Το παρακάτω άρθρο του Ernst Jünger δημοσιεύθηκε το Σεπτέμβριο του 1923 στην εφημερίδα του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος «Volkischer Beobachter». Το άρθρο γράφτηκε από τον Jünger τρείς βδομάδες μετά την αποστράτευση του από την Reichswehr λόγω των πολιτικών του απόψεων.
Επανάσταση και Ιδέα
στην εφημερίδα «Volkischer Beobachter», Σεπτεμβρίος 1923
«Είμαστε η νεολαία της Γερμανίας, γεμάτη πνεύμα και εθνουσιασμό. Γεννηθήκαμε και ανατραφήκαμε με το πνεύμα της ελεύθερης σκέψης, για αυτό και η λέξη «επανάσταση», στα τέλη του πολέμου ξύπνησε μέσα μας ένα ιερό ρίγος. Και αν και ζούσαμε την πραγματικότητα ενός εταιρικού κράτους, γνωρίζαμε από την ιστορία ότι έρχεται μία στιγμή που ο λαός δεν μπορεί πλέον να ανεχτεί την υφιστάμενη κυβέρνηση, το καθεστώς ή το ισχύον δίκαιο. Οι μεγάλες στιγμές της εξέγερσης, οι εκρήξεις βίας που γεννιούνται από την καταπίεση, η εμφάνιση μίας νέας ιδέας στα οδοφράγματα, συνοδευόμενη από τον ήχο των τυμπάνων και την κόκκινη σημαία - όλα αυτά έβρισκαν αντίκτυπο μέσα μας. Διότι γνωρίζουμε ότι, σε τέτοιες φευγαλέες στιγμές - όταν λαοί, παρατάξεις ή αποφασισμένα άτομα σπάνε με την βία τα δεσμά παλαιών μορφών και διακηρύττουν ένα νέο δίκαιο - βλαστοί νέας ζωής και νεανικής δύναμης ξεπροβάλλουν την χώρα. Όλα αυτά ωστόσο βασίζονται σε μία προϋπόθεση - τόσο αυτονόητη που δεν θα έπρεπε καν να αναφέρεται: την ύπαρξη μίας Ιδέας άξιας να αγωνιστεί κανείς για αυτή.
Από την ιστορία των μεγάλων επαναστάσεων διαπιστώνεται με σαφήνεια, ότι στην αρχή, η Ιδέα γεννιέται στο μυαλό λίγων ανθρώπων και στη συνέχεια, μέσα από μακρόχρονη και επίπονη εργασία, προετοιμάζεται το έδαφος για την υλοποίηση της στην πράξη. Ας πάρουμε για παράδειγμα την Μεταρρύθμιση και τα συναφή κινήματα, την πρώτη Γαλλική Επανάσταση ή την πρόσφατη Ρωσική Επανάσταση: παντού διακρίνουμε τους προάγγγελους της επερχόμενης θύελλας - σπουδαία λογοτεχνία, προφήτες και μάρτυρες που υποφέρουν για την Ιδέα και χύνουν το αίμα τους για αυτήν, ακόμη και αν η Ιδέα είναι εσφαλμένη.
Εντελώς απροσδόκητα, μας δόθηκε η ευκαιρία να βιώσουμε μια επανάσταση ή ένα κίνημα στη χώρα μας, το οποίο αυτοαποκαλούνταν επαναστατικό. Η ευκαιρία αυτή παρουσιάστηκε τη στιγμή ακριβώς που ο λαός — και τα καλύτερα στοιχεία του — ήταν περικυκλωμένος από πανίσχυρους εχθρούς και έδινε μια απεγνωσμένη, ύστατη μάχη. Και μόνο αυτό το γεγονός αρκούσε για να πυροδοτήσει μια εξέγερση. Κάθε επαναστατική οργάνωση επιλέγει την στιγμή της εξέγερσης όταν το καθεστώς βρίσκεται στην πιο αδύναμη φάση του, καθώς για την υλοποίηση μιας Ιδέας απαιτούνται οι πιο ευνοϊκές συνθήκες. Στη δική μας περίπτωση, ωστόσο, δεν ήταν η κυβέρνηση που ηγούνταν του πολέμου: ο λαός, ως ενιαίο σύνολο, αγωνιζόταν για μια νέα μορφή του κόσμου, και η ήττα σε αυτόν τον αγώνα απειλούσε όχι μόνο το μέλλον της χώρας, αλλά και την ίδια την ύπαρξη όλων όσων ζούσαν σε αυτήν.
Το γεγονός ότι ο πόλεμος ήταν κατά πάσα πιθανότητα χαμένος ούτως ή άλλως —έστω και υπό διαφορετικές συνθήκες — δεν αλλάζει τίποτα. Διαπράχθηκαν σοβαρά λάθη, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά ο λογαριασμός έπρεπε να πληρωθεί μετά την υπογραφή της ειρήνης. Έτσι, η επανάσταση δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια ανταρσία σε ένα πλοίο εν μέσω μάχης. Εκείνοι που ανέλαβαν το τιμόνι την ώρα του υπέρτατου κινδύνου επωμίστηκαν, κατά συνέπεια, και τις μεγαλύτερες ευθύνες. Η ιστορία απέδειξε ότι το βάρος ήταν υπερβολικό για τις δυνάμεις τους. Ο λόγος ήταν ότι δεν τους καθοδηγούσε κάποιο ιδανικό, αλλά η επιδίωξη του κέρδους, ενώ είχαν τη στήριξη των μαζών —δειλών, πεινασμένων και τυφλωμένων από συνθήματα.
Τώρα, ακόμη και ο πιο κοντόφθαλμος άνθρωπος μπορεί να διακρίνει τι κρυβόταν πραγματικά πίσω από εκείνα τα συνθήματα. Η λεγόμενη επανάσταση του 1918 δεν αποτέλεσε αναγέννηση, αλλά ένα πραγματικό γλέντι για τις μύγες που σμήνευαν γύρω από ένα πτώμα σε αποσύνθεση. Ποια ιδέα, λοιπόν, έφερε στη ζωή αυτή η επανάσταση; Την ελευθερία; Τη δημοκρατία; Την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση; Αυτό το ερώτημα μπορεί πραγματικά να φέρει τον καθένα σε αμηχανία. Τίποτα καινούργιο δεν συνέβη, ούτε καν σε καθαρά τυπικό επίπεδο: υπήρξε μερική αντιγραφή των ρωσικών θεσμών, μέτριες παρωδίες των γεγονότων του 1789 και του 1848, ενώ ξεθάφτηκαν από τα μπαούλα τα παλιά, σκονισμένα συνθήματα του μαρξισμού. Όταν όμως έπρεπε οι ίδιοι να δημιουργήσουν κάτι καινούργιο, οι ηγέτες της επανάστασης σήκωσαν τα χέρια ψηλά με απόγνωση και, συνειδητοποιώντας την έλλειψη ιδεών τους, γαντζώθηκαν ακριβώς σε εκείνα τα στοιχεία που όφειλαν να πολεμήσουν. Έτσι, με τη δική τους συμβολή, ο καπιταλισμός γνώρισε άνθηση, η πολιτική πίεση ασκούνταν δίχως φραγμούς, ενώ οι υποσχέσεις περί ελευθερίας του λόγου και του Τύπου φάνταζαν σαν εμπαιγμός.
Η μόνη συνθήκη που θα μπορούσε να αποτελέσει ιστορική δικαίωση για αυτή την επανάσταση του υλισμού είναι το γεγονός ότι στέφθηκε με επιτυχία. Αυτό μπορεί να ειπωθεί απλά και άμεσα, όπως ακριβώς συνέβησαν και τα ίδια τα γεγονότα. Μια ομάδα ναυτών κατέλαβε τις πόλεις, ενώ λιποτάκτες και έφηβοι ξήλωναν τα σύμβολα του παλαιού κράτους. Αυτό το γεγονός —που για τις μελλοντικές γενιές θα φαντάζει αδιανόητο— έχει μόνο μία εξήγηση: το παλαιό κράτος απώλεσε τη βούληση για ζωή, η οποία είναι τόσο καθοριστική σε κρίσιμες στιγμές. Ένας οργανισμός ανίκανος να εξουδετερώσει το δηλητήριο που έχει εισχωρήσει στο αίμα του είναι καταδικασμένος να πεθάνει, ιδίως όταν δεν διαθέτει πλέον δυνάμεις. Τα όπλα ήταν έτοιμα· το μόνο που έλειπε ήταν ένα στιβαρό χέρι για να τα αξιοποιήσει. Το κράτος, ευρισκόμενο σε αποσύνθεση, εξέδωσε την ίδια του την ετυμηγορία: απαγόρευσε τη χρήση όπλων και εγκλωβίστηκε στις διαπραγματεύσεις και την αναποφασιστικότητα, με αποτέλεσμα μια παγκόσμια δύναμη πενήντα ετών να καταρρεύσει σαν πύργος από άμμο. Οι αποφάσεις της ιστορίας δεν επιδέχονται αμφισβήτησης στα δικαστήρια. Ό,τι χάθηκε στο παρελθόν δεν μπορεί να επανέλθει.
Και έτσι, τα τελευταία πέντε χρόνια στο Ράιχ, δεν υπήρξε κανένα όραμα — πέρα από τις διαμάχες για τους μισθούς των εργατών, ούτε ένα νέο κάστρο δεν υψώθηκε μέσα από τα ερείπια, ούτε ένας μεγάλος στόχος δεν διακηρύχθηκε. Όμως οι συνέπειες έγιναν αισθητές: συνεχείς αλλαγές πολιτικής, εσωτερικές έριδες, αδυναμία αντιμετώπισης των εξωτερικών δυνάμεων. Πίσω από τις θεατρικές προσόψεις των κυβερνήσεων και υπουργικών συμβουλίων, το κουμάντο κάνουν οι λεηλατητές. Δεν απέμειναν παρά μόνο ληστές και θύματα ληστείας. Ότι προορίζονταν να διασώσει και να πολλαπλασιάσει τα ιδανικά ενός λαού, σβήνει. Εκπρόσωποι του πιο χυδαίου υλισμού, κερδοσκόποι της αγοράς, έμποροι και τοκογλύφοι — αυτοί είναι που ευνοούνται τώρα! Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τα αγαθά, το χρήμα και το κέρδος. Όλες οι κρατικές διακηρύξεις, οι οδηγίες, οι εξηγήσεις, τα μέτρα, τα κονδύλια και οι εκκλήσεις αποπνέουν τη μυρωδιά της σιγοκαίγουσας στάχτης. Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Διότι η επανάσταση δεν αποτέλεσε τη γέννηση του νέου, ούτε το χωνευτήρι νέων ιδεών· δεν ήταν παρά η αργή καύση ενός σώματος που ψυχορραγεί. Αυτό το θλιβερό θέαμα συνεχίζεται ατέρμονα!
Η πραγματική επανάσταση δεν έχει ακόμη συντελεστεί, αλλά το βήμα της παρέλασης της ήδη ακούγεται! Δεν πρόκειται για αντίδραση, αλλά για μια αυθεντική επανάσταση με όλα τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και τα συνθήματά της· η Ιδέα που την κατευθύνει είναι η «völkisch» (λαϊκή/φυλετική), οξυμένη σε πρωτοφανή βαθμό, το λάβαρό της είναι η σβάστικα και η πολιτική της έκφραση είναι η συγκέντρωση της βούλησης σε μια δικτατορία! Θα αντικαταστήσει τον λόγο με την πράξη, το μελάνι με το αίμα, τις κενές φράσεις με θυσίες, την πένα με το σπαθί.
Η επανάσταση θα φέρει μέσα της όλα τα σημάδια μιας αυθεντικής και δίκαιης οργής· θα απωθεί τους σκοταδιστές, καθώς δεν θα μπορεί κανείς να ζεστάνει τα χέρια του πάνω της. Κινητήρια δύναμή της δεν θα είναι το χρήμα, αλλά το Αίμα που κυλά στις φλέβες του έθνους και το συνδέει μυστηριωδώς σε ένα ενιαίο σύνολο. Αυτό το αίμα θα προτιμάει να χυθεί παρά να επιτρέψει να υποδουλωθεί. Από αυτό το αίμα θα γεννηθούν οι νέες αξίες, χάρη σε αυτό το Αίμα, οι ατομικές θυσίες μετατρέπονται σε ελευθερία του συνόλου και τα κύματά του θα φτάσουν στα σύνορα που μας έχουν δοθεί για να αποβάλουν τα δηλητήρια που καταστρέφουν τον οργανισμό μας.
Αυτές είναι οι αξίες για τις οποίες δίνεται η μάχη στα οδοφράγματά μας!»
.jpg)

.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου