας (RSI), ωστόσο, δεν εντάχθηκε στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCI). Ούτε εντάχθηκαν στο Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSI), παρόλο που ο Μουσολίνι είχε δηλώσει ότι ήθελε να κληροδοτήσει «την κοινωνικοποίηση και όλα τα άλλα στους σοσιαλιστές και όχι στην αστική τάξη».[11] Αντίθετα, το κόμμα που ιδρύθηκε μετά τον πόλεμο από τους ρεπουμπλικάνους φασίστες, το MSI, το οποίο διακήρυξε ότι είχε το ιστορικό του σημείο αναφοράς στην RSI και το οποίο διεκδίκησε, κατά κάποιο τρόπο, την κληρονομιά της, γρήγορα ευθυγραμμίστηκε αποφασιστικά με τη δεξιά πτέρυγα [12]. Σχημάτισε εκλογική συμμαχία με τους μοναρχικούς και υποστήριξε διάφορες χριστιανοδημοκρατικές κυβερνήσεις. Παρά την αρχική απόρριψη του Ατλαντικού Συμφώνου, το MSI γρήγορα έγινε, στο όνομα του αντικομμουνισμού, το αγκάθι στο πλευρό του «αμερικανικού κόμματος στην Ιταλία». Προσκύνησε στη συναγωγή και προσκολλήθηκε στον φανατικό φιλοσιωνισμό όσον αφορά την υποστήριξη της ισραηλινής επιθετικότητας εναντίον των λαών της Μεσογείου. Εξυμνούσε όλες τις «μάχες του δυτικού πολιτισμού»: από την αμερικανική επιθετικότητα κατά του Βιετνάμ μέχρι την αστυνομική επιχείρηση κατά του Ιράκ· τελικά μετατράπηκε σε «Εθνική Συμμαχία» (Alleanza Nazionale) και έστειλε τον γραμματέα του σε δεξίωση του B'nai B'rith στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αν η Αθήνα κλαίει, η Σπάρτη δεν γελάει πια. Η θλιβερή ιστορία της ιταλικής αριστεράς, που τώρα έχει περιοριστεί σε ένα «κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας» που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της τοκογλυφίας και του μεγάλου κεφαλαίου, εξηγείται επίσης από το γεγονός ότι στην άμεση μεταπολεμική περίοδο, η φετιχιστική «θρησκεία του αντιφασισμού» εμπόδισε την αριστερά να προσελκύσει όσους είχαν αγωνιστεί για τις αρχές της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης που εκπροσωπούνταν στο Μανιφέστο της Βερόνα. Μια εισροή νεοφασιστικών δυνάμεων θα μπορούσε να είχε δώσει στην ιταλική αριστερά τον πατριωτικό χαρακτήρα που δεν είχε ποτέ καθώς η ίδια τελικά τάχθηκε υπέρ του ΝΑΤΟ και άλλων ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Θα είχε ενισχύσει το λαϊκό της χαρακτήρα, εμποδίζοντάς την να μετατραπεί σε τμήμα της φιλελεύθερης αστικής τάξης των μετόχων. Θα την είχε εμπλέξει στην πρώτη γραμμή των μαχών για κοινωνικές κατακτήσεις και όχι, φυσικά, σε «μάχες πολιτισμού» για αμβλώσεις ή για τα δικαιώματα των σεξουαλικά εκφυλισμένων.

Στη μεταπολεμική Ιταλία, ο σκόπιμα καλλιεργημένος αντιφασισμός και αντικομμουνισμός κατέστησαν αδύνατη τη σύνθεση μεταξύ των εθνικών και κοινωνικών στοιχείων που είχε δει ο Ντριού Λα Ροσέλ στην Πλας ντε λα Κονκόρντ στις 6 και 9 Φεβρουαρίου 1934, όταν η Πατριωτική Νεολαία και οι Κομμουνιστές ακτιβιστές, βετεράνοι και άνεργοι, είχαν διαδηλώσει μαζί ενάντια στη Βουλή των Αντιπροσώπων, το έμβλημα της δημοκρατικής διαφθοράς, και ενάντια στη κυβέρνηση των Ριζοσπαστών της εποχής. «Είδα τους Κομμουνιστές να πλησιάζουν τους Εθνικιστές σε εκείνη την πλατεία. Παρακολουθώντας τους, παρατηρώντας τους, προβληματισμένοι και ζηλόφθονοι. Ήταν σχεδόν βέβαιο ότι όλα τα πάθη της Γαλλίας θα είχαν συναντηθεί σε ένα ασύμβατο μείγμα» [13] λέει ο Gille στο ομώνυμο μυθιστόρημα. Ο χαρακτήρας του Ντριού «πίστευε ότι ο φασισμός και ο κομμουνισμός κατευθύνονταν προς την ίδια κατεύθυνση, μια κατεύθυνση που τον ευχαριστούσε». [14]

Η ιερή ένωση που προέβλεψε ο Ντριού έγινε πραγματικότητα στη Ρωσία, όπου οι φασίστες του Barkashov και οι κομμουνιστές του Anpilov πολέμησαν μαζί, με τα όπλα στο χέρι, ενάντια στα δικτατορικά σχέδια της κυβέρνησης Γέλτσιν. Η προσπάθεια των παγκοσμιοποιητών να υποτάξουν τον τεράστιο πρώην σοβιετικό χώρο προκάλεσε, όπως όλοι γνωρίζουν, τη γέννηση μιας «φαιοκόκκινης» αντιπολίτευσης, η οποία εκφράζει τα λαϊκά αιτήματα όλων εκείνων που θέτει σε κίνδυνο ο φιλελεύθερος δημοκρατικός αποικισμός: τιμή, αξιοπρέπεια, πνευματική ταυτότητα, παραδοσιακός πολιτισμός, κοινοτικό πνεύμα και πολιτική ανεξαρτησία. «Όλοι όσοι σχημάτισαν αυτό το μπλοκ», είπε αυτολεξεί ο Gennadij Zjuganov στις 17 Ιουνίου 1992, «κατάλαβαν ότι μόνο οι ιδέες του Κράτους και της κοινωνικής δικαιοσύνης μπορούν να σώσουν τη χώρα μας. Για έναν λαό, η εθνικότητα αποτελεί μια κάθετη συντεταγμένη, ενώ η κοινωνική δικαιοσύνη είναι η οριζόντια. Αυτά τα δύο συστατικά είναι αχώριστα». Τα λόγια ήταν πολύ σαφή, αλλά ο Δυτικός παρατηρητής δεν κατάφερε να καταλάβει πώς οι τσαρικές και οι σοβιετικές σημαίες μπορούσαν να κυματίζουν δίπλα-δίπλα στις «φαιοκόκκινες» διαδηλώσεις.

Ο Ντριού λα Ροσέλ, αντίθετα, το κατάλαβε αυτό πριν από εβδομήντα χρόνια. «Κατά τη διάρκεια του πολέμου», βάζει τον πρωταγωνιστή του «L’Agent» να λέει  «ήμουν στρατιώτης. Ήμουν ευτυχισμένος: ποιον υπηρετούσα; Τον Τσάρο; Ίσως. Την Αγία Ορθοδοξία; Επίσης. τη Ρωσία; Σίγουρα. Αλλά θα μου πείτε σήμερα, όπως μου είπατε πριν από δέκα χρόνια: "Η Ρωσία δεν σημαίνει τίποτα. Μια χώρα δεν είναι τίποτα, είναι ένα δυσδιάκριτο κομμάτι γης. Η Ρωσία είναι ο Τσάρος ή ο Κομμουνισμός;". Αλλά όχι, απαντώ με όλη την εμπειρία της ζωής μου. Ναι, με την εμπειρία της ζωής μου και της δικής σας: "Η Ρωσία είναι ο Τσάρος και ο Κομμουνισμός", και άλλα εκτός από αυτα». [15] Και λίγο πριν, έγραψε μια πρόταση που έχει την αίσθηση του προαισθήματος και η οποία στη Ρωσία έχει πράγματι γίνει πραγματικότητα: «Ο 20ός αιώνας δεν θα τελειώσει χωρίς να δούμε παράξενες συμφιλιώσεις». 

