Το άρθρο του Ernst Jünger με τίτλο «Die Νationale Revolution» («Η Εθνική Επανάσταση») δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Die Standarte» («Το Λάβαρο») στις 20 Μαΐου 1926. Εντάσσεται στην ίδια σύντομη αλλά έντονη συγγραφική περίοδο, κατά την οποία ο Jünger επιδίωκε να δώσει πολιτική και πνευματική έκφραση σε μια μεταπολεμική γενιά, σκληραγωγημένη από την κατάρρευση του πολιτισμού. Γραμμένο την ίδια χρονιά με τα έργα «Wille» και «Das Blut», το δοκίμιο κινείται σε ένα πιο άμεσο και ανοιχτά πολιτικό ύφος.
Το κείμενο πηγάζει από το χάος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όταν η στρατιωτική ήττα και η επαναστατική ανατροπή της αυτοκρατορικής εξουσίας άφησαν τη Γερμανία μετέωρη μέσα στην πολιτική αβεβαιότητα, στερώντας από την παλαιά τάξη πραγμάτων τα θεμέλιά της. Για πολλούς βετεράνους, το τέλος του πολέμου δεν σήμανε και το τέλος της σύγκρουσης, αλλά απλώς τη μεταφορά της από το πεδίο της μάχης στους δρόμους. Η κοινοβουλευτική ανασυγκρότηση και οι φιλελεύθερες εκκλήσεις για μετριοπάθεια αποδείχθηκαν ανεπαρκείς μπροστά στο μέγεθος της ρήξης που είχε συντελεστεί το 1918. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, η λέξη «επανάσταση» δεν μπορούσε πλέον να υποδηλώνει μια απλή κυβερνητική αλλαγή. Σήμαινε την κατάλυση μιας καθεστηκυίας τάξης και μια αναμέτρηση για τη μελλοντική μορφή του γερμανικού κράτους και τη θέση του στον ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Ο Junger γράφει σε αυτή την περίοδο του μεσοπολέμου, εκφράζοντας τον αγώνα μιας γενιάς να οικειοποιηθεί και να επανακατευθύνει την πορεία του γερμανικού πεπρωμένου. Το άρθρο φέρει το στίγμα του πρώιμου ύφους του —διαμορφωμένου μέσα στην ήττα και το σοκ της πολιτικής κατάρρευσης— και αντιτάσσεται ρητά στη φιλελεύθερη παλινόρθωση και τον κοινοβουλευτικό συμβιβασμό. Η γλώσσα του είναι αυστηρή και στερημένη παρηγοριάς. Η επανάσταση δεν παρουσιάζεται ως απλή αναταραχή, αλλά ως πειθαρχία και προετοιμασία για μια Γερμανία που αναγεννάται. Το κείμενο καλεί στη διαμόρφωση ενός νέου τύπου ανθρώπου και στη συγκρότηση μιας πολιτικής δύναμης ικανής να δράσει στις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας.
Κατά τη μετάφραση αυτού του άρθρου, καταβλήθηκε κάθε προσπάθεια να διατηρηθεί η στιβαρότητα και ο ρυθμός του γερμανικού πρωτοτύπου, χωρίς να αμβλυνθεί η αυστηρότητά του και χωρίς παραχωρήσεις προς το σύγχρονο γλωσσικό ιδίωμα. Εκεί όπου ο Jünger γράφει με κοφτές πινελιές, εκτοξεύοντας λακωνικές διαταγές και συμπυκνωμένες διαπιστώσεις, αυτή η απότομη γραφή διατηρείται. Η πρώιμη πεζογραφία του δεν διαθέτει ακόμη τη μετρημένη ψυχραιμία των μεταγενέστερων έργων του. Κινείται με μια μαχητική διαύγεια, σφυρηλατημένη στον πόλεμο και σκληρυμένη μέσα στις αναταράξεις της Γερμανίας της Βαϊμάρης.
Συγκρινόμενο με τα άλλα δοκίμια του 1926, το «Die Νationale Revolution» αποκαλύπτει μια στιγμή στην εξέλιξη του Jünger κατά την οποία η σκέψη και η δράση βρίσκονταν σε άμεση ενότητα. Οι λογοτεχνικές αρχιτεκτονικές των μεταγενέστερων έργων του δεν είχαν ακόμη λάβει μορφή. Ο λόγος του κειμένου φέρει τον επείγοντα χαρακτήρα της εποχής του και την πίεση της κρίσης που τη χαρακτήριζε. Εκφράζει μια γενιά που αρνήθηκε την υποταγή και τάχθηκε απέναντι στην αταξία των καιρών της.
