Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Αυγούστου 2023

Ο Αδόλφος Χίτλερ για την σπουδαιότητα της γυναίκας

 



«Δεν είναι τυχαίο που βλέπετε τόσες πολλές γυναίκες στο κίνημά μας και εδώ σε αυτή την αίθουσα: σε ένα κίνημα που αγωνίστηκε µε τον πιο ανδροπρεπή τρόπο. Τις βλέπετε εδώ, γιατί στη γυναίκα κυριαρχεί το συναίσθημα που σωστά λέει: πρόκειται για το μέλλον των παιδιών μας και άρα για το μέλλον της γερμανικότητας μας. Και τότε δεν υπάρχει κανένας δισταγµός, δεν υπάρχει καμιά φυγή την επόµενη μέρα, όταν το επόμενο καλό σύγγραμμα κατασκευάζει κάποια επιστημονική αιτία εναντίον της: όχι, το συναίσθημα είναι σταθερό δεν ταλαντεύεται και δεν υποχωρεί.

Πιστέψτε με, μπορεί ένας Δρ. Χάιμ να μιλάει για τις «υστερικές γυναίκες» μας. Η γυναίκα έφερε κάποτε τον Χριστιανισμό σε αυτές τις χώρες και αυτή θα οδηγήσει το κίνημά μας στην τελική νίκη. Εκεί όµως που λείπει δεν λείπει µόνο η σύζυγος αλλά μαζί της λείπουν τα νιάτα και επομένως το μέλλον. Να είστε σίγουροι: το κίνημα, που έχει τις λιγότερες γυναίκες, έχει και την μικρότερη δύναμη για αυτό το λόγο μόνο στα δημοκρατικά κόμματα θα βρείτε λίγες «κυρίες». 


ΠΗΓΗ: Πατήστε την εικόνα



Τετάρτη 9 Αυγούστου 2023

Ο Αδόλφος Χίτλερ ενάντια στα αστικά κόμματα και την αστική πολιτική

 



«Αλλά γιατί τα αστικά κόμματα, µε την αριθμητική τους αδυναμία και μικρότητα καθώς και την έλλειψη δραστηριότητας και αληθινής επιθετικότητας στο εσωτερικό, δεν κατάφεραν να αλλάξουν την μοίρα τόσο το 1918 όσο και αργότερα; Θα ήθελα να σας αναφέρω πολύ συνοπτικά τους λόγους.

Πρώτον, η αναγνώριση της αρχής της πλειοψηφίας στα κοινοβούλια εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητα µιας αρχής σύμφωνα µε την οποία µόνο µια πλειοψηφία ανθρώπων µπορεί να φέρει αλλαγή στα πράγματα. Αυτή την πλειοψηφία όµως τα αστικά κόμματα δεν μπόρεσαν ποτέ να την κερδίσουν. Δεν μπόρεσαν να την αποκτήσουν γιατί η αστική τάξη σχηματίζεται κατά κύριο λόγο από την κατοχή πνευματικών και υλικών αγαθών, δηλαδή από την περιουσία καθεαυτή και την ευφυΐα. Αλλά και τα δύο σε αυτόν τον κόσµο εἶναι παρόντα µόνο στη μειοψηφία. Ένα πολιτικό κίνημα που βασίζεται µόνο σε αυτές τις δύο βάσεις είναι βέβαιο ότι θα παραμείνει στη μειοψηφία και ως εκ τούτου είναι καταδικασµένο στην ασηµαντότητα σε ένα σύστημα που επιτρέπει µόνο στην πλειοψηφία των αριθμών να κυβερνά.

Δεύτερον, κατ’ αρχήν, ο δρόμος προς την εξουσία παραμένει κλειστός για τα αστικά κόμματα για το μέλλον, γιατί πάνω τους εκδικούνται οι αμαρτίες των πατέρων τους. Αυτά που διέπραξαν οι προηγούμενες γενιές κατά τη διάρκεια δεκαετιών µε τη στάση τους απέναντι στη μεγάλη μάζα είναι η αιτία µιας αιώνιας εκδίκησης. Για πάρα πολλά χρόνια δεν είχαν λάβει υπόψη τους τις ανάγκες της πλατιάς μάζας, δεν νοιάζονταν για εκείνη. Για πάρα πολλά χρόνια κανείς δεν καταλάβαινε την έλλειψη των δικαιωμάτων τους. Απλως αναρωτηθείτε, ποιο κόμμα ασχολήθηκε µε αυτούς τους ανθρώπους πριν από 60 ή 70 χρόνια; Ποιο κόμμα μπήκε στα εργοστάσια, στα εργαστήρια και στους δρόμους;

Κανένα από αυτά τα αστικά κινήματα. Όλα απέφευγαν τις πλατιές μάζες και μόνο όταν από μόνη της η επιθυμία για ίσα δικαιώµατα προσπάθησε να οργανωθεί πολιτικά και ο Ιουδαϊσμός µε την πονηριά του πήρε τα ηνία στα χέρια του, άρχισε να γίνεται αντιληπτό στην δεξιά πλευρά ότι µια νέα δύναμη στο κράτος είχε αρχίσει να σχηματίζεται, µια νέα τέταρτη θέση.

