Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Το κοινωνικό φαινόμενο «Millwall»

 





του Κωνσταντίνου Μποβιάτσου


«Τα αποδυτήρια της φιλοξενούμενης ομάδας είναι σαν φυλακή. Χωρίς παράθυρα και χωρίς φυσικό φως. Τα μπάνια είναι απαράδεκτα και διαλυμένα. Μετά βγαίνεις στο γήπεδο για να τους αντιμετωπίσεις, αυτούς τα ονομαζόμενα “Λιοντάρια”. Και όταν ξεκινά ο αγώνας έχεις εναντίον σου τους περιβόητους οπαδούς της, μιας από τις πιο επικίνδυνες Firm της Αγγλίας και οχι μόνο».

Αυτά είναι τα λόγια ενός Εγγλέζου χρονογράφου του ποδοσφαίρου, που ξεκίνησε την καριέρα του σαν ένας μέτριος ποδοσφαιριστής και είχε αντιμετωπίσει στο παρελθόν την Millwall. Ακριβώς, μιλάμε πλέον όχι τόσο για την ομάδα, αλλά για το κοινωνικό φαινόμενο Millwall και τους οπαδούς της. Αυτή η ομάδα είναι ένα και το αυτό τόσο με τους οπαδούς της, όσο και με το γήπεδο της, το “The Den”, που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό Λονδίνο και σε μια περιοχή που είχε την ονομασία "The Isle of Dogs". Και όλα αυτά όπως ανέφερα, μέσα από μια κοινωνική σφαίρα και όχι μόνο ποδοσφαιρική. Μια ομάδα που ποτέ κατά την ύπαρξη της δεν κέρδισε ούτε ένα τίτλο, αλλά συμβόλιζε και συμβολίζει πάνω από όλα, την ιστορία μιας συνοικίας και τους κατοίκους της. Μια συνοικία μοναδική, που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην δημιουργία της μικρής αυτής ομάδας και των επικινδύνων οπαδών της. Αυτών που έγινα γνωστοί για τις συγκρούσεις μέσα στο γήπεδο, στους δρόμους, στους σταθμούς και σε όλη την Αγγλία (στην Ευρώπη έπαιξε μια φορά και δημιούργησε το χάος). Αυτών των οπαδών που λίγοι γνωρίζουν την ιστορία τους και τους ιστορικούς λόγους που αποτέλεσαν ένα τέτοιο φαινόμενο. Η Millwall έχει αυτήν την μοναδικότητα.

Από το 1885 που ιδρύθηκε, δεν κέρδισε όπως είπαμε, τίποτε. Έπαιζε πάντα μεταξύ δεύτερης και τρίτης κατηγορίας, με μια παρουσία στην μεγάλη κατηγορία και μια συμμετοχή σε ένα τελικό κυπέλλου Αγγλίας. Αλλά έγινε γνωστή, παρόλα αυτά, σε όλη την Ευρώπη. Ακούγεται παράδοξο ίσως. Απέκτησε όμως αυτήν την φήμη εξ αιτίας των οπαδών της, που μετέφεραν τα χρώματα της ομάδας παντού, με τιμή, περηφάνια και φυσικά με την βία. Πρόκειται για σκληρούς οπαδούς, για μια Firm, που είναι από τις πιο ριζοσπαστικές στο Ηνωμένο Βασίλειο. Χρειάζεται μια ανάλυση ιστορικοκοινωνική και κάποιο ταξίδι στο παρελθόν. Στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, του Τζακ του Αντεροβγάλτη και των γεμάτων από εργάτες λιμανιών, τα οποία έσφυζαν από ζωή, κίνηση, ποτό και βία.

Στο γενικό χάος της ομίχλης του Λονδίνου, υπάρχει μια περιοχή όπου το σύμβολο της βιομηχανικής επανάστασης ήταν σε εξέλιξη, περισσότερο από τις άλλες : τα επονομαζόμενα docks, δίπλα στον Τάμεση. Μια μεγάλη σε έκταση περιοχή στα νότιο ανατολικά του Λονδίνου, που συγκεντρώνει κάθε είδους εμπόριο και δραστηριότητα ενός μεγάλου λιμανιού. Είναι κάτι σαν χερσόνησος, που κατά το πέρασμα του χρόνου και την αύξηση της εμπορικής κίνησης, μετατράπηκε σε ένα νησί με το παράξενο όνομα: “Το νησί των Σκυλιών”. Ξεχάστε εκείνο το κομψό Λονδίνο με τους κυρίους με τα ψηλά καπέλα τις ομπρέλες και τις μεγάλες φαβορίτες, τις όμορφες κυρίες και τα όμορφα σπίτια σε στυλ Μαίρη Πόππινς και με τους περιποιημένους δρόμους. Η ατμόσφαιρα είναι πολύ ζωντανή, αλλά αλλά πολύ κολασμένη. Και θα είναι έτσι για περίπου 100 χρόνια. Οι καπνοί από τις φάμπρικες της μεταποίησης, ανακατεύονται με διάφορες άλλες άσχημες μυρουδιές που υπάρχουν στην περιοχή και όλα αυτά θυμίζουν κάποια μεσαιωνική περίοδο. Βρώμα, ομίχλη, εγκληματικότητα, φτώχεια και πολύ αλκοόλ. Αυτή η περιοχή δημιουργήθηκε περίπου στα μισά του 1800, κατά την μεγάλη οικονομική έκρηξη της βιομηχανικής επανάστασης και του επιθετικού καπιταλισμού. Ένα τετράγωνο ακανόνιστο οριοθετούσε την περιοχή του Millwall και η οποία συνέχισε να αυξάνεται σταδιακά. Η δημιουργία της περιοχής αυτής, από την αρχή είχε σαν σκοπό την εμπορική ανάπτυξη. Χώρος για οτιδήποτε άλλο δεν υπήρχε, παρά μόνο για μικρά σπίτια, τις εργατικές κατοικίες, χτισμένα με κόκκινα τούβλα και όλα στην σειρά. Και όλα φυσικά μέσα σε μια μουντή ατμόσφαιρα, που πολλές φορές θύμιζε νεκροταφείο.