“Η Εθνικιστική Επανάσταση”
περιοδικό «Standarte», 20 Μαΐου 1926
«Αποκαλώντας τους ευατούς μας με την τιμητική ονομασία των Εθνικιστών, γυρίζουμε την πλάτη όχι μόνο σε εκείνους που προφέρουν αυτή την λέξη σαν κατάρα, αλλά και σε ολόκληρο τον ειρηνιστικό και φιλήσυχο αστικό κόσμο. Η ουσία του κινήματος μας έγκυται στην υπεράσπιση των αξιών της ζωής με στρατιωτικά μέσα. Το αν τα μέσα αυτά συνάδουν με κάποια οικουμενική ηθική δεν μας απασχολεί. Το κίνημά μας στηρίζεται σε στρατιώτες της πρώτης γραμμής, σε άνδρες ζωντανούς που αφοσιώνονται στο καθήκον με αγάπη και χαρά.
Δεν πρόκειται για εμπόρους ή ιδιοκτήτες εργοστασίων αμυγδαλόπαστας που άμβλυναν το μαχητικό πνεύμα του στρατού με τη μικροαστική τους δειλία στην εποχή της καθολικής στρατολόγησης, αλλά για άνδρες που φέρουν τον κίνδυνο μέσα τους, καθώς ο κίνδυνος είναι το φυσικό τους στοιχείο.
Δεν πρόκειται για κακομαθημένα παιδιά, των οποίων το ενδιαφέρον για το κράτος διαρκεί μόνο όσο οι στολές των στρατηγών και τα άσρπα-μαυρα-κόκκινα λάβαρα γεμίζουν τους δρόμους, και τα οποία, μόλις κατέρρευσαν οι θρόνοι, έχασαν κάθε αίσθηση νοήματος στην παγκόσμια ιστορία. Αν αυτοί οι θεματοφύλακες της καθεστηκυίας τάξης και της αδράνειάς της —για τους οποίους ο φιλελευθερισμός θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει συντάξεις με αντάλλαγμα την αιώνια αφοσίωση— είχαν ταχθεί αποφασιστικά υπέρ του εθνικισμού, τότε Δημοκρατία του Νοεμβρίου θα είχε εδραιωθεί. Δεν θα υπήρχε ανάγκη για νομοθεσίες έκτακτης ανάγκης· μετά την άνευ ουσιαστικού περιεχομένου αντιπαράθεση μεταξύ του συντηρητικού και δημοκρατικού φιλελευθερισμού, οι ορέξεις της Δημοκρατίας θα είχαν ικανοποιηθεί, μαζί με εκείνες των «εξ αίματος συγγένων» της, των κομμουνιστών.
Όμως, μια τέτοια απλότητα δεν ήταν ποτέ δυνατόν να αναμένεται.
Σήμερα, η προοπτική μιας εθνικής επανάστασης ορθώνεται μπροστά μας με αδιαμφισβήτητη σαφήνεια, και εντός της εμπεριέχεται το οριστικό τέλος του φιλελευθερισμού. Μια και μόνο ριπή θα αρκούσε για να σαρώσει τους νόμους του και να αποκαλύψει τα περιβόητα και δήθεν αδιαμφισβήτητα επιτεύγματα του 1918 ως εύθραυστα κατασκευάσματα.
Ο ίδιος ο εθνικισμός δύσκολα εντάσσεται σε αυτή την προοπτική, καθώς είναι αδιανόητος χωρίς τον πόλεμο και την επακόλουθη αναδιάταξη των δυνάμεων της ζωής. Η ραχοκοκαλιά του αποτελείται δυστυχώς από ανθρώπους τόσο συνηθισμένους στον τεράστιο κρατικό μηχανισμό, ώστε, όταν εκείνος κατέρρευσε, ένιωσαν το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια τους. Ο εθνικισμός δεν μπορούσε να αποβάλει αυτές τις μορφές σαν ένα φθαρμένο ένδυμα· χρειαζόταν χρόνο για να υπερβεί, στο εσωτερικό του, τις δομές ενός κράτους που προ πολλού είχε πάψει να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Η αυθόρμητη εξέγερση στο Μόναχο σηματοδότησε το πρώτο βήμα προς την απελευθέρωση.
Ωστόσο, στην πορεία αυτή τέθηκαν σε κίνηση νέες δυνάμεις. Η βούληση έσπασε τα δεσμά της και απέβαλε τους περιορισμούς της· αφυπνίστηκε σε μια ελευθερία μεγαλύτερη από κάθε άλλη που είχε γνωρίσει ποτέ ο γερμανικός λαός.
Έτσι αποκαλύπτεται η ουσία του εθνικισμού. Οι παλιές μορφές βυθίζονται στη λήθη της ιστορίας· η διατήρησή τους είναι έργο των μικρόψυχων και ορισμένων εντύπων όπως το «Die Weltbühne». Η πρώτη υποχρέωση του εθνικιστή είναι να αποστρέψει το βλέμμα του από τέτοια αδύναμα όντα —αυτούς τους δήθεν «αντιφρονούντες»— και να τους αρνηθεί ακόμη και την αξιοπρέπεια της περιφρόνησης.