Για πάρα πολλές δεκαετίες κανένας δεν έβλεπε αυτούς τους φτωχούς εθνοσυντρόφους, παρέμεναν ξένοι για αυτούς και έχασαν κάθε ενδιαφέρον για αυτούς, ώσπου αφενός η ταξική υπερηφάνεια και αφετέρου η ταξική παραφροσύνη δημιούργησαν εκείνο το αγεφύρωτο χάσμα µε το οποίο ο γερμανικός λαός έπρεπε να υποστεί τελικά την καταστροφή του. Γιατί σαν αντίδραση στην αλαζονεία του καθεστώτος από την άλλη πλευρά ήρθε η οργανωμένη ταξική ιδέα, οι μάζες υποκινούνταν συστηματικά, και αυτό ακριβώς από τον λαό, για τον οποίο ο αληθινός Θεός δεν είχε σκοπό να φέρει ευλογίες στην πλατιά του μάζα, αλλά αντίθετα έβλεπε σε αυτή τη μάζα μόνο τους βηματοδότες του δικού τους οφέλους.

O ίδιος Εβραίος που από τη µια είχε φέρει τις χειρότερες συνήθειες στην αστική τάξη σαν προίκα, ήταν τώρα ο ίδιος Εβραίος που από την άλλη µεριά διήγειρε και προέτρεπε τις μάζες και κάθε λάθος που έκανε ο ένας, το έδειχνε στον άλλο σε ένα χιλιάδες φορές παραμορφωμένο μέγεθος.

Ήταν ο ίδιος ο Εβραίος που από τη µια πλευρά σαν καπιταλιστής τύραννος οδηγούσε τις μάζες στην απόγνωση και από την άλλη αύξανε αυτή την απόγνωση μέχρι τελικά να γίνουν αρκετά ώριμες για να γίνουν όργανο στην γροθιά του. Στην αστική τάξη όµως έλειπε ακόμα ένα πράγμα για να κερδίσει τις πλατιές μάζες. Και αυτός είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους δεν έβρισκε πια τον δρόμο της προς το λαό.

Γιατί το κλειδί για την καρδιά του λαού δεν είναι το «παρακαλώ», αλλά η δύναμη.

Άρα της λείπει η δύναμη που μόνο εκείνη είναι ικανή να κυριεύσει τη μάζα ενός λαού, δηλαδή η φανατική πίστη και η φανατική πεποίθηση, για τον αδίστακτο αγώνα για ένα ιδανικό και πάνω από όλα ένα πράγμα: η συνειδητοποίηση ότι αν θέλεις να πετύχεις κάτι το σωστό, το καθήκον σε υποχρεώνει να χρησιμοποιήσεις κάθε µέσο για να το πετύχεις.

Τα αστικά κόμματα είναι γεννημένοι πασιφιστικοί σύλλογοι. Αλλά αυτό δεν τους στερεί µόνο την επιθετική δύναμη και την επιθυµία για επίθεση, αλλά και κάθε δυνατότητα επίθεσης. Γιατί όποιος θέλει να αλλάξει µια κατάσταση πρέπει να επιτεθεί και να μην περιμένει μέχρι να του επιτεθούν. Αυτό όµως ήταν το πιο σοβαρό λάθος αυτών των πολιτικά οργανωμένων κινημάτων. Ποτέ δεν επιτέθηκαν οι ίδιοι, αλλά ήταν πάντα χαρούμενοι που δεν τους επιτέθηκαν.

Ποτέ δεν είχαν το θάρρος να πουν: Εκεί είναι ο στόχος µας, εκεί είναι ο εχθρός, και τώρα πάνω του να τον νικήσουμε: και μόνο τη μέρα που θα πέσει και ο τελευταίος η νίκη µας θα εἰναι σίγουρη. Όχι, όχι ήταν ικανοποιημένοι όταν στις επόμενες εκλογές του Ράιχσταγκ η μοίρα δεν τους χτυπούσε πολύ σκληρά, όταν κατάφερναν να σώσουν µια ντουζίνα ακόµη έδρες, και τελικά συνέχιζαν να λένε, ότι ήλπιζαν ο αντίπαλος να κάνει τόσο μεγάλα λάθη τα επόμενα χρόνια, που ο κόσμος θα τον βαρεθεί πάλι και ότι το κίνημα θα ξαναβρεί την επιτυχία που του κλέψανε με την εκλογή εννέα ακόµη βουλευτών. Γιατί αυτός ήταν ο στόχος των αγώνων αυτών των κινημάτων.

Φυσικά, δεν μπορούσαν να επιτεθούν, ήταν δεσμευμένοι µε την ιδιοκτησία, και αυτή, είτε είναι πνευματική είτε υλική, πάντα παραλύει την επιθετικότητα. Αλλά και επιπλέον δεν ήθελαν να επιτεθούν. Ήταν πολύ «καθώς πρέπει», ήταν πολύ «ευγενείς».

Η άσχημη μυρωδιά που ανεβαίνει από τις μαζικές συγκεντρώσεις, πληγώνει τους κυρίους. Οι μπυραρίες δεν τους άρεσαν και αισθάνονται πόνο ακόµη και σήμερα όταν οι μπυραρίες μεταμορφώνονται σε κάτι μεγαλύτερο, αν και θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε τι είναι καλύτερο, ένα κοινοβούλιο ή ένα πανδοχείο;

...Και κάπως έτσι επιλέχθηκε το όνοµα Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα.

«Εθνικοσοσιαλιστικό» γιατί ενσαρκώνει τον ανώτατο στόχο του κινήματος, τη σύνδεση της πιο ζωντανής εθνικής δύναμης µε την πιο αγνή σοσιαλιστική βούληση. Ήμασταν πεπεισμένοι ότι η καρδιά των μαζών δεν μπορεί να κερδηθεί μόνο µε ζητωκραυγές: οι μάζες πρέπει να είναι βέβαιες ότι στα μάτια του λαϊκού µας κινήματος όλοι θεωρούνται και σαν εθνοσύντροφοι, ότι δεν θέλουμε να μοιράζονται ρουσφέτια, αλλά να κατοχυρώνονται δικαιώµατα. Και ότι δεν βλέπουμε το μέλλον του λαού µας σε µια μονόπλευρα καλλιεργημένη νοημοσύνη, αλλά σε έναν υγιή λαό.

Το λέγαμε και Γερμανικό Εργατικό Κόμμα. Σε αυτό έμπαιναν μόνο εκείνοι που δεν ντρέπονταν να πουν, είμαι κι εγώ εργάτης, ένας δημιουργικός άνθρωπος. Γιατί όποιος δεν έχει μάθει ακόµα να προφέρει αυτή τη λέξη µε σεβασμό, μα τον αληθινό Θεό, δεν είναι ο καλύτερος Γερμανός. Και γι’ αυτό επιλέξαμε σαν σύμβολό μας τον αγκυλωτό σταυρό σε λευκό πλαίσιο µε κόκκινο φόντο. Και αυτό το έμβλημα πρέπει να εκφράζει το μοναδικό µας στόχο: O αγκυλωτός σταυρός σαν σύμβολο της εργασίας, το άσπρο σαν ένδειξη του εθνικού µας αισθήµατος και το κόκκινο σαν ένδειξη της αληθινής σοσιαλιστικής µας σκέψης. Στο σταυρό όµως πρέπει να αποδοθεί και µια άλλη έννοια, δηλαδή το πνεύμα που από µόνο του σημαίνει εργασία σε αυτόν τον κόσμο, το πνεύμα του ιδεαλισμού της Άριας αντίληψης και όχι το πνεύμα του Εβραίου.

Είναι λοιπόν και το σύμβολο µε το οποίο αγωνιζόμαστε ενάντια σε αυτή την παγκόσμια επιδημία και την παγκόσμια δηλητηρίαση. Από αυτό όμως προέκυψε και η στάση µας απέναντι στο Κοινοβούλιο. Τότε απορρίψαµε το Κοινοβούλιο, γιατί; Το νεανικό κίνημα δεν ήθελε να αποκτήσει βουλευτές, αλλά να εκπαιδεύσει μαχητές. Εκείνη την εποχή πίστευε ότι ήταν πολύ νωρίς για να πάμε σε τέτοια µέρη και ότι αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι ομιλητές, υποκινητές κι απόστολοι που θα βγαίνουν στις μάζες για να διαδώσουν το νέο δόγμα, να προσπαθήσουν να τις παρασύρουν, να τις οργανώσουν και έτσι να αποκτήσουμε νέα κύτταρα για την ενίσχυση και την επέκταση του κινήματος. Το πρόγραμμα όμως θα έπρεπε να είναι μόνο η λογική συμπλήρωση αυτής της τάσης. Ένα άστρο-οδηγός µε το οποίο δεν θα είχαμε στο μυαλό µας το ερώτημα: τι θέλετε αύριο ή μεθαύριο, αλλά θα πρέπει να καθορίζει την ηγεσία του κινήματος για πολλές δεκαετίες. Ιδέες που είναι ηθικές, αθάνατες και άφθαρτες και που θα πρέπει να φωτίζουν ομοιόμορφα τους ανθρώπους για τους επόμενους αιώνες. Οι φορείς όμως αυτών των ιδεών πρέπει να είναι άτοµα. Εκείνη την εποχή ήμασταν ήδη πεπεισμένοι ότι ο αγώνας του Ιουδαϊσμού δεν στρεφόταν µόνο εναντίον της ίδιας της φυλής, αλλά και ενάντια στην πιο ζωντανή της επίδραση, το άτομο. Ακριβώς γι’ αυτό όµως αντικαταστήσαµε την ιδέα της εβραϊκής πλειοψηφίας µε την πίστη στην αξία της προσωπικότητας. Κάπως έτσι ξεκίνησε κάποτε το κίνημα το έργο του. Το να επανορθώσει όσα δεν κατάφεραν τα αστικά µας κόμματα. Πάνω από όλα, όµως, ήθελε να μπει στις μάζες για να διασφαλίσει ότι εκεί θα εξαπλωθεί ένα πραγµατικό εθνικό αίσθημα».



ΠΗΓΗ: Πατήστε στην εικόνα

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

Ο Αδόλφος Χίτλερ εκκαθαρίζει το κόμμα από τους «Μπολσεβίκους των Σαλονιών»

 


Στις 4 Ιουλίου 1930 ο Όττο Στράσσερ με το κείμενο του «Οι Σοσιαλιστές Εγκαταλείπουν το NSDAP» ανακοινωσε την αποχώρηση του από το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, αναλύοντας όλους τους λόγους που οδήγησαν σε αυτό το «διαζύγιο». Στο ίδιο κείμενο κάνει αναφορά σε μία επιστολή που έστειλε ο Αδόλφος Χίτλερ προς τον Γκαουλάιτερ του Βερολίνου, Γκέμπελς, ζητώντας σε αυτή την ανελέητη εκκαθάριση του Κόμματος από τους «Μπολσεβίκους των Σαλονιών». Ο γελοίος όρος «Μπολσεβίκος των Σαλονιών» ήταν μία κωμική επινόηση του Αδόλφου Χίτλερ για να καταδείξει ότι η «στρασσερική» φράξια του Κόμματος αποτελούταν άπο, δήθεν, αμπελοφιλοσόφους οι οποίοι δεν είχαν καμία ουσιαστική και ακτιβιστική προσφορά αλλά συζητούσαν την «επανάσταση» και τον «σοσιαλισμό» στην ασφάλεια των σαλονιών τους. Η επιστολή που δημοσιεύθηκε δημόσια στις 3 Ιουλίου 1930 (μία ημέρα προτού δημοσιέυσει ο Όττο το δικό του κείμενο) στην βερολινέζικη εθνικοσοσιαλιστική εφημερίδα «Der Angriff» αναδημοσιεύεται στα ελληνικά από τις «ΜΑΥΡΕΣ ΛΕΓΕΩΝΕΣ» για λόγους ιστορικού ενδιαφέροντος. Άξιο αναφοράς είναι πάντως πως η «εκκαθάριση» άφησε ανέπαφο τον Γκρέγκορ Στράσσερ ο οποίος έμεινε πιστός στον «Φύρερ» μέχρι το 1932. 


Η επιστολή που έστειλε ο Αδόλφος Χίτλερ στον Γιόσεφ Γκέμπελς το 1930 αναφορικά με την δίωξη των «στρασσερικών» από το NSDAP


Μόναχο, 30η Ιουνίου 1930


Δρ. Γιόσεφ Γκέμπελς,
Γκάουλαιτερ του Βερολίνου


Ως υπέυθυνος Αρχηγός του NSDAP, παρατηρώ εδώ και μήνες ορισμένες προσπάθειες να προκληθεί διχόνοια, σύγχυση και ανυπακοή στις τάξεις του Κινήματος. Κάτω από τη μάσκα της επιθυμίας να αγωνιστούμε για τον σοσιαλισμό, υποστηρίζεται μία πολιτική που ανταποκρίνεται πλήρως στους σχεδιασμούς των εβραιοφιλελεύθερων-μαρξιστών αντιπάλων μας. Αυτό το οποίο επιζητούν αυτοί οι κύκλοι, συμβιβάζεται πλήρως με τις επιθυμίες των εχθρών μας, από το Κόκκινο Λάβαρο (Rote Fahne) μέχρι την εφημερίδα του Χρηματιστηρίου της Φρανκφούρτης (Frankfurter Borsenzeitung)[1]. Θεωρώ λοιπόν απαραίτητο να διωχθούν ανελέητα και χωρίς καμία εξαίρεση αυτά τα στοιχεία από το Κόμμα. 


Όσο θα ηγούμαι του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, δεν πρόκειται να επιτρέψω να καταστεί αυτό λέσχη ψευδοδιανοουμένων ή χαοτικών μπολσεβίκων των σαλονιών. Αντιθέτως, θα παραμείνει αυτό που είναι σήμερα, μία πειθαρχημένη οργάνωση που δεν δημιουργήθηκε για να ικανοποιεί τη δογματική παρωδία των «πολιτικά περιπλανώμενων»[2], αλλά για να παλέψει για μία μελλοντική Γερμανία στην οποία οι έννοιες των τάξεων θα έχουν καταρρεύσει και ο αναγεννημένος γερμανικός λαός θα διεκδικεί τη μοίρα του. 


Πριν μερικά χρόνια, αγαπητέ Δόκτωρα Γκέμπελς, σας όρισα στη πιο δύσκολη θέση του Ράιχ. Σήμερα πρέπει να σας ζητήσω, επιδιώκοντας να εφαρμόσετε το καθήκον που επιβάλει αυτή η θέση, να πραγματοποιήσετε τη πιο ανελέητη εκκαθάριση του Κόμματος στο Βερολίνο από αυτά τα βλαβερά στοιχεία. Έδωσα εντολή στην Επιτροπή Ερευνών Ράιχ (Uschla)[3] να σας συμπαρασταθεί με κάθε δυνατό τρόπο. Συμπεριφερθείτε αδίστακτα και σκληρά. Θα ήθελα να εκφράσω εκ των προτέρων τις ευχαριστίες μου και την εκτίμηση μου για τη πραγματοποίηση αυτής της εργασίας. Έχετε στο πλευρό σας όλο το Κίνημα, ολόκληρο το ηγετικό επιτελείο (Fuhrerstab), τα SA και τα SS καθώς και κάθε δημόσιο εκπρόσωπο του Κόμματος. 


Λοιπόν, αναλάβετε δράση! Η ηγεσία του Κόμματος (Reichsparteifuhrung) θα κάνει ότι είναι απαραίτητο για να επιβάλει τη θέληση σας και να προωθήσει τη συμμόρφωση με τις οδηγίες σας. 



Με γερμανικούς χαιρετισμούς!


Με εκτίμηση Αδόλφος Χίτλερ, πρόεδρος του Κόμματος.


Πρωτοδημοσιεύθηκε στη «Der Angriff» στις 3 Ιουλίου 1930


[1]: Το «Κόκκινο Λάβαρο» (Rote Fahne) ήταν η επίσημη εφημερίδα του KPD (Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας). Ιδρύθηκε το 1918 από τον Κάρλ Λίμπκνεχτ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και αποτελούσε το κεντρικό όργανο της Ένωσης Σπαρτακιστών πριν αυτή εξελιχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Η εφημερίδα Frankfurt Stock - Market Gazzete (Frankfurter Borsenzeitung) ιδρύθηκε το 1867 και ήταν η πιο σημαντική εφημερίδα οικονομικών ζητημάτων στη Γερμανία. Από τους εθνικοσοσιαλιστές θεωρήθηκε ότι προάγει τα χρηματιστηριακά και καπιταλιστικά συμφέροντα. 


[2]: «Πολιτικά Περιπλανώμενοι» - η λέξη που χρησιμοποιεί ο Χίτλερ στο γερμανικό κείμενο είναι «Wanderwogel» που κυριολεκτικά μεταφράζεται ως «αποδημητικά πουλιά». O όρος εδώ έχει διττή σημασία πέρα από την απόρριψη του Χίτλερ προς τους εσωκομματικά αντιπολιτευόμενους του. Το «Wanderwogel» ήταν το όνομα που δόθηκε σε μία ομάδα προσκοπικών οργανώσεων που αναπτύχθηκαν από τη γερμανική νεολαία γύρω στα τέλη του 1800, ως επιθυμία να βρεθεί ξανά σε επαφή με τη φύση και τη Πατρίδα. Μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο το Wanderwogel εξελίχθηκε σε Bundische Jugend που συχνά είχαν έναν πιο ρητό πολιτικό προσανατολισμό. Πολλά από τα μέλη του NSDAP αλλά και άλλων εθνικιστικών κινημάτων προήλθαν από τους Wanderwogel, έτσι ο Αδόλφος χρησιμοποιώντας το συγκεκριμένο χαρακτηρισμό δεν υπονοεί μόνο ότι οι «στρασσερικοί» είναι «περιπλανώμενοι» με στόχο να σπείρουν τη διχόνοια και να επιβάλουν τις απόψεις τους, αλλά τους συγκρίνει και με τους πολιτικούς προσκόπους, παιδάκια που παίζουν με στολές και σημαίες και πιστεύουν σε ουτοπικά ιδανικά. 


[3]: «Επιτροπή Ερευνών Ράιχ» - γραμμένο στο γερμανικό κείμενο από τον Χίτλερ ως «Reich Untersuchung und Schlichtungs-Ausschuß» ή «Επιτροπή Ερευνών και Διακανονισμών» (RUSchlA). Η RUSchlA ιδρύθηκε από τον Χίτλερ το 1926 για να επιλύει εσωτερικές διαφορές εντός του Κόμματος. Λειτουργούσε σε πολλαπλά επίπεδα για να ταιριάζει με τον οργανωτικό μηχανισμό του Κόμματος ενώ εμπεριείχε και το περιφερειακό USchlA που διαιτήτευε διαφορές κατωτέρου επιπέδου. Το Δεκέμβριο του 1933 ψηφίστηκε νομοθεσία που καθιέρωσε τη νομική του ενότητα με τον κρατικό μηχανισμό και έτσι τα RUSchlA/USchlA λειτουργούσαν παράλληλα με τα υπάρχοντα δικαστήρια ως ξεχωριστός κλάδος του νομικού συστήματος. 



Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2022

Αδόλφος Χίτλερ: «Η ματαιότητα του κοινοβουλευτικού αγώνα»

 



«Κατά τη γνώμη μου, η κατάρρευση του πανγερμανικού κινήματος στην Αυστρία είχε τρεις αιτίες:


Πρώτον, η ασαφής αντίληψη της σημασίας του κοινωνικού προβλήματος, ειδικά για ένα νέο, ουσιαστικά επαναστατικό κόμμα. Από τη στιγμή που ο Σένερερ και οι οπαδοί του στράφηκαν κυρίως προς τα αστικά στρώματα, το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε παρά να είναι πολύ αδύναμο και ήπιο. Η γερμανική αστική τάξη, κυρίως στους ανώτερούς της κύκλους, αν και κάποιοι δεν μπορούν να το υποψιαστούν, είναι φιλειρηνική μέχρι το σημείο της πλήρους αυταπάρνησης όσον αφορά τα εσωτερικά ζητήματα του έθνους και του κράτους. Τις καλές εποχές, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση σε εποχές καλής διακυβέρνησης, μια τέτοια συμπεριφορά αυτών των στρωμάτων είναι εξαιρετικά πολύτιμη για το κράτος· σε εποχές όμως κατώτερων καθεστώτων είναι εξαιρετικά καταστροφική. Για να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή ενός αληθινά σοβαρού αγώνα, το πανγερμανικό κίνημα έπρεπε πάνω απ’ όλα να αφοσιωθεί στην προσέλκυση των μαζών. Το γεγονός ότι δεν το έκανε, του στέρησε εξαρχής τη στοιχειώδη ορμή που χρειάζεται ένα κύμα τέτοιου είδους, αν δεν ήθελε να σβήσει μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.


Αν η αρχή αυτή δεν ληφθεί υπόψη και δεν εφαρμοστεί από το ξεκίνημα, το νέο κόμμα χάνει κάθε πιθανότητα μελλοντικής συμπλήρωσης των παραλείψεων. Γιατί έχοντας προσελκύσει ένα εξαιρετικά μεγάλο αριθμό μετριοπαθών-αστικών στοιχείων, η βασική συμπεριφορά του κινήματος θα καθορίζεται πάντα από αυτά και έτσι θα χάσει κάθε προοπτική να προσελκύσει υπολογίσιμες δυνάμεις από τις πλατιές μάζες. Με αυτό όμως, ένα τέτοιο κίνημα δεν θα ξεπεράσει ποτέ τα όρια της απλής δυσαρέσκειας και κριτικής. Η πίστη που μοιάζει λίγοπολύ με θρησκεία, σε συνδυασμό με ένα παρόμοιο πνεύμα θυσίας, δεν θα ξαναβρεθεί ποτέ· στη θέση της όμως θα αναπτυχθεί μια προσπάθεια σταδιακής άμβλυνσης της οξύτητας του αγώνα μέσω «θετικών» συνεργασιών που στην προκειμένη περίπτωση σημαίνουν αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης, για να καταλήξουμε τελικά σε μια νοσηρή ειρήνη. 


Αυτό συνέβη και με το πανγερμανικό κίνημα, επειδή εξαρχής δεν έδωσε εξέχουσα σημασία στην προσέλκυση οπαδών από τις πλατιές μάζες. Κατέληξε έτσι στην «αστική ευγένεια και στον συμβιβασμένο ριζοσπαστισμό». Από αυτό το σφάλμα προέκυψε ο δεύτερος λόγος της ραγδαίας πτώσης του.


Η κατάσταση του γερμανικού στοιχείου στην Αυστρία ήταν ήδη απελπιστική την εποχή που εμφανίστηκε το πανγερμανικό κίνημα. Χρόνο με το χρόνο το κοινοβούλιο γινόταν όργανο της αργής εξόντωσης του γερμανικού λαού. Καμιά προσπάθεια σωτηρίας την τελευταία ώρα δεν θα μπορούσε να έχει καμία ελπίδα επιτυχίας, έστω και την παραμικρή, αν δεν καταργούσε αυτόν τον θεσμό. 


Έτσι το κίνημα ήρθε αντιμέτωπο με ένα ερώτημα θεμελιώδους σημασίας:   Έπρεπε, για να καταργήσουν το κοινοβούλιο, να μπουν στο κοινοβούλιο και όπως λένε, «για να το υπονομεύσουν από μέσα», ή έπρεπε να κάνουν αυτόν τον αγώνα απ’ έξω, με μια επίθεση στο ίδιο το θεσμικό όργανο;


Μπήκαν και βγήκαν ηττημένοι. Φυσικά, έπρεπε να μπουν. Για να διεξαγάγεις έναν αγώνα ενάντια σε μια τέτοια δύναμη απ’ έξω πρέπει να οπλίζεις τον εαυτό σου με ακλόνητο θάρρος, αλλά και να είσαι έτοιμος για ατέλειωτες θυσίες. Τον ταύρο τον πιάνουμε από τα κέρατα, δεχόμαστε συνέχεια βαριά χτυπήματα, μας ρίχνει στο έδαφος, μερικές φορές σηκωνόμαστε ξανά με σπασμένα άκρα, αλλά μόνο μετά από έναν τέτοιο σκληρό αγώνα η νίκη θα χαμογελάσει στον ατρόμητο που θα το τολμήσει. Μόνο το μεγαλείο των θυσιών μπορεί να προσελκύσει νέους μαχητές στον αγώνα μέχρι που τελικά η επιμονή να στεφθεί με τη νίκη.


Για κάτι τέτοιο όμως χρειάζονται τα παιδιά του λαού από τις πλατιές μάζες. Μόνο αυτά είναι αποφασισμένα κι όσο πρέπει δυνατά για να πολεμήσουν μέχρι το αιματηρό τέλος αυτού του αγώνα. Αυτές ακριβώς οι πλατιές μάζες όμως έλειψαν από το πανγερμανικό κίνημα· οπότε δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να μπει στο κοινοβούλιο.


Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι αυτή η απόφαση ήταν αποτέλεσμα πολλών εσωτερικών δισταγμών και μακρών διαβουλεύσεων· όχι, καμία άλλη ιδέα δεν τους πέρασε από το μυαλό. Η συμμετοχή σ’ αυτή την ηλιθιότητα ήταν ο αντίκτυπος των γενικών και ασαφών αντιλήψεών τους όσον αφορά τη σημασία και το αποτέλεσμα μιας τέτοιας συμμετοχής σε ένα θεσμό που εξαρχής είχε ήδη αναγνωριστεί σαν εσφαλμένος. Γενικά ήλπιζαν ότι αυτό θα διευκόλυνε τη διαφώτιση της πλατιάς μάζας, αφού τώρα θα είχαν μια ευκαιρία να μιλήσουν μπροστά στο «φόρουμ όλου του έθνους». Επιπλέον, τους φάνηκε πειστικό ότι η επίθεση στη ρίζα του προβλήματος έπρεπε να είναι πιο επιτυχημένη από μια επίθεση απ’ έξω. Πίστευαν ότι η ασφάλεια του κάθε μαχητή αυξανόταν από την προστασία της βουλευτικής ασυλίας και έτσι αυτό θα μπορούσε μόνο να ενισχύσει τη δύναμη της επίθεσης.


Στην πραγματικότητα, όμως, τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά. Το φόρουμ μπροστά στο οποίο μίλησαν οι πανγερμανιστές βουλευτές δεν είχε γίνει μεγαλύτερο αλλά μάλλον μικρότερο· γιατί ο καθένας μιλάει μόνο μπροστά στον κύκλο που μπορεί να τον ακούσει ή βρίσκει μια περίληψη των όσων έχει πει σε δημοσιεύσεις του Τύπου.  Επιπλέον, το μεγαλύτερο άμεσο φόρουμ ακροατών δεν το αποτελεί η αίθουσα του κοινοβουλίου αλλά οι μεγάλες δημόσιες συγκεντρώσεις. Γιατί σ’ αυτές υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που έχουν έρθει μόνο και μόνο για να ακούσουν τι έχει να τους πει ο ομιλητής, ενώ στην αίθουσα συνεδριάσεων του κοινοβουλίου υπάρχουν μόνο λίγες εκατοντάδες και οι περισσότεροι απ’ αυτούς παρευρίσκονται μόνο για να δικαιολογήσουν τον μισθό τους και όχι για να αφήσουν τη σοφία του ενός ή του άλλου συναδέλφου «εκπροσώπου του λαού» να λάμψει μέσα τους. Μα πάνω απ’ όλα: Αυτοί είναι πάντα το ίδιο ακροατήριο, που δεν θα μάθει ποτέ τίποτα καινούργιο, αφού εκτός από την εξυπνάδα του λείπει και οποιοδήποτε ίχνος θέλησης.


Ποτέ κανείς από αυτούς τους εκπροσώπους του λαού δεν θα δώσει τα εύσημα σε κάποια αλήθεια ανώτερη από τη δική του και δεν θα θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία της. Όχι, κανένας δεν θα το κάνει αυτό, εκτός αν έχει λόγους να ελπίζει ότι με μια τέτοια μετακίνηση μπορεί να εξασφαλίσει τη θητεία του για μια ακόμη περίοδο. Μόνο όταν πλανάται στον αέρα ότι το προηγούμενό τους κόμμα θα τα πάει άσχημα στις επερχόμενες εκλογές, αυτά τα στολίδια της ανδρείας αρχίζουν να ψάχνουν πώς μπορούν να μετακινηθούν σε άλλο κόμμα ή μία τάση που υποθέτουν ότι θα τα πάει καλύτερα, και αυτή η αλλαγή θέσης γίνεται συνήθως κάτω από ένα καταιγισμό ηθικών δικαιολογιών. Επομένως, κάθε φορά που ένα καθιερωμένο κόμμα φαίνεται να πέφτει στη δυσμένεια του λαού σε τέτοιο βαθμό που η πιθανότητα μιας ταπεινωτικής ήττας φαντάζει απειλητική, αρχίζει πάντα μια μεγάλη μεταστροφή: τότε οι ποντικοί του κοινοβουλίου εγκαταλείπουν το πλοίο του κόμματος. 


Όλα αυτά όμως δεν έχουν καμία σχέση με την καλύτερη γνώση ή τα κίνητρα, αλλά μόνο με το διορατικό χάρισμα που προειδοποιεί αυτούς τους κοριούς του κοινοβουλίου την κατάλληλη στιγμή και τους κάνει να πέφτουν κάθε φορά και σε άλλο ζεστό κομματικό κρεβάτι. Το να μιλάς μπροστά σε ένα τέτοιο «φόρουμ» είναι σαν να ρίχνεις μαργαριτάρια στα γουρούνια. Πραγματικά δεν αξίζει τον κόπο! Το αποτέλεσμα εδώ δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ένα μηδενικό. Και αυτό ακριβώς ήταν. Οι πανγερμανιστές βουλευτές μπορούσαν να ξελαρυγγιάζονται· δεν είχε αποτέλεσμα.


Ο Τύπος είτε σιωπούσε γι’ αυτούς είτε περιέκοπτε τις ομιλίες τους με τέτοιο τρόπο που κάθε συνοχή και συχνά ακόμη και το νόημα, διαστρεβλωνόταν ή χανόταν τελείως δίνοντας στην κοινή γνώμη μια  πολύ κακή εικόνα των προθέσεων του νέου κινήματος. Αυτά που έλεγαν οι διάφοροι κύριοι δεν είχαν και πολλή σημασία· το πιο σημαντικό ήταν αυτά που διάβαζαν γι’ αυτούς. Αυτά όμως ήταν αποσπάσματα από τις ομιλίες τους, τόσο ασύνδετα μεταξύ τους που δεν μπορούσαν παρά να φαίνονται παράλογα. Το μόνο φόρουμ στο οποίο θα μπορούσαν πραγματικά να μιλήσουν αποτελούνταν από πεντακόσιους βουλευτές και αυτό λέει πολλά.


Το χειρότερο όμως ήταν το εξής: Το πανγερμανικό κίνημα μπορούσε να υπολογίζει στην επιτυχία μόνο αν συνειδητοποιούσε από την πρώτη μέρα ότι αυτό που διακυβευόταν εδώ δεν ήταν ένα νέο κόμμα, αλλά μια νέα κοσμοθεωρία. Μόνο μια τέτοια μπορούσε να συγκεντρώσει την εσωτερική δύναμη για να δώσει αυτή τη γιγάντια μάχη. Και γι’ αυτό τον σκοπό, μόνο τα καλύτερα και τα πιο θαρραλέα μυαλά μπορούσαν να χρησιμεύσουν σαν ηγέτες.


Αν ο αγώνας για μια κοσμοθεωρία δεν καθοδηγείται από ήρωες έτοιμους να κάνουν θυσίες, σε λίγο καιρό δεν θα βρίσκει ούτε οπαδούς πρόθυμους να αντιμετωπίσουν τον θάνατο. Όποιος παλεύει εδώ για την δική του ύπαρξη, δεν μπορεί να αφήνει πολλά στην κοινότητα.


Για να αντιμετωπιστεί αυτή η ανάγκη, είναι απαραίτητο να γνωρίζουν όλοι ότι το νέο κίνημα μπορεί να προσφέρει δόξα και τιμή στο μέλλον, αλλά τίποτα στο παρόν. Όσο πιο εύκολα ένα κίνημα προσφέρει θέσεις και αξιώματα, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η εισροή κατώτερου υλικού και στο τέλος αυτά τα πολιτικά παράσιτα θα κυριαρχήσουν σε ένα επιτυχημένο κόμμα σε τέτοιο βαθμό που οι έντιμοι αγωνιστές των πρώτων ημερών δεν θα αναγνωρίζουν πλέον το παλιό κίνημα και οι νεοφερμένοι θα τους παραγκωνίσουν σαν «ανεπιθύμητους» εισβολείς. Όταν συμβεί όμως αυτό, η «αποστολή» ενός τέτοιου κινήματος θα έχει τελειώσει.


Μόλις το πανγερμανικό κίνημα αφοσιώθηκε αποκλειστικά στο κοινοβούλιο, άρχισε να προσελκύει «κοινοβουλευτικούς» αντί για ηγέτες και αγωνιστές. Έτσι βυθίστηκε στο επίπεδο των συνηθισμένων πολιτικών κομμάτων της εποχής και έχασε τη δύναμη για να αντιταχθεί σε μια καταστροφική μοίρα με την αγωνιστικότητα ενός μάρτυρα. Αντί να πολεμά, έμαθε τώρα να «μιλάει» και να «διαπραγματεύεται». Ο νέος κοινοβουλευτικός, όμως, σε μικρό χρονικό διάστημα βρήκε σαν πιο ελκυστικό, γιατί ήταν λιγότερο επικίνδυνο, το καθήκον να πολεμά για τη νέα κοσμοθεωρία με τα «πνευματικά» όπλα της κοινοβουλευτικής ρητορείας παρά να διακινδυνεύει τη ζωή του, αν χρειαζόταν, μπαίνοντας σε έναν αγώνα του οποίου η έκβαση ήταν αβέβαιη και ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν θα του απέφερε κανένα κέρδος.


Από τη στιγμή που απέκτησαν μέλη στο κοινοβούλιο, οι οπαδοί απ’ έξω άρχισαν να ελπίζουν και να περιμένουν θαύματα, τα οποία φυσικά δεν έγιναν και δεν μπορούσαν να γίνουν. Για το λόγο αυτό σύντομα άρχισαν να γίνονται ανυπόμονοι, γιατί ακόμα κι αυτά που άκουσαν από τους δικούς τους βουλευτές δεν ανταποκρίνονταν σε καμία περίπτωση στις προσδοκίες των ψηφοφόρων. Αυτό ήταν εύκολο να εξηγηθεί, αφού ο εχθρικός Τύπος φρόντιζε να μη δίνει στον λαό μια αληθινή εικόνα του έργου των πανγερμανιστών βουλευτών.


Όσο περισσότερο όμως οι νέοι εκπρόσωποι του λαού έπαιρναν μια γεύση από τον κάπως πιο ήπιο είδος του «επαναστατικού» αγώνα στο κοινοβούλιο και στις κρατικές συνελεύσεις, τόσο λιγότερο πρόθυμοι γίνονταν να επιστρέψουν στο πιο επικίνδυνο έργο της διαφώτισης των μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού. Οι μαζικές συγκεντρώσεις, ο μόνος τρόπος για να ασκήσει κανείς μια αληθινά προσωπική και ως εκ τούτου αποτελεσματική επιρροή σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και έτσι να μπορέσει να τα κερδίσει, ερχόταν όλο και περισσότερο σε δεύτερη μοίρα.


Από τη στιγμή που τα θεωρεία του κοινοβουλίου αντικατέστησαν τα τραπέζια στις μπυραρίες των λαϊκών συγκεντρώσεων και οι λόγοι απευθύνονταν από αυτά τα φόρουμ όχι προς τον λαό αλλά προς τα κεφάλια των αποκαλούμενων «εκλεκτών», το πανγερμανικό κίνημα έπαψε να είναι ένα κίνημα του λαού και σε μικρό χρονικό διάστημα υποβιβάστηκε σε μια λίγο-πολύ λέσχη σοβαρών ακαδημαϊκών συζητήσεων. Συνεπώς, η κακή εντύπωση που άφηνε ο Τύπος δεν διορθωνόταν καθόλου από τις προσωπικές δραστηριότητες των κυρίων, με αποτέλεσμα η λέξη «πανγερμανισμός» να ακούγεται άσχημα στα αυτιά της πλατιάς μάζας.


Γιατί σ’ όλους τους σημερινούς ιππότες και λιμοκοντόρους της πένας πρέπει να τους πούμε αυτό: οι μεγαλύτερες επαναστάσεις σε αυτόν τον κόσμο δεν καθοδηγήθηκαν ποτέ από μια γραφίδα! Όχι, η πένα πάντα προοριζόταν για τη θεωρητική τους θεμελίωση. Όμως η δύναμη που ξεκίνησε τις μεγάλες ιστορικές χιονοστιβάδες θρησκευτικής και πολιτικής φύσης ήταν πάντα η μαγική δύναμη του λόγου και μόνον αυτή.


Οι πλατιές μάζες ενός λαού πάνω απ’ όλα μπορούν να συγκινηθούν μόνο από τη δύναμη του λόγου. Όλα τα μεγάλα κινήματα όμως είναι λαϊκά κινήματα, είναι ηφαιστειακές εκρήξεις του ανθρώπινου πάθους και των ψυχικών συγκινήσεων, που προκλήθηκαν είτε από τη σκληρή θεά της ανάγκης είτε από τον αναμμένο πυρσό του λόγου που εκσφενδονίστηκε ανάμεσα στις μάζες και δεν είναι γλυκανάλατα εκχυλίσματα των αισθητιστών συγγραφέων και των ηρώων των σαλονιών. Η μοίρα των εθνών μπορεί να ανατραπεί μόνο από μια καταιγίδα καυτού πάθους, αλλά το πάθος μπορεί να ξυπνήσει μόνο από εκείνον που το κουβαλάει μέσα του».


Ο Αγών Μου, έκδοση Stalag, σελίδες 104 - 109 



ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ




Σημείωση: Κάθε καλοπροαίρετος και σκεπτικιστής αναγνώστης, μπορεί να κάνει τον παραλληλισμό και τη σύγκριση των άνωθεν ορθότατων παρατήρησεων του Αδόλφου με τη μετέπειτα πορεία του NSDAP αλλά και τη πορεία των διαφόρων ελληνικών ακροδεξιών κόμματων.