Δεν είναι περίεργο που ο Ντριού βρίσκεται τώρα στο σπίτι του στη Μόσχα. Ένας Ιταλός δημοσιογράφος που επισκέφθηκε τα γραφεία της καθημερινής εφημερίδας «Sovetskaya Rossiya» το καλοκαίρι του 1993 παρατήρησε ένα μανιφέστο κολλημένο στον τοίχο του γραφείου του αρχισυντάκτη με την εξής πρόταση: «Φανταστείτε τι θα σήμαινε αύριο για το ευρωπαϊκό μεγαλείο η επανέναρξη της αιώνιας συνεργασίας μεταξύ της ευρωπαϊκής ελίτ και των ρωσικών μαζών για την εκμετάλλευση των σημαντικότερων πόρων του κόσμου». [17]


Claudio Mutti


[1]:  Αποσπάσματα από το βιβλίο «Hommage à Drieu La Rochelle», Edition all' insegna del Veltro. Συλλογή δοκιμίων των Mordini, Mabire, Marchi, Mutti και Graziani.
[2]: Drieu La Rochelle, «Diario 1939-1945», με εισαγωγή του Jean Hervier, Bologna, 1995.
[3]: S. Fischer-Galati, «Fascism in Rumania», στο Native Fascism in the Successor State 1919, Santa Bar, Successor State 1918-1 1971, σελ. 120.
[4]: M. Ambri, I falsi fascismi, Ρώμη, 1980, σελ. 285.
[5]: F. Feijtö, Ungheria 1945-1957, Turin, 1957, σελ. 30.
[6]: Italia e Civiltà, antologia by Barna Occhini, Ρώμη, 1971, σ. 317-318.
[7]: U. Afassio Grimaldi, La Stampa di Salò, Μιλάνο, 1979, σελ. 80.
[8]:  M. Tarchi, Cinquant'anni di nostalia. La destra italiana dopo il fascismo, Μιλάνο, 1995,
[9]: Ragionamenti di storia, n°21, November 1992 and n° 22, December 1992.
[10]: D. Leccisi, Con Mussolini prima e dopo Piazzale Loreto, Ρώμη, 1991, σ. 222-223.
[11]: C. Silvestri, Mussolini, Graziani and antifascismo, Μιλάνο, 1949, σελ. 140.
[12]: Η στροφή προς τα δεξιά επικυρώθηκε στο 2ο Εθνικό Συνέδριο (28 Ιουνίου - 1 Ιουλίου 1949). «Το MSI δεν θέτει ως πρωταρχική επιταγή του την κατάκτηση των λαϊκών τάξεων και της μικροαστικής τάξης […] αλλά μάλλον την ανάκαμψη της μετριοπαθούς Δεξιάς […] θα θέλαμε ο De Marsanich να κατέβει στους δρόμους, να εθνικοποιήσει τους κόκκινους εργάτες και να τους φέρει πίσω στο Έθνος, αντίθετα, παραδόξως, τον βλέπουμε να μπαίνει σε σαλόνια για να συναντήσει τις Αδελφές του Αγίου Βικεντίου, τους συνταξιούχους διοικητές και συνταγματάρχες, κ.λπ. […] Το εθνικό και κοινωνικό MSI του 1946/1947 – το οποίο ισορροπούσε ήδη με προσοχή απέναντι σε μία ενδεχόμενη μελλοντική φιλοατλαντική στάση – υπέστη στη συνέχεια μία «καφκική» μεταμόρφωση και φλέρταρε απροκάλυπτα, με μαζοχισμό, τη συνεργασία της ανώτερης αστικής τάξης και εκείνων των μοναρχικών ομάδων που είχαν αναλάβει την πρωτοβουλία της συνωμοσίας του 1942-43» (Ugo Cesarini, Dei Fasci di Azione Rivoluzionaia al doppio pette, Περούτζια, 1991, σελ. 26-27).
[13]: P. Drieu La Rochelle, Gilles, Milan, 1961, p. 557.
[14]: P. Drieu La Rochelle, Gilles, Milan, 1961, p. 539.
[15]: P. Drieu La Rochelle, « Doppio gioco », Risguardo, Padoue, 1982, p. 24.
[16]: P. Drieu La Rochelle, « Doppio gioco », Risguardo, Padoue, 1982, p. 24.
[17]: G. Savoni, « Russia svenduta », L’Italia Settimanale, 8 septembre 1993, pp. 26-27






Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

«H Νέα Ευρώπη» του Ανδρέα Κονδάκη - 1942

 





Ο 20ος αιών γεννά την νέαν μορφήν ζωής των ανθρώπων. Όσοι παριστάμεθα μάρτυρες του οδυνηρού αυτού τοκετού, είναι φυσικόν να μη έχωμεν πλήρη ιστορική συνείδησιν, πλήρη αίσθησιν του τρομακτικού, όσον και μεγαλοπρεπούς γεγονότος που συντελείται ενώπιον μας. Με ανάλογον λάμψιν κατηύγασαν την ζωήν και με ανάλογον ορμήν την συνεκλόνισαν μόνο τα μεγάλα θρησκευτικά κινήματα των αιώνων. 

Και τότε όμως, όπως και σήμερον, έπρεπε κανείς να κραδαίνεται από πίστιν, να πάλλεται από έξαρσιν και ιδεολογικήν μέθην διά να ιδή, να αισθανθή και να χαρή το γεγονός. Είς την κοσμογονίαν αυτήν του 20ου αιώνος, κέντρον είναι και πάλιν το πλέον ανήσυχον αλλά και πλέον νευρώδες τμήμα του κόσμου, η γηραιά μας αλλά πάντοτε πλήρης από χυμούς νέας ζωής Ευρωπαϊκή Ήπειρος. 

Μετά μίαν αποτυχούσαν χειρουργικήν επέμβασιν τόσον επώδυνον, που της εστοίχισε τόσον αίμα είς τάς απαρχάς του αιώνος, η Ευρώπη ευρίσκεται ικανή είκοσι χρόνια αργότερον, να αντικρύση και να ζήση την πλήρη ιστορικήν ευθύνην, να υποστή αυτόν τον μεγαλειώδη τοκετόν, του οποίου παριστάμεθα μάρτυρες.

Δεν θα ημπορέση κανείς να συλλάβη το ιστορικόν μεγαλείον των στιγμών που ζούμε, και να καταλάβη αυτό το οποίον έρχεται, αυτό που λέμε «νέαν μορφήν ζωής», εάν δεν σκεφθή και δεν αισθανθή τι θα εγίνετο είς ήν περίπτωσιν η Ευρώπη δεν έκλεινε μέσα της τας αναγκαίας δυνάμεις ζωής τάς ικανάς να την συγκρατήσουν κατά τάς κρισίμους ώρας του τοκετού και να την καταστήσουν δυνατήν να φέρη είς πέρας την αποστολήν της. Τι θα εγίνετο λοιπόν;

Η Βρετανική Αυτοκρατορία μετά δύο αιώνων κοσμοκρατορίαν εβυθίζετο είς το βάραθρον της ιστορικής παρακμής, κύπτουσα υπό το βάρος ενός βιολογικού γήρατος και μίας αμειλίκτου ιστορικής ανάγκης, που προέκυπτε από την νέαν οικονομίαν των δυνάμεων και την νέαν διάταξιν των αξιών της ζωής είς τον πλανήτην. Επί έναν σχεδόν αιώνα η Αγγλία έπαυσε να στηρίζεται από τους ισχυρούς βραχίονας και να οιστρηλατήται υπό τάς θυελλώδεις ψυχάς της ηγεσίας της που επετούσε με τιτάνιον δύναμιν όσον και με κέφι επάνω από τους ωκεανούς μεθυσμένη από την ιδέαν μίας ιστορικής αποστολής. 

Μετά τους Ποντοπόρους, τους Πειρατάς, τους Νέλσωνας, και αντ'αυτών, η Αγγλία παρήγαγε κατά την τελευταίαν ιδίως 50ετίαν μαλθακούς λόρδους μεθυσκόμενους από ουϊσκυ και όχι από ιδεολογικήν μέθην, παρήγαγε τοκογλύφους, τύπους των σαλονιών, κομψούς, πνευματώδεις και υποκριτάς, αλλά όχι τραχείς και σκληρούς άνδρας, όχι ήρωας. 

Εξ άλλου, η γενέτειρα των νέων μορφών είς την οικονομίαν και των νέων θεσμών πολιτικής και κοινωνικής ζωής, η γενέτειρα των κοινοβουλίων του λιμπεραλισμού και της καπιταλιστικής προόδου εγήρασε μαζί με αυτάς τας μορφάς ζωής που εμεγαλύνθη και ελαμπρύνθη, έπαυσε να προσφέρη νέας ιδέας διά την οργάνωσιν της ζωής του κόσμου και ενώ αί μορφαί ζωής είς τάς οποίας εστηρίζετο η ύπαρξις της είχον πλέον ξεπερασθή ιστορικώς, ενώ ο λιμπεραλισμός επέθαινε μαζί μαζί με την καπιταλιστικήν οργάνωσιν της κοινωνίας, αυτή, η Αγγλία, παρέμενε προσκεκολλημένη ώς όστρακον είς τας χάρτινας αυτάς καταστάσεις που ο ισχυρός άνεμος ζωής του 20ου αυτού αιώνος, έρριχνε με μανίαν εκρηκτικήν πολλές φορές και χωρίς οίκτον. 

Συγχρόνως νέαι γιγαντιαίαι καπιταλιστικαί δυνάμεις ανεπτύχθησαν είς τον κόσμον, ετελειοποίησαν την τεχνικήν των, εξεμεταλλεύθησαν υπερόχως τάς πλουτοπαραγωγικάς δυνατότητας του εδάφους των, εξοικειώθησαν με τάς μεγάλας ωκεανικάς οδούς και συνήντησαν την Αγγλικήν Αυτοκρατορίαν είς τάς ιδίας της πηγάς πρώτων υλών και αγοράς καταναλώσεως, την συνήντησαν, την συνηγωνίσθησαν και την ανέτρεψαν. Πρόκειται περί της Αμερικής και της Ιαπωνίας.

Άλλαι δυνάμεις με τεχνικήν υπεροχήν, με επιστήμην, με προλεταριακόν σφρίγος έφθασαν ταχέως και εξεπέρασαν την αγγλικήν ακμήν και άνοιξαν την θύραν είς την σοσιαλιστικήν οργάνωσιν της παραγωγής, ενώ συγχρόνως εσχημάτιζον με την βοήθειαν μίας άνευ προηγουμένου βιολογικής ακμής και φυλετικής υγείας, στρατιωτικόν μηχανισμόν, προωρισμένον να καταπλήξη τον κόσμον. 

Μετά την κατάκτησιν της Αιθιοπίας και την ήτταν των κυρώσεων και την ιταλικήν Φασιστικήν ανάστασιν, ο γερμανικός κολοσσός εγερθείς μετά την πτώσιν του 1918 με νέον κύμα θυελλώδους αίματος είς τάς φλέβας, με την υποδειγματικήν σοσιαλιστικήν του οργάνωσιν, με το επαναστατικόν σφρίγος που του εχάρισεν η εθνικοσοσιαλιστική του επανάστασις, εστάθη απέναντι του αναιμικού φάσματος της αγγλικής αυτοκρατορίας και του ανέγνωσε είς μία σειράν μαχών του 1940 και 1941 την ιστορικήν του καταδίκην. Τέλος αυτή η γηραιά Αλβιών η οποία κατά την ακμήν της ηδυνήθη να παρουσιάση από τα 39 εκατομμύρια της, της εποχής των Ναπολεοντείων πολέμων, 40 εκατομμύρια κατοίκων είς διάστημα 50 μόλις ετών, είχεν από πολλού παύσει να προχωρή και αί γεννήσεις της δεν φθάνουν τους θανάτους, ενώ η όλη παράστασις της είς τον κόσμον είναι η πονηρία και ο δόλος, είναι δηλαδή αί αρεταί τας οποίας η ζωή απορρίπτει διότι η ζωή είναι κυρίως θέλησις και δύναμις. 

Είναι μήπως ανάγκη να σημειώσωμεν ότι η Αγγλία επιμένουσα να διατηρήση με την απάτην την διαίρεσιν και τον δόλον ένα άθλιο καθεστώς, αλλά ανίκανη να σταθή είς τα πόδια της, απετέλει τον πρώτον, τον μέγαν κίνδυνον του πολιτισμού, του οποίου παριστάνει τον θεματοφύλακα; Είναι ανάγκη να υπογραμμίσωμεν ότι αν η Ευρώπη δεν δεν διέσωζε παρ΄όλας τας αλύσεις των Βερσαλλιών, τάς οικονομικάς κρίσεις και τάς κοινωνικάς διαταραχάς, την γερμανικήν ηγετικήν ομάδαν και την φασιστικήν επανάστασιν του Μουσολίνι, πρώτου φασιστού, και δεν απεκάλυπτε την μεγαλειώδη εκείνην έκκρισιν υγείας και υπεροχής, που παρουσίασε μεταξύ Ρήνου και Βιστούλα, ότι δηλαδή αν η Ευρώπη δεν είχε λάβει το θείον δώρον του ιστορικού και πολιτικού δόγματος της Ιταλίας και της Γερμανίας, θα ήτο την στιγμήν αυτήν σαπισμένη μέσα είς την φλυαρίαν των πλουτοκρατικών παρασίτων που θα ερητόρευαν είς τα κοινοβουλία, μέσα είς την καφενειακήν σκηνοθεσίαν της πλουτοδημοκρατικής ζωής;

Αιώνων μίσος κρυμμένον είς τα βάθη της καρδίας των υποδεεστέρων ασιατικών φυλών θα εξέσπα επάνω είς μίαν παρηκμασμένην Ήπειρον, δία να ρίξη όλα, δία να μεταβληθή ο κάθε Ευρωπαίος είς υπηρέτην ενός φανατικού της Ανατολής. 

Ο γερμανικός λαός μετά του ιταλικού εσηκώθη ως ηγέτης προστάτης είς την Ευρώπην. Μαζί του όλοι οι νεαροί, οι ακμαίοι λαοί της Ηπείρου και αί ζωνταναί κοινωνικαί δυνάμεις των άλλων φίλων λαών, ύψωσαν το γρανιτώδες τείχος επάνω είς το οποίον έσπασεν η πλημμύρα της ασιατικής βαρβαρότητος, σατανικά προετοιμασμένη από τους εβραιομπολσεβίκους του Κρεμλίνου. Η νίκη δεν είναι μόνον βεβαία, είναι αμείλικτως ανάγκη ζωής. Εκτός της νίκης η Ευρώπη δεν έχει να συναντήση παρά τον πλέον ταπεινωτικόν και τον πλέον φρικτόν θάνατον. 

Η αναρχία των μπολσεβίκων και η γεροντική αναιμία των Αγγλοπλουτοκρατών θα παραδώσουν το ευκλεές τούτο τμήμα του κόσμου είς την βάρβαρον ασιατικήν δήωσιν. 

Αλλά, νάτην, έρχεται η νίκη. Γέρας της είναι το πιστέυω των τιμίων και φωτισμένων ευρωπαϊκών πνευμάτων, είναι η Αξονική ειρήνη με τάς ηνωμένας πολιτείας της Ευρώπης, με την ελευθερίαν, με την εργασίαν, με την δικαιοσύνην και με την αρετήν.

Ο Ελληνικός λαός με τάς απαραμίλλους παραδόσεις πολιτισμού, την επίκαιρον γεωγραφικήν του θέσιν και με την βιολογικήν του έξαρσιν, έχει κάθε δυνατότητα να καταλάβη μίαν εξέχουσαν θέσιν είς την ευγενή άμιλλαν δία την ευημερίαν του κόσμου και δία την πρόοδον του πολιτισμού. Η σημερινή κοινωνική του αναπηρία δεν επιτρέπεται να σταθεί εμπόδιον είς την ζωήν του. Εμπρός είς την πνοήν της μεγάλης Μεσογειακής μας γείτονος έχομεν την ευκαιρία να εκτιμήσωμεν το ιστορικόν άλμα που επέτυχε τόσον εγκαίρως διά τον συγγενή λαόν η ρωμαλέα ηγεσία του Μουσσολίνι. 

Ο Ελληνικός λαός με επικεφαλής τους Παλαίους του Πολεμιστάς άς αισθανθή την πραγματικότητα και έστω και αργά ας εγχειρισθή, ας αποτοξινωθή και άς τοποθετηθή με όλην του την θέλησιν και με όλην του την άλκην, οριστικά και γενναία είς την Νέαν Ευρώπην που σχηματίζεται από την νίκην του Άξονος. 


Ανδρέας Κονδάκης, Γεν. Πρόεδρος της Γεν. Συνομοσπονδίας των Παλαιών Πολεμιστών Ελλάδος - άρθρο του στην εφημερίδα «Ακρόπολη» στις 17 Ιουνίου 1942