Σε κάθε περίπτωση, στα Φυσιογνωμικά γίνεται μνεία στην διάκριση μεταξύ καλών και κακών ζώων, βάσει της μορφής των, άρα καταληκτικά υπάρχει και η ανάλογη διάκριση και κατ’ επέκταση ιεραρχία μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίοι δεν εξαιρούνται φυσικά από τον παραπάνω κανόνα. Η δε έκφραση γνώμης επί του ζητήματος αυτού, βάσει της εμφανίσεως ενός ζώου ή ενός ανθρώπου αποτελεί τον ορισμό του να «φυσιογνωμεί» κανείς. Ένεκα της παραπάνω ανάλυσης περί της διαφοροποίησης των όντων, οι άνθρωποι μπορούν κάλλιστα να διαιρεθούν σε έθνη, τα οποία είναι διακριτά από άλλα, επειδή ακριβώς διαθέτουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η δε εξωτερική εμφάνιση, ήτοι η φυσιογνωμία των εθνών, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το πνευματικό τους υπόβαθρο, το οποίο εκφράζεται μέσω του πολιτισμού και των ηθών τους. Ως παραδείγματα παρατίθενται τα βάρβαρα έθνη των Αιγυπτίων, των Θρακών, των Σκυθών και δη των Αιθιόπων.
Μπορεί μεν ορισμένες φορές κάποια άτομα εξωτερικά να μοιάζουν ίδια, ως προς την έκφραση του προσώπου τους, αλλά δεν παύουν τα ψυχικά τους γνωρίσματα να είναι πλήρως διαφορετικά ή ακόμη και απολύτως αντίθετα μεταξύ τους. Προς επίρρωση των παραπάνω, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ανδρείου και του αναιδούς, όπου εξ απόψεως εξωτερικής έκφρασης και μόνο φαίνεται να oμοιάζουν μεταξύ τους, αλλά στην ουσία τους διαφέρουν. Επίσης, ο συγγραφέας των Φυσιογνωμικών αναφέρει ότι τα εξωτερικά γνωρίσματα ενός ανθρώπου είναι μόνιμα και το πέρασμα του χρόνου, δεν αποτελεί μία «σύμπτωση» ή «συγκυρία» της ιστορίας, υποδηλώνει μία μονιμότητα ως απόρροια μιας σταθερής και υπαρκτής πραγματικότητας, η οποία επίσης δεν είναι φυσικά τυχαία, αλλά αντιθέτως προκύπτει από την ίδια την ψυχή, η οποία με την σειρά της προκαλεί την ανάλογη εξωτερική εμφάνιση. Αυτό, συμπληρώνει ο συγγραφέας, είναι και η ουσία της επιστήμης της φυσιογνωμικής, πρόκειται δηλαδή για ένα σύστημα μελέτης των φυσικών εξωτερικών γνωρισμάτων, τα οποία υποδεικνύουν τις ιδιότητες, τις οποίες φέρει κάποιος στην ψυχή του είτε εν τη γενέσει του ή ακόμη και επίκτητα. Πρόκειται για μία διαδικασία άντλησης συμπερασμάτων από τα χρώματα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου, την κατάσταση των τριχών, της ποιότητας του σώματος ή συγκεκριμένων μελών του, του είδους της φωνής, του μεγέθους της σάρκας και του συνόλου της φυσιογνωμίας του, τα οποία χαρακτηριστικά εν συνόλω ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες ιδιότητες της εκάστοτε ψυχής. Αυτό κατ’ επέκταση παράγει αναγκαστικά και την κατηγοριοποίηση των ανθρώπων, βάσει των πνευματικών και βιολογικών δυνατοτήτων τους, διότι ειδάλλως είναι απλά αδύνατο και οξύμωρο για την επιστήμη της φυσιογνωμίας να προβεί η ίδια σε μία ενιαία κατηγοριοποίηση του ανθρώπινου γένους, καθώς, όπως συμπληρώνει ο συγγραφέας των Φυσιογνωμικών, υπάρχουν ομάδες ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία τους κάνει να διαφέρουν από άλλες ομάδες ανθρώπων, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα ζώα, τα οποία δεν είναι όλα ίδια μεταξύ τους. Μία τέτοια λοιπόν ενιαία, πλην όμως αυθαίρετη, κατηγοριοποίηση του ανθρώπινου είδους θα ήταν εκ των πραγμάτων ένδειξη εθελοτυφλίας και σε καμία περίπτωση δεν θα δύνατο να αποτελέσει συμπέρασμα σοβαρής έρευνας.
Έπειτα στο έργο των Φυσιογνωμικών παρατίθενται πλήθος εμπειρικών περιπτώσεων, οι οποίες συνθέτουν όχι μόνο το ψυχοσωματικό περιεχόμενο ενός μεμονωμένου ανθρώπου, αλλά και τις ιδιότητες ολόκληρων φυλών ή εθνών με γνώμονα τα εξωτερικά τους γνωρίσματα.
Επιγραμματικά και συνοπτικά, σύμφωνα με το αριστοτελικής εμπνεύσεως κείμενο, οι σκληρές τρίχες συνδέονται με την ανδρεία, ενώ οι μαλακές με την δειλία. Εν προκειμένω, ο συγγραφέας επικαλείται τις περιπτώσεις ορισμένων ζώων ως εύστοχα παραδείγματα, όπως το λιοντάρι και ο αγριόχοιρος, τα οποία διέπονται από ανδρεία και τόλμη, διότι έχουν πυκνό και σκληρό τρίχωμα. Αντιθέτως, το ελάφι, ο λαγός και το πρόβατο είναι δειλά ζώα εκ της φύσεως τους και αυτό το μαρτυρά το μαλακό τους τρίχωμα. Το ίδιο ισχύει αναλογικά και στα πτηνά, όσα είναι ανδρεία έχουν δυνατά και μεγάλα φτερά, όπως ο αετός, ενώ τα ορτύκια έχουν λεπτά και μικρά φτερά, γι’ αυτό και διακατέχονται από δειλία. Μία ακόμη αιτία κατηγοριοποίησης είναι οι ουρές των ζώων. Μπορεί μεν πολλά ζώα να έχουν ουρές, αλλά η διαφορά που έχουν αυτές μεταξύ τους υποδηλώνει την διαφορετική σύνθεση των ψυχικών δυνατοτήτων τους. Όσα έχουν τριχωτή ουρά, όπως ο σκύλος, είναι πολύ πιο επιθετικά, ενώ όσα έχουν λείο ή καθόλου τρίχωμα, όπως οι όνοι και οι χοίροι αντίστοιχα, αποτελούν έρμαια των παθών τους και δη της αφροδίσιας διέγερσης, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά. Οι δε όνοι, κοινώς τα γαϊδούρια, τείνουν να είναι αναίσθητα και υποτακτικά ελλείψει της υπάρξεως τριχώματος στην ουρά τους.
Φυσικά εξαίρεση από τον κανόνα της ιεραρχίας δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ο άνθρωπος. Σύμφωνα με τα Φυσιογνωμικά, οι φυλές στα βόρεια κλίματα διαθέτουν σκληρότερο τρίχωμα, οπότε είναι πιο γενναίες από τις φυλές των νοτίων κλιμάτων, τα μέλη των οποίων διαθέτουν μαλακές τρίχες και ως εκ τούτου οι άνθρωποι των νοτίων περιοχών είναι αρκετά πιο δειλοί, κατ’ εφαρμογή και του γενικού κανόνα, ο οποίος ισχύει για τα θηλαστικά εν γένει. Το δε τρίχωμα στην κοιλιά, παρεμπιπτόντως, αποτελεί ένδειξη φλυαρίας σε έναν άνθρωπο. Παρά την παραπάνω διάκριση του δέρματος, ο συγγραφέας των Φυσιογνωμικών αναφέρει ότι το προτιμότερο και ανώτερο είδος ανθρώπου δεν είναι ούτε οι φυλές με πολύ λευκό δέρμα, τα μέλη των οποίων φυλών αυτών κατοικούν στις βόρειες περιοχές, όπου επικρατεί ψυχρό κλίμα, αλλά ούτε κυρίως οι φυλές με μαύρο δέρμα, οι οποίες είναι πολύ περισσότερο κατώτερες. Αντιθέτως, κατά την ερμηνεία του εν λόγω αποσπάσματος των Φυσιογνωμικών, η μεσογειακή φυσιογνωμία, την οποία διαθέτει κυρίως ο Έλληνας, θα έλεγε κανείς σήμερα σε σύγχρονους όρους, αποτελεί την πληρέστερη φυλετική έκφραση του ανδρείου, ο οποίος ούτε τείνει προς την υπερβολή της αυθάδειας, όπως ουσιαστικά εμφανίζεται στους βόρειους πολιτισμούς των ψυχρών περιοχών, ούτε ανήκει στις φύσει δειλές φυλές των νοτίων μερών του κόσμου, όπως ουσιαστικά σκιαγραφεί ο συγγραφέας κυρίως την φυλή των μαύρων στην Αφρική. Εδώ αναβλύζει εκ νέου με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο η αριστοτελική αρχή της μεσότητας. Το φυλετικό πρότυπο των μεσογειακών πληθυσμών και φυσικά και των ίδιων των Ελλήνων παρουσιάζεται ως η εκπλήρωση της ηθικής αρχής της μεσότητας, κατ’ Αριστοτέλη. Με άλλα λόγια, η μεσογειακή φυσιογνωμία παρουσιάζεται ως το ιδανικό πρότυπο του ενάρετου αυτού όντος, το οποίο είναι το πλέον ισορροπημένο εξωτερικά και ψυχικά και το οποίο εντοπίζεται στην «μεσόγειο», δηλαδή στην μέση της γης. Ο συγγραφέας φρονεί δηλαδή, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η παρουσία της φυλετικής αυτής ομάδας στην μέση της γης (εξ ου η έννοια της μεσογείου) αποτελεί και μία περαιτέρω επαλήθευση κατοχής της αρετής της μεσότητας εκ μέρους της, η οποία μεσότητα, όπως είναι γνωστό από τον ίδιο τον Αριστοτέλη, βρίσκεται μεταξύ της υπερβολής και της ελλείψεως. Οι δε παρεκκλίσεις της μεσότητας, είτε εξ απόψεως υπερβολής, είτε εξ απόψεως ελλείψεως εντοπίζονται στις υπόλοιπες φυλές, γεγονός το οποίο τις καθιστά κατώτερες συγκριτικά με την ενάρετη μεσογειακή, αλλά με την σειρά της η φυλή των βορείων περιοχών είναι η επόμενη τη τάξει και άρα οπωσδήποτε πολύ ανώτερη από την φυλή των νοτίων περιοχών. Πάλι εδώ το εξωτερικό και γεωγραφικό, εν προκειμένω, γνώρισμα μίας πληθυσμιακής ομάδας, αντανακλάται στην ψυχική της κατάσταση ή και αντιστρόφως η τελευταία, δηλαδή η ψυχική κατάσταση, σε ένα σχεδόν μεταφυσικό επίπεδο ερμηνείας, καθορίζει την βιολογική της σύνθεση.
.jpg)
Το πρότυπο του γενναίου γενικότερα στο κείμενο των Φυσιογνωμικών έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, το παραπάνω είδος ανθρώπου διακρίνεται από τις σκληρές του τρίχες, τα δυνατά άκρα και κόκκαλα και παράλληλα διαθέτει ένα ορθό σχήμα σώματος γενικότερα. Όσο πιο ευρύ είναι το στήθος του, τόσο μεγαλύτερη είναι η ένδειξη της γενναιότητας του, δίχως φυσικά υπερβολές. Η κοιλιά του γενναίου δεν είναι εξογκωμένη και ο τράχηλός του είναι δυνατός. Παράλληλα το στήθος του είναι σαρκώδες με ένα μεσαίο άνοιγμα ματιών, το οποίο δεν είναι ούτε πολύ ανοιχτό, ούτε πολύ κλειστό. Το χρώμα των ματιών στους ανδρείους ανθρώπους είναι μαύρο, αλλά αν είναι υπερβολικά μαύρο, τότε παραπέμπει σε άγριους και όχι σε γενναίους. Εξαιρετική δε κατηγορία γενναίων ανθρώπων είναι οι ξανθοί, οι οποίοι ομοιάζουν με τα λιοντάρια και διακρίνονται από τους κοκκινομάλληδες, οι οποίοι συχνά προβαίνουν σε διάφορες πανουργίες, όπως οι αλεπούδες, οι οποίες διαθέτουν παρόμοιο χρώμα.
Το πρότυπο του δειλού στον αντίποδα αποτελείται από τα ακριβώς αντίθετα εξωτερικά γνωρίσματα, τουτέστιν μαλακές τρίχες, κίτρινο ή κυρίως μελαμψό πρόσωπο, ασθενές σώμα, λεπτά χέρια και μικρά σκέλη σε συνδυασμό με βιαστικές κινήσεις σώματος. Ως δειλοί περιγράφονται επίσης και όσοι διαθέτουν πολύ σγουρά μαλλιά με εξαίρεση όσους έχουν σγουρά μαλλιά μόνο στις άκρες, τότε πρόκειται για άτομα με το στοιχείο της ανδρείας μέσα τους. Πολλές φορές όμως ακόμη και οι πολύ λευκοί διαθέτουν το στοιχείο της δειλίας, όταν δηλαδή οι ίδιοι είναι πολύ χλωμοί στο πρόσωπο, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας.
Επίσης, στα Φυσιογνωμικά, παρατίθενται και τα ειδικότερα εξωτερικά χαρακτηριστικά ανθρώπων συγκεκριμένης ψυχικής ιδιότητας, όταν εξετάζονται μεμονωμένα, δίχως να λαμβάνεται δηλαδή υπόψιν το φυλετικό σύνολο στο οποίο ανήκουν. Ενδεικτικά γίνεται αναφορά στις περιπτώσεις των ευφυών, των αναίσθητων, των αναιδών, των κόσμιων, των εύθυμων κλπ και στον τρόπο κατά τον οποίο διακρίνονται, βάσει των ιδιαιτεροτήτων τους. Προς περαιτέρω επίρρωση της απόδοσης ορισμένης ψυχικής ιδιότητας, βάσει συγκεκριμένων εξωτερικών γνωρισμάτων, παρατίθενται ως παραδείγματα φυσικά τα ζώα, τα οποία πολλές φορές έχουν παρόμοια εξωτερικά χαρακτηριστικά με τις αντίστοιχες κατηγορίες διάκρισης των ανθρώπων. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το μέγεθος των χειλών, τα οποία εφόσον είναι παχιά, εντοπίζονται σε ανθρώπους χαμηλής νοημοσύνης, όπως κατ’ αναλογία παρατηρεί κανείς στους γαϊδάρους και στους πιθήκους. Η δε παχιά άκρη της μύτης, σε αντιδιαστολή με την ίσια και λεπτή, υποδηλώνει εξίσου ένδειξη χαμηλής ευφυΐας, καθώς επίσης και μία έκφανση αναισθησίας, οκνηρίας και φυγοπονίας, διότι παρατηρείται σαν εξωτερικό χαρακτηριστικό των γουρουνιών και των βοδιών. Το λεπτό πρόσωπο φανερώνει τον επιμελή άνθρωπο, ενώ το χοντρό πρόσωπο την οκνηρία, όπως συμβαίνει με τα βόδια. Η μικροψυχία συναντάται σε άτομα με μικρό πρόσωπο, όπως η αγριόγατα και η μαϊμού, ενώ το υπερβολικά μεγάλο ή ακριβέστερα χοντρό πρόσωπο δείχνει την αδεξιότητα. Τα μικρά αυτιά, τα οποία διαθέτουν οι πίθηκοι, συναντώνται σε ανθρώπους, οι οποίοι θέλουν να ενοχλούν και να πειράζουν, ενώ τα μεγάλα αυτιά, προδίδουν ένα έντονο πεισματικό χαρακτήρα, ο οποίος είναι γνώρισμα των γαϊδάρων. Το μικρό μέτωπο μαρτυρά την αμάθεια, όπως συμβαίνει με τους χοίρους, ενώ το μεγάλο μέτωπο μαρτυρά την νωθρότητα των βοδιών. Το κείμενο των Φυσιογνωμικών δίνει και μία ενδιαφέρουσα βιολογική εξήγηση της ιδιότητας της διάνοιας, αναφέροντας ότι τα σώματα, τα οποία δεν είναι υπερβολικά μεγάλα είναι πιο έξυπνα, διότι το αίμα μπορεί να κυκλοφορήσει πιο εύκολα μέχρι τον νου, ελλείψει των μεγάλων αποστάσεων, γι’ αυτό και οι υπερβολικά μάλιστα εύσωμοι έχουν χαμηλότερο επίπεδο νοημοσύνης. Η χρυσή τομή της μεσότητας πάλι για κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις παρουσιάζεται ως το καλύτερο υπόδειγμα εξωτερικής και εσωτερικής κατάστασης, με άλλα λόγια ως ο τρόπος επίτευξης μίας ψυχοσωματικής ισορροπίας. Οι μορφές λοιπόν των σωμάτων αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες δυνάμεις της ψυχής, οι οποίες συνδέονται, όπως ήδη αναφέρθηκε νωρίτερα, με την ταυτότητα μίας συγκεκριμένης ψυχικής δύναμης ή ενός ψυχικού πάθους, όπως συμβαίνει και στα ζώα.
Ένα ζήτημα στο οποίο επίσης γίνεται έντονη μνεία στο επίμαχο αριστοτελικό κείμενο αφορά την ψυχική και σωματική διαφοροποίηση μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού, η οποία διαφοροποίηση εμφανίζεται όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στα ζώα συλλήβδην. Το θηλυκό παρουσιάζεται ως το συνήθως πιο αδύνατο φύλο, όπως επίσης και ως το πιο υποχωρητικό ή ακόμη και πιο επιρρεπές ή ευάλωτο προς την χειραγωγία εν συγκρίσει με το αρσενικό. Η παραπάνω ιεράρχηση τρόπων τινά των φύλων δεν είναι μία άποψη, η οποία εκφράζεται πρώτη φορά από τον Αριστοτέλη, οπότε η παραπάνω οπτική, ειρήσθω εν παρόδω, θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της θέσης ότι πράγματι τα Φυσιογνωμικά ήταν αποκλειστικά δικό του δημιούργημα. Σε αυτό μάλιστα το θέμα ο Αριστοτέλης απέχει πολύ από τον δάσκαλό του τον Πλάτωνα, ο οποίος αναγνώριζε μεν τις σαφείς διαφορές ανάμεσα στα 2 φύλα, αλλά δεν θεωρούσε ότι ο άνδρας διαθέτει ένα αποκλειστικό προνόμιο συμμετοχής εις βάρος της γυναίκας στο πεδίο της πολιτικής ή της εκπαίδευσης.
Σημαντικό σημείο κατηγοριοποίησης αποτελεί και ο βηματισμός του ανθρώπου τόσο ως προς τον ρυθμό, όσο και ως προς το μέγεθος του βηματισμού αυτού. Οι επιμελείς άνθρωποι έχουν έναν σταθερό σε ρυθμό βηματισμό και η απόσταση, την οποία διανύει ο βηματισμός τους δεν είναι ούτε πολύ μεγάλη, ούτε πολύ μικρή. Οι αργόσχολοι και οι αναποτελεσματικοί κινούνται με αστάθεια στα πόδια τους και ο βηματισμός τους είναι είτε πολύ μικρός, είτε πολύ μεγάλος, δηλαδή παρεκκλίνει από την μεσότητα. Το ίδιο ισχύει και για τις κινήσεις των χεριών. Μάλιστα οι δε βαδίζοντες δίχως ιδιαίτερη συνοχή και σταθερότητα στις κινήσεις τους ανήκουν στην κατηγορία των κιναίδων.
Τέλος, η κατηγοριοποίηση των ανθρώπων πηγάζει και από το ύψος της φωνής. Όσοι έχουν ψιλή και μαλακή φωνή συνήθως είναι δειλοί και κίναιδοι, ενώ όσοι έχουν απλώς μαλακή και ήρεμη φωνή, όπως τα πρόβατα, διαθέτουν την πραότητα εντός της ψυχής τους. Αντιθέτως, οι φωνακλάδες είναι συνήθως αυθάδεις και υπερόπτες.
Εν κατακλείδι, ο συγγραφέας του ιδιαίτερα καινοτόμου και αναλυτικού αυτού έργου αναφέρει ότι ακόμη και στο σώμα υπάρχουν κάποιες ιεραρχίες. Μεγίστης προτεραιότητας θέση έχει το κεφάλι, διότι εκεί φυσικά βρίσκεται και ο εγκέφαλος ως το κατ’ εξοχήν όργανο της ανθρώπινης νόησης, δεύτερο τη τάξει είναι το στήθος και οι ώμοι, δηλαδή τα μέρη του σώματος, στα οποία στηρίζεται ο εγκέφαλος, επόμενη θέση έχουν τα πόδια, τα οποία κινούν και στηρίζουν το πάνω μέρος του σώματος και στην τελευταία κατηγορία ανήκει ο χώρος της κοιλιάς ή το μέρος γύρω από αυτήν, επειδή εκεί εντοπίζονται όλα όσα σχετίζονται με τα υλικά πάθη ή όσα γενικότερα αφορούν τα ποιοτικά κατώτερα μέρη της ψυχής. Συμπερασματικά, βάσει των όσων ισχυρίζεται το κείμενο των Φυσιογνωμικών, η σωστή συμμετρία ενός σώματος, ο κατάλληλος τύπος ενός δέρματος και μία σειρά άλλων χαρακτηριστικών της φυσιογνωμίας ενός ανθρώπου, σύμφωνα με το περιεχόμενο του έστω αριστοτελικής εμπνεύσεως κειμένου, είναι τα συστατικά μίας τέλειας πνευματικής αρμονίας και φυσικής μορφιάς. Αποτελούν δε επίσης και απόδειξη κατοχής των υψίστων αρετών της ανδρείας και της δικαιοσύνης.