Κυρίως όμως ήταν έξω από κάθε άλλο οικονομικό και κοινωνικό τομέα, αλλά ακόμη και εκείνον τον γλωσσολογικό. Διότι σε αυτήν την περιοχή μιλούν τα αγγλικά με μια παράξενη προφορά, μια μίξη θα έλεγα που προέρχεται από τον Βορρά και συγκεκριμένα από την Σκωτία. Και αυτό διότι οι εργάτες που έρχονται κυρίως σαν μετανάστες, είναι από από την Σκωτία. Διαφορετικοί στην νοοτροπία, μέσα σε έναν κόσμο πολύ δύσκολο. Μιλάμε για ένα πίνακα που θυμίζει περισσότερο θρίλερ, παρά συνοικίες όπως το Hyde Park και Regent Street, τις όμορφες και χαρακτηριστικές περιοχές του Λονδίνου. Αλλά τουλάχιστον μέχρι τον Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περιοχή αυτή, το είδος αυτού του νησιού, ήταν ένα από τα πιο κερδοφόρα για την οικονομία του Λονδίνου. Φυσικά για τις τσέπες των πλούσιων Άγγλων επιχειρηματιών και τραπεζιτικών, δηλαδή του στυγνού καπιταλισμού, Μπορεί βέβαια να μην υπήρχαν οι πολυτέλειες στην περιοχή, αλλά η δουλειά δεν έλειπε ποτέ από κανέναν αλλά ταυτόχρονα με μισθούς πείνας. Σκληρή και ωμή, με πολλές απαιτήσεις και μικρά μεροκάματα. Η περιοχή έπαθε πολλές καταστροφές κατά την διάρκεια των βομβαρδισμών στον Β ́ παγκόσμιο πόλεμο, αλλά μετά την λήξη του πραγματοποίησε ένα πραγματικό άλμα ανασυγκρότησης, που θα την φέρει μέχρι τον μεγάλο αστικό εκσυγχρονισμό του 1967.

Τα πρώτα μουσικά ακούσματα rock, underground, punk, Οi και post punk, σε συνδυασμό με τις παμπς και τα υποβαθμισμένα κλαμπς, αποτελούν μια κοινωνική επανάσταση στο Λονδίνο και φυσικά θα απασχολήσει και την περιοχή του Millwall, το οποίο θα γνωρίσει το πρώτο κύμα σκληρής ανεργίας και τα πρώτα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα και ταραχές. Είναι ο ερχομός των διάσημων πλέον containers με τα εμπορεύματα, που τα παλαιά docks δεν μπορούσαν πλέον να διαχειριστούν. Εδώ η νεωτερικότητα θα παρασύρει ένα μεγάλο μέρος εργατών και θα επιφέρει ριζικές αλλαγές. Θα έλεγα ένα εκρηκτικό κοινωνικό κοκτέιλ: ανεργία, μουσική, μπύρα, φασαρίες και άρνηση της εξουσίας. Αυτοί είναι οι εργάτες, αυτός είναι ο απλός λαός, που είχε ιδρύσει την ποδοσφαιρική ομάδα Millwall f.c. Μια ομάδα "ανώμαλη" από το ξεκίνημα της. Έχουν ένα λιοντάρι σαν σύμβολο και παίζουν σε ένα γήπεδο κάπως ανώμαλο, ακόμη και από αρχιτεκτονικής άποψης, τελείως λάθος. Δύσκολο να βγεις χωρίς απώλειες σωματικές από μια τέτοια πύρινη ατμόσφαιρα. Περήφανοι για την κοινωνική τους κατάσταση, την περιβόητη working class, η οποία βαδίζει πάνω στα όρια της προόδου, οι οπαδοί της Millwall αυτοπροσδιορίζονται ήδη σαν οι τελευταίοι μάρτυρες ενός προκεχωρημένου φυλακίου του παλαιού τοπικού πολιτισμού, παράδοσης και τρόπου ζωής, που σνομπάρονται πλέον από την κοινωνία του Λονδίνου. Η ολική απομόνωση αυξάνεται σταδιακά από τον υπόλοιπο κόσμο της μεγαλούπολης. Αυτόν τον κόσμο των δήθεν κοινωνικών τίτλων, της μόδας με το στυλ της Βασίλισσας, του καθωσπρεπισμού και των πολλών “πρέπει”. Εδώ δεν υπάρχει χώρος για όλα αυτά και δεν το θέλουν, έτσι και αλλιώς. Είναι μια πραγματική working class, που έχει χάσει την ελπίδα της μαζί με τα docks και την παράδοση που πεθαίνει. Το λένε άλλωστε και με το διάσημο σύνθημα που οι ίδιοι εφηύραν: «No one likes us, we don't care, we are Millwaall from the Den»

Οι μηχανές σταμάτησαν, τα ναυπηγεία έκλεισαν και η περιοχή έγινε όλο και περισσότερο μια γη της κοινωνικής απελπισίας. Μια οικονομική κατάθλιψη. Η πολλαπλή φυσικά. Και αυτήν την φορά πολύ πιο δύσκολη να αντιμετωπιστεί σε σχέση με τους βομβαρδισμούς του πολέμου. Μέσα από αυτές τις συνθήκες, γεννήθηκε και ο μύθος του νότιου ανατολικού Λονδίνου, της περιοχής αυτής που οι κανόνες είναι δύσκολο να εφαρμοστούν. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται και αποκτούν δύναμη κάποιες παρέες που ασχολούνται με τις μικροκλοπές και άλλου είδους παράνομες ενέργειες μικρής όμως σημασίας. Στην νότια πλευρά και γύρω από το παλαιό Νησί των Σκυλιών, δρουν οι Richardson, μια συμμορία εγκληματική που εναντιωνόταν σε αυτή την συμμορία του ανατολικού Λονδίνου ( East end), τους Kray. Kαι για να το μεταφράσουμε πιο ποδοσφαιρικά, μιλάμε πλέον για West Ham εναντίον Millwall. Έτσι γεννιέται η τεράστια αυτή ποδοσφαιρική αντιπαλότητα στην Αγγλία. Αλλά για να πούμε και την αλήθεια, ήδη από την εποχή της μεγάλης κρίσης, ένα επεισόδιο είχε ανάψει τα αίματα των workers του Ανατολικού Λονδίνου και των Σκοτσέζων της Millwall: οι δεύτεροι είχαν σπάσει την την γενική απεργία των λιμενεργατών. Πως έγινε αυτό; Οι εργάτες από το Millwall, παρουσιάστηκαν στην άλλη μεριά του Τάμεση για να δουλέψουν κανονικά..έτσι απλά.

Οι δυο firm των οπαδών,το 1967, σε συνεργασία με τις αντίστοιχες συμμορίες τους Kray και τους Richardson, καταλήγουν σε αιματηρές συγκρούσεις ανοίγοντας έτσι την μεγάλη εποχή των hooligans. Είναι ένας αιματηρός πόλεμος. Από την μια μεριά οι εργάτες από τις αποβάθρες και από την άλλη οι εργαζόμενοι του East London. Γεννιούνται έτσι οι περιβόητοι “Inter City Firm”, για την West Ham και οι “The Bushwackers”, για την Millwall. Mιλάμε πλέον για σκηνές βγαλμένες από ταινία, σαν την γνωστή "Τhe Warriors", αλλά γυρισμένη όμως στο Λονδίνο. Κυρίως στο “Τhe Den”, κανείς δεν ερχόταν με ευχαρίστηση. Η Millwall Road, η οδός που οδηγεί στο γήπεδο, έγινε ένας αστικός θρύλος, ο οποίος μεταδιδόταν από αυτί σε αυτί, πίνοντας μπύρες και διάγοντας ο ένας στον άλλον τις περιπέτειες του εκεί, στον καταραμένο εκείνο δρόμο και γήπεδο και ιδιαίτερα στις τρομακτικές γέφυρες τρένων, που αποτελούσαν ένα επικίνδυνο πέρασμα, Μπορούσε να σου συμβεί οτιδήποτε εκεί, κάθε στιγμή και κάθε μέρα...Η απομόνωση, η μισαλλοδοξία και η μηδενική προοπτική για καλυτέρευση, κάνουν τους “Bushwackers” και αργότερα τους ψυχοπαθείς”Treatment” άλλα και τους F-Troop στην συνέχεια, μια μεγάλη ομαδική δύναμη. Εδώ, περισσότερο από από άλλες περιοχές της Αγγλίας, το κοινωνικό φαινόμενο των skinheads, ανεξάρτητα από το πως γεννήθηκε, έδωσε μια άλλη ιδεολογική νότα, εξ αιτίας της επιτυχημένης διείσδυσης του National Front και άλλων εθνικιστικών κινημάτων. Άλλη μια ταινία που μας τα δείχνει όλα αυτά είναι το "This is England".

Είναι μια αποφασιστική καμπή της ποδοσφαιρικής ιστορίας της Αγγλίας. Η Margaret Thatcher, μόλις εξελέγη πρωθυπουργός και η αντιδραστική και σκληρή καπιταλιστική πολιτική της, θα σπρώξει τα πράγματα σε μια άλλη διάσταση. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο στο Millwall, αλλά και σε ένα μεγάλο κομμάτι της χώρας, όπου η εργατική τάξη θα υποστεί μια εκμετάλλευση και θα χάσει πολλά από τα δικαιώματα της, Μισθοί χαμηλοί, μειωμένη κοινωνική ασφάλιση και τα προβλήματα της ανεργίας πολλαπλασιάζονται. Και μέσα σε όλο αυτό το χάος και τις ακραίες φιλελεύθερες θέσεις και πράξεις της κυβέρνησης, το πέταλο της Millwall, θα πάρει την μορφή του λιονταριού και θα αντιδράσει μέσα και έξω από τα γήπεδα. Δεν έχουν τίποτε να χάσουν. Βάζουν σε δύσκολες καταστάσεις την αστυνομία κατά την διάρκεια των παιχνιδιών με συνεχείς επιθέσεις μέσα στο τερέν. Και ακριβώς στις αρχές του 1980 κάνει την εμφάνιση του ένα αυτοσχέδιο όπλο, που σκορπίζει τον φόβο στην Αγγλία, το περιβόητο “Millwall’s Brick”. Πρόκειται για εφημερίδες βρεγμένες και τυλιγμένες τόσο σφιχτά, σαν να είναι πρεσαρισμένες, που χρησιμοποιούταν σαν όπλο, σε μάχες σώμα με σώμα. Είναι η υπογραφή των Bushwackers, μαζί με την απαραίτητη μαχαιριά. Αυτό δυσκολεύει τα πράγματα τόσο με την αστυνομία, όσο και με τους αντιπάλους οπαδούς. Στο μεταξύ η Millwall παλεύει στις μικρές και φτωχές κατηγορίες της Αγγλίας, αντικατοπτρίζοντας και την εικόνα όλης της συνοικίας. Η ομάδα δεν μπορεί να κάνει κάτι καλύτερο από το να παίζει ένα ποδόσφαιρο αμυντικό και σκληρό, με πολλά φάουλ και πολλά χτυπήματα. Καμιά ποιότητα. Στυλ παιχνιδιού που τραγουδήθηκε από πολλά underground γκρουπ ...Είναι ο πραγματικός καθρέπτης της περιοχής.

Ο χρόνος όμως έκανε αυτό που οι βόμβες, η εξαθλίωση, η ανεργία, οι συλλήψεις και τα γκλοπς δεν έκαναν. Η περιοχή δέχτηκε και αυτή τις επενδύσεις των πολυεθνικών, τον εκσυγχρονισμό με τις τεράστιες υπερκατασκευές. Και κυρίως το γήπεδο, αυτό το άσχημο και όχι βολικό γήπεδο, αυτό που για εκατό περίπου χρόνια φιλοξένησε την Millwall, φοβίζοντας τις μικρές και τις μεγάλες ομάδες. Σήμερα δεν υπάρχει πια. Την δεκαετία του 1990 όλοι μετακόμισαν στο “The new Den”, λίγες εκατοντάδες μέτρα από το παλιό. Βέβαια η ατμόσφαιρα μοιάζει σε στυλ με την παλιά, αλλά άλλαξαν και πολλά στην Αγγλική κοινωνία.

Τέλος πάντων, ανάμεσα σε συνειδησιακά προβλήματα, καταπίεση, συγκρούσεις , τίτλοι της πρώτης σελίδας των εντύπων, τις εφημερίδες τυλιγμένες και να χρησιμοποιούνται σαν όπλα και μια γενική μιζέρια και εξαθλίωση, η Μillwall συνεχίζει να υπάρχει χάριν στην συμπαράσταση των κατοίκων μιας περιοχής, που έχει συζητηθεί και μισηθεί. Αλλά όμως που παραμένει μέχρι σήμερα ένα είδος κοινωνικής αντίστασης σε έναν κόσμο ξεχασμένο, έναν κόσμο που δεν έχει πια ταυτότητα. Για όλους αυτούς που θαμμένοι κάτω από το κυριλέ και ψεύτικο χαλί του μοντέρνου κόσμου και του σύγχρονου ποδοσφαίρου των πολυεθνικών, η Millwall και οι οπαδοί της θα παραμείνουν περιθωριακοί. Αλλά κάτω από τους ήχους του “London Calling” των Clash, για κάποιους σαν εμάς, τους νοσταλγούς και λάτρεις του αληθινού ποδοσφαίρου και οπαδισμού, τύποι τον Harry The Dog (ηγετη των χούλιγκανς της δεκαετίας του 80 των F-Troop), άλλα και του Ginger Bob λίγο αργότερα, παραμένουν στο μυαλό μας μαζί με το φαινόμενο Millwall, ζωντανοί και αναλλοίωτοι από την λαίλαπα της νeωτερικότητας...






Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

CasaPound: Όταν ο εθνικισμός γίνεται Αντικουλτούρα

 




Χτύπησα τις μεγάλες μεταλλικές πόρτες ενός εμπορικού κτιρίου σε έναν ήσυχο δρόμο της Ρώμης. Δεν είχε όνομα επικοινωνίας - μόνο μια διεύθυνση. Την είχα βρεί από κάποιον τυχαίο λογαριασμό ενώ έψαχνα σε ένα ευρωπαϊκό εθνικιστικό νήμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ήταν γύρω στο 2013. Η πρώτη μου φορά στην Ιταλία, μετά από την παιδική μου ηλικία, μία από εκείνες τις οικογενειακές επισκέψεις που αφήνουν περισσότερο γεύση παρά ανάμνηση. Τώρα ήμουν εκεί με μια κοπέλα, σχεδιάζοντας τη συνηθισμένη ρομαντική μας απόδραση. Το Κολοσσαίο. Κρασί. Ερείπια. Αλλά μια πλατεία στο πρόγραμμα ήταν δική μου. Μια μέρα, ένας λόγος για τον οποίον ήρθα πραγματικά στη Ρώμη: CasaPound

Ένα μικρό μεταλλικό παράθυρο άνοιξε με ένα δυνατό κρότο. Ένας τύπος με κοντό κούρεμα έβγαλε το κεφάλι του έξω και φώναξε κάτι στα ιταλικά που δεν καταλάβαινα. Φώναξα, «Ε, γεια... είμαι από τη Νέα Υόρκη. Είμαι εθνικιστής. Ένθερμος υποστηρικτής της CasaPound. Μπορώ να περάσω μέσα ή κάτι τέτοιο;»

Κοίταξε πάνω κάτω στον δρόμο, προβληματισμένος, και μετά σήκωσε τους ώμους του. «Μμμ... εντάξει. Έλα μέσα.»

Λίγα λεπτά αργότερα, ήμουν μέσα, και με ξενάγησε ένας από τους άντρες τους.

Τα κλιμακοστάσια μύριζαν ιδρώτα, σπρέι και εσπρέσο. Υπήρχε γυμναστήριο πυγμαχίας στον έναν όροφο. Ένα βιβλιοπωλείο στον άλλο. Τα παιδιά έπαιζαν στους διαδρόμους κάτω από πλαισιωμένα πορτρέτα του Τζούλιους Έβολα και του Έζρα Πάουντ, κρεμασμένα δίπλα σε πολεμικές σημαίες και δίσκους βινυλίου. Δεν μπορούσα παρά να χαμογελάσω.




Αργότερα, μου πρότειναν να επισκεφτώ ένα από τα εστιατόριά τους κοντά στο Κολοσσαίο. Έτσι και κάναμε. Ήμουν άναυδος, εντυπωσιασμένος από όλη τη σκηνή, όταν μπήκε μέσα—ο Gianluca Iannone, «μπροστινός» των Zetazeroalfa και ιδρυτής της CasaPound.

Σηκώθηκα, πιθανώς πολύ γρήγορα, και του έσφιξα το χέρι αμήχανα. Του είπα ότι ήμουν υποστηρικτής του από τη Νέα Υόρκη μέχρι εκεί. Σήκωσε τα γυαλιά ηλίου του, χαμογέλασε ελαφρά και είπε ότι εξεπλάγη. Μου είπε ότι ήμουν μόνο ο δεύτερος Αμερικανός που είχε γνωρίσει ποτέ και ήρθε να με επισκεφτεί.

Δεν ξέρω αν το θυμάται. Αλλά εγώ το θυμάμαι.



Το Soundtrack του «Φασισμού της Τρίτης Χιλιετίας»

Για να κατανοήσουμε τη CasaPound, ξεκινήσουμε με τους Zetazeroalfa, το soundtrack της ιταλικής εθνικιστικής εξέγερσης. Στα τέλη της δεκαετίας του '90, βαθιά στην underground σκηνή της Ρώμης, το συγκρότημα αναδύθηκε σαν πολεμικό σύνθημα - ωμό, ακλόνητο, αμετανόητο. Ιδρυμένο το 1997 από τον Iannone, το συγκρότημα δεν έπαιζε απλώς μουσική. Ήταν μια αντικουλτούρα.

Οι εμφανίσεις τους δεν ήταν συναυλίες. Ήταν πολιτικά βαπτίσματα. Στίχοι που ακουγόντουσαν σαν να ήταν γραμμένοι με μαχαίρια χαρακωμάτων. Μουσική για τους μελανοχίτωνες της πανκ ροκ. Ήταν ένας ήχος που θα μπορούσε να κάνει έναν βετεράνο Arditi να χαμογελάσει με ματωμένα χείλη.

Νεαροί αγωνιστές ήρθαν από όλη την Ιταλία για να τους δουν να παίζουν σε μέρη όπως η παμπ Cutty Sark της Ρώμης. Το πρόβλημα; Μετά τα mosh pits, μετά τις φωνές και τα χτυπήματα, δεν υπήρχε πουθενά να πάνε.

Έτσι, υπό το άγρυπνο βλέμμα του πορτρέτου του D'Annunzio που κρεμόταν στο μπαρ, κατέστρωσαν ένα σχέδιο: το δικό τους Fiume. Θα καταλάμβαναν ένα κτίριο. Όπως ακριβώς έκανε ο ποιητής-στρατιώτης το 1919 όταν βάδισε προς το Φιούμε με μια ομάδα ριζοσπαστών και ανακήρυξε ένα μικρο-κράτος χτισμένο πάνω στην αισθητική, το πάθος και το σίδερο.

Το 2003, βρήκαν το κτίριό τους. Τελείωσαν τους εσπρέσο τους. Φόρεσαν μαύρα ζιβάγκο. Κρουστήρες στο χέρι. Και εγκαταστάθηκαν.

Μέσα σε λίγες ώρες, βρίσκονταν στην ταράτσα ενός οκταώροφου κτιρίου στη Ρώμη, γιορτάζοντας την κατάκτησή του. Ο Τζανλούκα ύψωσε τη σημαία.

Η CasaPound γεννήθηκε. Το Φιούμε αναγεννήθηκε. 





Παράλληλη Κατάσταση 

Οι δημοσιογράφοι έκλαιγαν για το ότι ήταν φασίστες. Παθιασμένοι με τα τατουάζ και τα συνθήματα. Αλλά η CasaPound δεν ανοιγόκλεισε τα μάτια. Me ne frego. Δεν με νοιάζει. Αυτό έγινε καύσιμο.

Ενώ τα κυρίαρχα κόμματα παρακαλούσαν για τηλεοπτικό χρόνο και επιρροή στο Twitter, η CasaPound έχτισε παράλληλους θεσμούς - καφετέριες, εκδόσεις, γυμναστήρια, φεστιβάλ, ακόμη και μόδα. Δεν κυνηγούσαν ψήφους. Έχτιζαν μια αντικουλτούρα. Μια ζωή. Έναν κόσμο.

Το ίδιο το κτίριο μετονομάστηκε σε Ezra Pound, τον Αμερικανό φασίστα ποιητή και προστάτη άγιο των πολιτισμικά αποστερημένων. Μέσα, βιβλία για τον Μουσολίνι και τον Νίτσε βρίσκονταν δίπλα σε κιβώτια μπύρας και μια στοίβα γάντια του μποξ.

Το ονόμασαν «Κοινωνικό Κέντρο», όχι αρχηγείο:

Στέγαση για ιταλικές οικογένειες που έμειναν πίσω

Χώροι για πανκ παραστάσεις, συζητήσεις, συνέδρια

Γυμναστήρια, εκδοτικοί οίκοι, στούντιο προπαγάνδας, συσσίτια

Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μου, ρώτησα έναν τύπο —συστήθηκε ως ο «απεσταλμένος τους για τους ξένους» — τι σήμαινε η σημαία με την χελώνα.

Με κοίταξε σοβαρά. «Επειδή η χελώνα κουβαλάει το σπίτι της στην πλάτη της. Ακριβώς όπως εμείς».

Δεν χρειαζόταν να πει περισσότερα. Αυτός ήταν ο «Φασισμός της Τρίτης Χιλιετίας». Και δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχα δει στην πατρίδα μου.


Περισσότερο από μια στιγμή

Υπό την ηγεσία του Gianluca, η CasaPound δεν επιβίωσε απλώς. Επεκτάθηκε. Παραρτήματα άνοιξαν σε όλη την Ιταλία. Διεξήγαγαν συνέδρια με εθνικιστές από όλη την Ευρώπη. Επέστρεψα μάλιστα χρόνια αργότερα - αυτή τη φορά με μια ομάδα από τις ΗΠΑ μετά από έναν αγώνα πυγμαχίας στη Γερμανία - και έμεινα στον ξενώνα του κτιρίου.

Πίσω στις ΗΠΑ, ο ακτιβισμός συνήθως σήμαινε μια χούφτα άντρες που φώναζαν προκλητικά συνθήματα σε μια GoPro. Το τρολάρισμα ως στρατηγική. Ορίστε; Νεαροί άνδρες ήταν τοποθετημένοι στις γωνίες των δρόμων όλη μέρα, μοιράζοντας φυλλάδια, μιλώντας στην πραγματικότητα σε ανθρώπους. Η προπαγάνδα τους είχε σχεδιαστεί για να προσελκύει - όχι να απωθεί.

Το 2019, ο Iannone ανακοίνωσε ότι η CasaPound θα αποσυρθεί από την κομματική πολιτική και θα επιστρέψει στις ρίζες της ως κοινωνικό κίνημα.

Δεν θέτουν υποψηφιότητα. Διοικούν γειτονιές.


Ο Τσιμεντένιος Θρύλος

Σήμερα, η CasaPound εξακολουθεί να έχει παρουσία σε σχεδόν κάθε μεγάλη ιταλική πόλη. Το αρχικό κτίριο στέκει ακόμα - ένας θρύλος από τσιμέντο στην περιοχή Esquilino, που υψώνεται σαν κειμήλιο πολέμου που κανείς δεν τολμά να αγγίξει.

Η επιρροή της φτάνει πολύ πέρα ​​από την Ιταλία. Μέσα από την underground μουσική σκηνή της Ευρώπης. Μέσα από εθνικιστικούς κύκλους σε όλο το περιεχόμενο και πέρα ​​από αυτό (εμπνεύστηκα έντονα από αυτούς για να ξεκινήσω πολλά έργα στις ΗΠΑ.) Ακόμα και οι εχθροί της την παρακολουθούν με νοσηρή περιέργεια.

Επειδή η CasaPound απέδειξε ένα σημείο:

Αν συνδυάσεις κουλτούρα, πεποιθήσεις και δράση, μπορείς να δημιουργήσεις τη δική σου πορεία προς τα εμπρός.





Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Βιβλιοπροτάσεις: Ernst Junger, Ανθολογία κειμένων

 




«Η μάχη των μηχανών είναι τόσο εκκωφαντική, που ο άνθρωπος σχεδόν εξαφανίζεται. Συχνά, βυθισμένος στο πεδίο δυνάμεων των σύγχρονων μαχών, έχω μείνει έκπληκτος βλέποντας ένα γεγονός ιστορικών διαστάσεων. Η μάχη πήρε την όψη ενός γιγάντιου, νεκρού μηχανισμού, στέλνοντας ένα κύμα ψυχρής και απρόσωπης καταστροφής σε όλη την έκταση. Ωστόσο πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ο άνθρωπος. Είναι αυτός που δίνει στις μηχανές μια κατεύθυνση, ένα νόημα. Είναι αυτός που τις κάνει να εκτοξεύουν σφαίρες, εκρηκτικά και δηλητήρια. Αυτός υψώνεται μέσα τους σαν αρπακτικό πουλί πάνω από τον εχθρό. Χώνεται στις κοιλιές τους καθώς προχωρούν μαζικά στο πεδίο της μάχης, φτύνοντας φωτιά. Αυτός είναι το πιο επικίνδυνο, αιμοδιψή και αποφασιστικό πλάσμα στον πλανήτη Γη».





Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Ernst Jünger: «Η Εθνικιστική Επανάσταση»

 





Συνεχίζω με κείμενα του αγαπημένου συγγραφέα, στοχαστή και φιλόσοφου του ιστολογίου, τον μεγάλο αυτό Γερμανό, που με τα έργα του, μέσα σε σχεδόν 100 χρόνια ανέλυσε με τον μοναδικό του τρόπο την νίκη της παρακμής, ενάντια στην παράδοση. Μας ενημέρωσε, προειδοποίησε και φιλοσόφησε για την ωμή νεωτερικότητα, με έναν τρόπο μη ορθολογικό, που εναντιωνόταν στο «πολιτικό ορθό» καθεστώς που μας κυβερνά. Θα συνεχίσω να φέρνω στα ελληνικά, τον πλούτο των κειμένων του αλλά και σε χαρτί, με βιβλία, που ήδη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Λόγχη», ενώ αναμένεται ακόμη ένα τις επόμενες μέρες. Καλή συνέχεια.



“Η Εθνικιστική Επανάσταση”
 περιοδικό «Standarte», 20 Μαΐου 1926


«Χρησιμοποιώντας τον τιμητικό τίτλο των εθνικιστών, δεν εννοούμε μόνο την αποστασιοποίηση από την πιο μαχητική ομάδα εκείνων για τους οποίους αυτή η λέξη είναι η πιο καταραμένη, αλλά και από την ειρηνική αστική τάξη γενικότερα. Ένα κίνημα που σκοπεύει να αγωνιστεί με τα μέσα του πολέμου για τις αξίες της ζωής και που για τον σκοπό αυτό τάσσεται με το μέρος του διαβόλου – είτε αυτά τα μέσα εγκρίνονται από την κοινή ηθική είτε όχι – έχει εμπιστευθεί τα πάντα σε πολεμιστές, σε γενναίους άνδρες που εμψυχώνονται πραγματικά από αίμα, που ασπάζονται τον σκοπό με ενθουσιασμό και αγάπη. Δεν πρόκειται ασφαλώς για εκείνους τους έμπορους και τους κατασκευαστές παιχνιδιών σύμφωνα με τους οποίους η εποχή υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, για όλους, έχει αποδυναμώσει τον στρατό, αλλά για εκείνους τους άνδρες που είναι επικίνδυνοι, επειδή ο κίνδυνος είναι μια ευχαρίστηση γι’ αυτούς.

Ούτε έχουμε να κάνουμε με τον χαρακτηριστικό τύπο εκείνο των ανθρώπων που βολεύονται, που θεωρούν το κράτος ασφαλές όταν μπορεί να φορεθεί η στολή του στρατηγού στους δρόμους, ή όταν μπορούν να κυματίσουν μαύρες, άσπρες και κόκκινες σημαίες και στους οποίους φαίνεται ότι με την πτώση του θρόνου, η παγκόσμια ιστορία έχει χάσει το νόημά της. Πράγματι, αν οι εκπρόσωποι της ειρήνης, της τάξης και της υπομονής, στους οποίους ο φιλελευθερισμός έπρεπε να πληρώνει τις συντάξεις για τη μεταφορά της ανεξάντλητης πρώτης ύλης της δραστηριότητάς τους – αν αυτοί οι άνθρωποι επρόκειτο να κατέβουν στο πεδίο της μάχης ως μαχητές του εθνικισμού, η κληρονομιά της Δημοκρατίας του Νοεμβρίου θα ήταν ούτως ή άλλως εγγυημένη. Δεν θα ήταν απαραίτητος κανένας βοηθητικός νόμος και με την αμοιβαία περιφρόνηση μεταξύ συντηρητικών και δημοκρατών, ο φιλελευθερισμός θα έπρεπε να θεωρήσει τον εαυτό του ικανοποιημένο με την ανάγκη για ένα κίνημα, αν δεν χρειαζόταν να ελπίζει σε κάποια σποραδική προμήθεια αίματος, προερχόμενο από τους κομμουνιστές.

Αλλά δεν μπορεί κανείς να βασίζεται σε τέτοια αφέλεια για πολύ καιρό. Η πιθανότητα μιας Εθνικής Επανάστασης διαφαίνεται με εκπληκτική σαφήνεια αυτή τη στιγμή και έτσι ο φιλελευθερισμός αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να ληστευτεί αμέσως από τα τεράστια και φαινομενικά οριστικά λάφυρα του 1918 και ακριβώς μέσω μιας χειρονομίας μιας ανανεωμένης παρανομίας. Ο ίδιος ο εθνικισμός εκπλήσσεται από αυτή την πιθανότητα, η οποία θα ήταν αδιανόητη χωρίς τα προηγούμενα πράγματα που την ευνόησαν: χωρίς τον πόλεμο, την κατάρρευση και την επακόλουθη ισορροπία των δυνάμεων. Οι υποστηρικτές του, οι εθνικιστές, ήταν τόσο συνηθισμένοι στο να έχουν τη βούλησή τους συνδεδεμένη με έναν μεγαλοπρεπή παραδοσιακό μηχανισμό, που με την εξαφάνιση αυτού του μηχανισμού, η δύναμη της θέλησής τους φαινόταν να έχει και αυτή χαθεί. Πράγματι ο εθνικισμός δεν τα έχει εξαλείψει όλα αυτά, αλλά του πήρε πολύ χρόνο για να ξεπεράσει εσωτερικά τις πολύπλοκες μορφές ενός αρχαίου κράτους: πολύ καιρό αφότου αυτές οι μορφές είχαν πάψει να ανήκουν στον πραγματικό κόσμο.

Κατά την αρχική, ακόμη ασαφή, εμφάνισή του στο Μόναχο, ο εθνικισμός βρισκόταν στη μέση αυτής της διαδικασίας. Όμως καθώς προχωρούσε, προέκυψαν εντελώς νέα συναισθήματα. Η βούληση για δύναμη δεν θεωρούνταν πλέον περιορισμένη ή υποχρεωμένη, αλλά μάλλον εντελώς ελεύθερη: τόσο ελεύθερη, όσο ίσως δεν υπήρξε ποτέ η γερμανική βούληση. Έτσι στον εθνικισμό εμφανίζεται μια εντελώς σαφή κατάσταση. Το τυπικό οικοδόμημα του παρελθόντος είναι ολοκληρωμένο, η φροντίδα του μπορεί να ανατεθεί αφενός στη μικροαστική τάξη και αφετέρου στην παγκόσμια σκηνή. Το πρώτο – και προφανές – καθήκον του εθνικισμού είναι να γυρίσει την πλάτη σε αυτό το υποδεέστερο πεδίο μάχης, χωρίς κανενός είδους δυσαρέσκεια. Το καθήκον του είναι μάλλον να κηρύξει τον πόλεμο με κάθε μέσο ενάντια στο σημερινό κτίριο, το οποίο είναι ακριβώς το ίδιο όπως ήταν το 1919, με την προσθήκη μερικών παραχωρήσεων στην πρόσοψη, προς όφελος της κατώτερης μεσαίας τάξης. Δεν πρέπει να μείνει ούτε μια πέτρα. Το να καταστήσουμε τον εθνικισμό ικανό να αντιμετωπίσει αυτό το καθήκον, είναι το πραγματικό νόημα της επανάστασης του 1918. Χάρη σε αυτό όχι μόνο διαλύθηκε ο φόβος που ένιωθαν οι Γερμανοί μπροστά σε οποιαδήποτε επανάσταση, αλλά ο δρόμος καθαρίστηκε επίσης από όλες εκείνες τις πέτρες που θα μπορούσαν να είχαν εμποδίσει μια φωτισμένη εθνικιστική βούληση.

Το να δοθεί σε αυτό τον δρόμο η μορφή μιας απόλυτα επαναστατικής διαδρομής είναι αναπόφευκτο, όχι μόνο για να καταφέρει στον φιλελευθερισμό το θανάσιμο χτύπημα ανατρέποντας κάθε νομική του ανοησία, αλλά και για να σφυρηλατήσει την ίδια την εθνικιστική βούληση. Ο εθνικιστής δεν πρέπει καν να σκεφτεί καμία άλλη πιθανότητα εκτός από αυτή. Έχει το ιερό καθήκον να δώσει στη Γερμανία την πρώτη αληθινή της επανάσταση: εκείνη την επανάσταση που θα καθοδηγείται από ιδέες ικανές να ανοίξουν νέους δρόμους, χωρίς ενδοιασμούς. Επανάσταση, επανάσταση λοιπόν! Αυτό πρέπει να κηρύττεται αδιάκοπα, με αγανάκτηση, συστηματικά, ανελέητα: είθε αυτό το κήρυγμα να διαρκέσει δέκα χρόνια. Λίγοι έχουν ακόμη αναγνωρίσει αυτή την ανάγκη σε όλη της τη σαφήνεια και βρίσκεται ακόμη σε μια πλήρη άνθιση η συναισθηματική φλυαρία της αδελφοσύνης και της ένωσης με όλες τις δυνατές και αδύνατες μορφές πνεύματος. Στην αγχόνη ή στο κοινοβούλιο: όπου υπάρχει χώρος. Σε αυτόν τον πεπερασμένο κόσμο δεν υπάρχει δυνατότητα αδελφικής ένωσης μεταξύ των αντιθέτων: υπάρχει μόνο ο αγώνας. Η Εθνικιστική Επανάσταση δεν έχει καμία χρησιμότητα για όσους κηρύττουν την ηρεμία και την τάξη. Υπάρχει και μια ανάγκη για κάποιον που θα φωνάξει: «Ο Κύριος θα έρθει εναντίον σας με τη σκληρότητα του σπαθιού». Θα πρέπει να απελευθερώσει το όνομα της επανάστασης, από τον χλευασμό που της έχει αποδοθεί στη Γερμανία εδώ και σχεδόν εκατό χρόνια. Στον Μεγάλο Πόλεμο διαμορφώθηκε ένας νέος, επικίνδυνος τύπος ανθρώπου: ας τον οδηγήσουμε σε δράση!

Στη δουλειά, λοιπόν, σύντροφοι! Ας ενισχύσουμε την επιρροή μας στις μαχητικές ενώσεις, γιατί η επαναστατικοποίηση τους είναι μια πρωταρχική ανάγκη. Λιγότερη άνεση, λιγότερα μέλη, περισσότερη δραστηριότητα! Κεντρική προετοιμασία! Ελάτε, εμπρός, πιάστε δουλειά! Αρκετά με το τεμπέλικο δέλεαρ της οικονομικής ασφάλειας. Δεν είμαστε οι υποκινητές της εργατικής τάξης. Τα εθνικιστικά ακτιβιστικά συνδικάτα θα πρέπει να μετασχηματιστούν και να γίνουν συγκεντρωτικά. Οι εθνικιστικά σκεπτόμενοι εργαζόμενοι θα αναλάβουν την ηγεσία τους. Στα εθνικιστικά οδοφράγματα θα είναι σε θέση να επιτευχθούν μεγαλύτεροι στόχοι, από ότι μπόρεσε να πετύχει ο Μαρξισμός σε πενήντα χρόνια. Ποια είναι η κατάσταση στα πανεπιστήμια, στα νεανικά κινήματα και σε όλα τα άλλα μέρη που μας ενδιαφέρουν; Τι είναι ένα γεννητικό κύτταρο; Πώς δίνει κάποιος συναίνεση σε ένα κράτος; Μέσω της συνεργασίας και της αντίδρασης. Με ποιον τρόπο κάποιος το αρνείται; Αρνούμενοι αυτό, λιμοκτονώντας το, χτίζοντας ένα κράτος εν κράτει εντελώς αυτόνομο: από τις ιδέες από τις οποίες εμπνέεται, μέχρι τα όργανα εξουσίας που το υποστηρίζουν. Πώς δίνει κανείς τη συγκατάθεσή του στο γερμανικό έθνος; Αναγνωρίζοντάς το με τον μόνο τρόπο που μπορεί να αναγνωρίσει οτιδήποτε: δηλαδή όντας εθνικιστής. Το να είσαι εθνικιστής σημαίνει να θέλεις να πεθάνεις στον πόλεμο για τη Γερμανία, σημαίνει να υψώνεις τη σημαία της Επανάστασης σήμερα, για μια μεγαλύτερη και ομορφότερη Γερμανία. Αυτός είναι ένας άξιος στόχος για τους πιο γενναίους και φλογερούς νέους αυτής της χώρας».




Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

Ζαν - Ζιλ Μαλλιαράκης, τρείς μαρτυρίες

 






Ο Ζαν-Ζιλ Μαλλιαράκης μόλις μας άφησε.

Με θλίψη μόλις έμαθα για τον θάνατο του Ζαν-Ζιλ Μαλλιαράκη.

Μια σημαντική φυσιογνωμία του γαλλόφωνου επαναστατικού εθνικισμού.

Για όσους γνωρίζουν την ιστορία του κινήματός μας, αυτή είναι μια τεράστια απώλεια, ένα όνομα που μπορεί να μην σημαίνει τίποτα για το ευρύ κοινό, αλλά που βρίσκει βαθιά απήχηση σε όλους όσους ενδιαφέρονται για την αλληλέγγυα σκέψη, τον τρίτο δρόμο, την ιδέα ενός κοινωνικού, επαναστατικού, οργανικού εθνικισμού.

Δεν είναι ο πρώτος θεωρητικός του επαναστατικού εθνικισμού· άλλοι πριν από αυτόν είχαν θέσει τα θεμέλια του δόγματος.

Αλλά ήταν αναμφίβολα ένας από εκείνους που δόμησαν αυτό το κίνημα στη Γαλλία μετά τη δεκαετία του '70, δίνοντάς του μια μαχητική μορφή, ένα λεξιλόγιο, ένα αναγνωρίσιμο δόγμα και, πάνω απ' όλα, μια αυτόνομη στρατηγική, διακριτή τόσο από την κλασική δεξιά όσο και από τους εκλογικούς σχηματισμούς της παραδοσιακής ακροδεξιάς.

Με αυτόν, το Εθνικό Κίνημα (NR) παύει να είναι απλώς μια περιθωριακή θεωρία και γίνεται ένα συνεκτικό πολιτικό εγχείρημα:

-ούτε καπιταλιστικός φιλελευθερισμός ούτε κολεκτιβιστικός μαρξισμός

-μια κοινωνική πορεία βασισμένη στις ευρωπαϊκές ρίζες

-μια κριτική της παγκοσμιοποίησης και του συγκυριαρχικού πλαισίου ΗΠΑ/ΕΣΣΔ

-υπεράσπιση της ταυτότητας, των λαών, των κοινωνικών σωμάτων

-ένα δυναμικό, όχι οπισθοδρομικό όραμα του Έθνους

Ενέπνευσε, οικοδόμησε και διαμόρφωσε.

Μέσω του MNR και στη συνέχεια του Τρίτου Δρόμου (Troisième Voie), ήταν οργανωτής, ηγέτης, αρχιτέκτονας δόγματος. Επιδίωξε να ξεπεράσει τις εσωτερικές διαμάχες, να συμφιλιώσει την εθνική ιδέα με την κοινωνική δικαιοσύνη, να απομακρύνει τους κύκλους που βασίζονται στην ταυτότητα από τις εκλογικές σκοπιμότητες και να στραφεί προς τη μακροπρόθεσμη σκέψη.

Ο ιστορικός του ρόλος δεν μπορεί να αμφισβητηθεί: χωρίς αυτόν, το γαλλόφωνο εθνικιστικό κίνημα πιθανότατα δεν θα είχε το πρόσωπο που είχε στις δεκαετίες του '80 και του '90, και πολλές ιδέες που μας φαίνονται προφανείς σήμερα θα είχαν παραμείνει ως σημειώσεις στο περιθώριο.

Ο Ζαν-Ζιλ Μιλιαράκης φεύγει.

Το έργο του, ωστόσο, παραμένει.

Τώρα εξαρτάται από εμάς να το μεταδώσουμε, να το εμπλουτίσουμε, να το επεκτείνουμε, όχι με νοσταλγία, αλλά με δράση και ζωντανή σκέψη.

Ας αναπαυθεί εν ειρήνη.

Μνήμη και τιμή.

Ευρώπη, νεολαία, επανάσταση!


Lucas de Méan


Ο Ζαν-Ζιλ Μαλλιαράκης, μακροχρόνιος ακτιβιστής για τον εθνικιστικό σκοπό, μόλις απεβίωσε.

Με βαθιά θλίψη έμαθα για τον θάνατο του Ζαν-Ζιλ Μαλλιαράκη σε ηλικία 81 ετών.

Εκδότης, ακούραστος ακτιβιστής στον εθνικιστικό αγώνα από τη δεκαετία του 1960, ο Ζαν-Ζιλ ήταν μια ουσιαστική και επιδραστική προσωπικότητα για όποιον έχει ασχοληθεί με την εθνικιστική δεξιά τα τελευταία εξήντα χρόνια.

Ίδρυσε το Επαναστατικό Εθνικιστικό Κίνημα (Mouvement Νationaliste Révolutionnaire) το 1979, το οποίο αργότερα έγινε ο Τρίτος Δρόμος (Troisième Voie), και την εφημερίδα «Jeune nation solidariste». Αργότερα, ασχολήθηκε με την υπεράσπιση των μικρών γαλλικών επιχειρήσεων. Τα τελευταία χρόνια, διηύθυνε τον ιστότοπο L'Insolent.

Συμμετείχε επανειλημμένα στις δραστηριότητες της Synthèse nationale. Πριν από τρία χρόνια, μίλησε στο Rendez-vous Bleu Blanc Rouge του 2022. Κανείς δεν θα ξεχάσει πόσο εξαιρετικός ομιλητής ήταν.

Θα επιστρέψουμε σε αυτή την οδυνηρή απώλεια πολύ σύντομα.

Στην Ιζαμπέλ, τη σύζυγό του, και στην οικογένειά του εκφράζω τα βαθύτατα συλλυπητήριά μου.


Roland Hélie


Η νιότη μου θυμάται!


Γεμάτος περιέργεια, μπήκα στον κάπως μοναδικό κόσμο του στα μέσα της δεκαετίας του 1980, μια εποχή που όλα έμπαιναν στη θέση τους: η φιλελεύθερη αριστερά και ο πολιτιστικός αριστερισμός, το «καθήκον της μνήμης» και οι «δύσκολες» γειτονιές, ο θορυβώδης Λεπενισμός και ο μοντέρνος αντιρατσισμός. Ο Μαλλιαράκης είχε τη φήμη για τις ριζοσπαστικές εθνικιστικές-επαναστατικές του θέσεις - ή, για τους πιο μοντέρνους την «στήριξη της αλληλεγγύης» - μια συγκεκριμένη πολεμική χροιά, αναμφισβήτητη φυσική παρουσία και μια σταθερή κατανόηση της ιστορίας (και της οικονομίας). Ήταν επίσης ιδιοκτήτης ενός γαλλικού βιβλιοπωλείου σε καλή τοποθεσία, όπου σύχναζαν περισσότεροι από απλούς λάτρεις των αντικών βιβλίων. Και μετά υπήρχε το δικό του κίνημα, του οποίου το όνομα - Τρίτος Δρόμος - μετέφερε σε τρεις συλλαβές την αριστερά και τη δεξιά, τον κομμουνισμό και τον καπιταλισμό, το ΝΑΤΟ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Ήταν μια μικρή ομάδα, αν θέλετε, αλλά μια ζωντανή, νεανική και εμπνευσμένη, όπως ο ηγέτης της, και μέρος της παράξενης γοητείας της έγκειται σε μια ισχυρή, ρετρό αισθητική. Και υπήρχε επίσης η εφημερίδα του, η Ευρωπαϊκή Επανάσταση (Révolution Européenne), με την προσεκτικά σχεδιασμένη κόκκινη και μαύρη διάταξη και τα καθόλου αμφιλεγόμενα συνθήματά της. Μπορεί να ειπωθεί ότι η τηλεόραση, σε αυτό το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '80, ανταγωνιζόταν για την αγορά της ριζοσπαστικής «δεξιάς» νεολαίας, τους υποστηρικτές του Λεπέν και τους βασιλικούς.

Όλα αυτά οδήγησαν σε μερικές ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις στους δρόμους, όπως η διαδήλωση κοντά στο Σεν Ζερμέν ντε Πρε με το σύνθημα «Δεν θα γίνουμε οι Παλαιστίνιοι της Ευρώπης!» που θα έκανε τη δεξιά πτέρυγα να ανατριχιάσει σήμερα. Υπήρχαν επίσης οι καταθέσεις στεφάνων στον Τείχος των Κομμουνάρων στο Νεκροταφείο Περ Λασέζ. Για να μην αναφέρουμε την παρέλαση της Ιωάννας της Λωραίνης όπου η Ιωάννα ήταν έφιππη αλλά φορούσε ένα γιλέκο αντί για πανοπλία του 15ου αιώνα και κραδαίνει όχι ένα λάβαρο αφιερωμένο στον Χριστό και την Παναγία, αλλά μια μαύρη σημαία με μια λευκή τρίαινα. Αυτός ο ακτιβισμός προσέλκυσε ένα νεανικό πλήθος, φοιτητές νομικής και σκίνχεντ με (μαύρα) γιλέκα. Στο περιθώριο της πολιτικής, και ιδιαίτερα του Λεπενισμού, του οποίου ο ηγέτης Μαλλιαράκης πιθανώς εκτιμούσε περισσότερο από το ίδιο το κόμμα, όντας ο ίδιος καλλιεργημένος ρήτορας, η περιπέτεια διήρκεσε τέσσερα ή πέντε χρόνια. Και στη συνέχεια ο Μαλλιαράκης άλλαξε γνώμη και οι πολιτικοί του συνεργάτες, αναμφίβολα κουρασμένοι από την περιχαράκωση σε «ένα γκέτο». Αυτό είναι κατανοητό από ανθρώπινη άποψη. Συνέχισε να «εξελίσσεται», για να χρησιμοποιήσω μια αποθαρρυντική λέξη, και σε εκείνο το σημείο, ας πούμε απλώς ξεκίνησε να με ενδιαφέρει λιγότερο.

Αλλά τι σημασία έχουν οι διαφωνίες για το ένα ή το άλλο απόψε; Δεν με εμποδίζουν να θυμάμαι ότι ο Ζαν-Ζιλ Μαλλιαράκης ήταν συχνά μια εμπνευσμένη προσωπικότητα, ένας θαρραλέος άνθρωπος, γεμάτος ιδέες και με αίσθηση του χιούμορ (και αυτό είναι πάντα ένα πλεονέκτημα στην πολιτική, ακόμη και στην «ακραία» πολιτική). Και χαίρομαι, εκ των υστέρων, που η τελευταία μας τυχαία συνάντηση, πέντε λεπτά από την Αψίδα του Θριάμβου, πραγματοποιήθηκε σε καλή διάθεση, ακόμη και με μια δόση συντροφικότητας...

Pierre Robin