Καθήκον των Εθνικιστών είναι να εξοπλιστούν με κάθε κόστος για τον αγώνα ενάντια στο υφιστάμενο καθεστώς —που ελάχιστα διαφέρει από εκείνο του 1919—το οποίο δεν είναι παρά μια φρεσκοσοβατισμένη πρόσοψη μπροστά σε μια σαθρή κατασκευή. Γκρεμίστε το· μην αφήσετε πέτρα πάνω στην πέτρα.
Η προετοιμασία του εθνικισμού για αυτό το έργο: αυτό και μόνο προσδίδει νόημα στην Επανάσταση του 1918. Μέσω αυτής, ο Γερμανός αποτίναξε τον φόβο της επανάστασης και τα εμπόδια που ορθώνονταν μπροστά στη εθνικιστική βούληση σαρώθηκαν. Αυτή η πορεία πρέπει τώρα να καταστεί πραγματικά επαναστατική, ώστε να καταφερθεί το καίριο πλήγμα στον φιλελευθερισμό και να ατσαλωθεί η εθνικιστική βούληση μέσα από τη δοκιμασία.
Ένας εθνικιστής δεν πρέπει να παραχωρεί ούτε καν την πιθανότητα μιας άλλης έκβασης. Το έργο του είναι να φέρει στο προσκήνιο την πρώτη αληθινή επανάσταση της Γερμανίας, μια επανάσταση θεμελιωμένη σε εντελώς νέες ιδέες.
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ! ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ!
Αυτό πρέπει να διακηρύσσεται αδιάκοπα και χωρίς καμία υποχώρηση, ακόμη κι αν απαιτείται μια δεκαετία επιμονής. Λίγοι έχουν αντιληφθεί μέχρι στιγμής την πλήρη σοβαρότητα αυτής της απαίτησης. Η συναισθηματική ρητορική περί πανανθρώπινης αδελφοσύνης και ενότητας εξακολουθεί να προβάλλεται με έντονα χρώματα.
Ας πάνε αυτά τα λόγια στον διάολο — ή στο κοινοβούλιο, εκεί που ανήκουν. Στον κόσμο που επιδιώκουμε δεν υπάρχει ενότητα των αντιθέτων· υπάρχει μόνο πάλη.
Η εθνική επανάσταση δεν έχει ανάγκη από φύλακες της ειρήνης και της τάξης. Απαιτεί άνδρες που να διακηρύσσουν ότι θα πέσουν από την κόψη του σπαθιού.
Επί έναν αιώνα, το όνομα της επανάστασης είχε καταστεί ακίνδυνο στη Γερμανία. Πρέπει να γίνει και πάλι τρομερό.
Ο Μεγάλος Πόλεμος γέννησε έναν νέο και επικίνδυνο τύπο ανθρώπου. Αυτός πρέπει να κληθεί σε δράση.
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, σύντροφοι. Ας πάρουμε τη θέση μας στις μαχητικές γραμμές· ο μετασχηματισμός τους σε επαναστατικές δυνάμεις αποτελεί το πρώτο μας καθήκον. Ας αφήσουμε πίσω τις ανέσεις και ας μειωθεί ο αριθμός μας, ώστε να πολλαπλασιαστούν οι άνδρες της δράσης. Η διοίκηση πρέπει να είναι ενιαία και η θέληση ακλόνητη. Κερδίστε τους εργάτες. Διώξτε εκείνους που κηρύττουν το ευαγγέλιο της αιώνιας αγοράς και της διαρκούς ασφάλειας. Εμείς δεν είμαστε οι δεσμοφύλακες των εργατών.
Θα μετατρέψουμε τα συνδικάτα σε εθνικιστικούς πυρήνες αγώνα, υπό την ηγεσία εργατών με εθνικιστικό φρόνημα. Πάνω στα οδοφράγματα του έθνους, θα επιτύχουν περισσότερα απ’ όσα πέτυχε ο μαρξισμός σε πενήντα χρόνια.
Και τι γίνεται με τα πανεπιστήμια, το κίνημα της νεολαίας και όλες εκείνες τις οργανώσεις που μας αφορούν; Από πού αλλού θα προκύψει η νέα ανάπτυξη; Τι είναι αυτό που συγκροτεί το κράτος; Η συνεργασία και η αντιπαράθεση. Και πώς πρόκειται να ανατραπεί το κράτος; Μόνο μέσα από την απόσυρση και τη φθορά, μέσα από τη δημιουργία ενός κράτους εν κράτει, αυτάρκους ως προς τις αρχές και τα μέσα του αγώνα.
Πώς θα κερδηθεί το γερμανικό έθνος; Είναι το εθνικιστικό πνεύμα —και μόνο αυτό— που διαθέτει τόσο τη θέληση όσο και τη δύναμη να το κατακτήσει.
Το να είσαι εθνικιστής σε καιρό πολέμου σήμαινε ετοιμότητα να πεθάνεις για τη Γερμανία. Σήμερα, σημαίνει να υψώσεις τη σημαία της επανάστασης για μια Γερμανία μεγαλύτερη και ωραιότερη. Αυτή είναι η αποστολή που ανατίθεται στην εκλεκτότερη και πιο ένθερμη νεολαία του έθνους».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου