Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

Ο Τσε Γκεβάρα και η Συντηρητική Επανάσταση

 




Στις 14 Ιουνίου γιορτάσαμε την 90η επέτειο από τη γέννηση του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Το Διαδίκτυο αντέδρασε με έναν εκπληκτικά περίεργο τρόπο: η πλειοψηφία δημοσίευσε κάτι στη μνήμη του, ενώ οι εχθροί του περιορίστηκαν σε δύο κατηγορίες: φιλελεύθεροι και «νεοναζί», τους οποίους, ως συνήθως, τους πιάνει υστερία με την απλή αναφορά του comandante.

Ωστόσο, ας εμβαθύνουμε σε αυτό το ζήτημα: πού τοποθετείται ο Τσε Γκεβάρα στον άξονα αριστερά και δεξιά; Δεν είναι σημαντική αυτή  η πτυχή της σύνθεσής του, στην προοπτική της Συντηρητικής Επανάστασης; Τα τελευταία χρόνια έχουν δημοσιευτεί πολλές αναφορές σχετικά με το ότι ο Ισπανός Caudillo Franco και ο ηγέτης της Αργεντινής Peron είχαν σχέσεις με τον Che και τον Fidel. Από μια τυπική ιδεολογική άποψη, αυτό θα έπρεπε να ήταν αδιανόητο, αλλά στην πράξη δεν ήταν. Ποιο είναι το κλειδί; Ποιος είναι ο οικονομικός χαρακτήρας της Συντηρητικής Επανάστασης, στον οποία συνέβαλε και ο Τσε Γκεβάρα;

Η απάντηση μπορεί να βρεθεί στον Immanuel Wallerstein: πρόκειται για την αντίσταση στην εμπορευματοποίηση των εδαφών και της προλεταριοποίησης της εργασίας, αυτές τις δύο πραγματικότητες του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Κάθε πολιτική δύναμη που υπονομεύει αυτές τις δύο πραγματικότητες ανοίγει την πόρτα στην απελευθέρωση. Και αυτό συνέβη κατά την εποχή του Arbenz στη Γουατεμάλα, κατά τη διάρκεια του καθεστώτος του οποίου ο Che Guevara ξεκίνησε την πολιτική του πορεία, όταν ο Arbenz εθνικοποίησε την Αμερικανική Πολυεθνική Εταιρεία Φρούτων.

Είναι τα υπαρκτά κινήματα της αριστεράς ικανά να καταπολεμήσουν την εμπορευματοποίηση των εδαφών και τον προλεταριοποίηση της εργασίας; Όχι. Οι ίδιοι είναι πλέον διαζευγμένοι από τη γη, οι ίδιοι είναι παγκοσμιοποιητές, καλωσορίζουν μόνο την ελεύθερη κυκλοφορία ορδών μεταναστών από τη μια χώρα στην άλλη, ενώ εν τω μεταξύ, στο εσωτερικό του παραδείγματος της Συντηρητικής Επανάστασης, θα πρέπει να γίνουν προσπάθειες να ενωθούν οι αγρότες και το εργατικό δυναμικό της χώρας. Υπό αυτήν την έννοια, αυτό που έκανε ο Τσε Γκεβάρα και αυτό που έκανε ο Sub-comadante Μάρκος αργότερα, είναι μια βαθιά συντηρητική πράξη.

Η πραγματική επανάσταση, η φιλελεύθερη επανάσταση για την προώθηση της προλεταριοποίησης της εργασίας και της εμπορευματοποίησης των εδαφών, πραγματοποιείται στη σύγχρονη εποχή από το ΔΝΤ. Κατά συνέπεια, όλες οι εξεγέρσεις εναντίον του, είτε από τα κάτω προς τα πάνω είτε, όπως στη Μαλαισία υπό τον Mahathir Mohammad, από πάνω προς τα κάτω, είναι ουσιαστικά αντεπαναστατικές ή, πιο συγκεκριμένα, «η αντίσταση στην επανάσταση», σύμφωνα με τον De Maistre. Και αυτό είναι άλλο ένα μάθημα από τον Τσε Γκεβάρα, τον εκ γενετής αριστοκράτη και Ιρλανδό-Ισπανό ευγενή (κάτι για το οποίο ήταν πάντα περήφανος και κάτι που η αριστερά είναι ανίκανη να καταλάβει), υπερασπιστής του λαού του από έφεση.

Αυτό το μάθημα είναι σημαντικό, αλλά δεν είναι το τελευταίο. Το τελευταίο είναι πιθανώς τα λόγια του ότι η ζωή ενός προσώπου και η ζωή ενός λαού είναι πολυτιμότερη από οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Αυτός είναι ο λόγος που οι χρηματοπιστωτές του κόσμου τον μισούν τόσο πολύ. Αυτή η αξία δεν τηρείται από την πλειοψηφία των ηγεμόνων του σύγχρονου κόσμου, οι οποίοι για χάρη του πλεονάσματος του προϋπολογισμού, είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν ακόμη και τη ζωή των δικών τους ανθρώπων, χωρίς να αναφέρουμε εκείνη των ξένων (στμ. Στην Ελλάδα αυτή η σειρά προτεραιότητας είναι ανάποδα).Αλλά μερικές φορές υπάρχουν άνθρωποι που εμφανίζονται από το πουθενά σε αυτόν τον κόσμο, άνθρωποι που αναποδογυρίζουν τα χρηματοπιστωτικά τραπέζια και μας υπενθυμίζουν ότι υπάρχει μια άλλη διάσταση, μια άλλη πραγματικότητα και μια άλλη ηθική.


Hasta siempre, Comandante!





Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

Ο Ερνέστο "Τσε" Γκεβάρα μέσα από την εθνικοεπαναστατική οπτική: ο Περονιστής της «εθνικιστικής αριστεράς»

 





του Γιώργου Πισσαλίδη


Το 1945, μια εθνικιστική και κοινωνική επανάσταση πραγματοποιείται στην Αργεντινή. Αυτή του συνταγματάρχη Περόν και των «ντεκαμισάδος». Στις 17 Οκτωβρίου 1945, μία πορεία συμπαράστασης στον έκπτωτο Περόν, οργανωμένη από τα εργατικά συνδικάτα, τον ανεβάζει (μεταφορικά και κυριολεκτικά) στον προεδρικό θώκο. Ο Περόν εθνικοποίησε τα μέσα μεταφοράς και επικοινωνίας (που τα περισσότερα ήταν σε βρετανικά χέρια), το χρηματοοικονομικό σύστημα και τον έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου. Έκανε έτσι την χώρα του οικονομικά και εθνικά ανεξάρτητη. Καθιέρωσε το κατώτατο όριο μισθού, συντάξεις και διακοπές μετά αποδοχών.

Με την βοήθεια της γυναίκας του Εβίτας, έκτισε το ασφαλιστικό και υγειονομικό σύστημα και έδωσε ψήφο στις γυναίκες. Τέλος κράτησε μια αντιιμπεριαλιστική στάση απέναντι στις Η.Π.Α και την Μεγάλη Βρετανία, εφαρμόζοντας τον «Τρίτο Δρόμο»πέρα από τον αμερικάνικο καπιταλισμό και τον σοβιετικό μαρξισμό. Έτσι με αυτήν την πολιτική προσέλκυε τους εθνικιστές, μεγάλο μέρος της Αριστεράς και φυσικά τους «ντεκαμισάδος» (χωρίς πουκάμισο), τους οπαδούς του που ανήκαν στην εργατική τάξη, που ήταν οργανωμένοι από την Εβίτα Περόν στην Γενική Συνομοσπονδία Εργατών.



Ο Κάστρο και η Φάλαγγα

Την ίδια χρονιά, στο Μπέθαλ της Κούβας, ένας 19χρονος επαναστάτης, ονόματι Φιντέλ Κάστρο Ρουζ, διαβάζει τα άρθρα και τις ομιλίες του Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα. Στα νιάτα του, ο Κάστρο υπήρξε εθνικιστής στο πνεύμα του Χοσέ Μαρτί, του μαρτυρικού ήρωα της Κουβανικής ανεξαρτησίας, αντικομουνιστής και θαυμαστής του Μπενίτο Μουσολίνι, που τα άπαντα του είχαν εκλεχτή θέση στην φοιτητική βιβλιοθήκη του. Λάτρευε την «βία των γροθιών και των πιστολιών»με την οποία ο Χοσέ Αντόνιο και οι Φαλαγγίτες του ήθελαν να υπερασπιστούν τον Ισπανικό τρόπο ζωής απέναντι στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό. Ταυτιζόταν δε, με την ιστορική φράση του ηγέτη της Φάλαγγας: «η ζωή μας είναι στράτευσις και πρέπει ο καθένας από μάς να την ζήσει, διαποτισμένη από την θέληση να υπηρετήσει και να θυσιασθεί».




Το 1952, ο Κάστρο υπήρξε βουλευτής του κόμματος των «Ορντοντόξος». Το πραξικόπημα όμως του Μπατίστα του κόβει τον δρόμο. Στις 26 Ιουλίου 1953 θα ηγηθεί μιας αποτυχημένης επίθεσης στους στρατώνες Μονκάδα στο Σαντιάγκο της Κούβας. Θα συλληφθεί και στις 21 Σεπτεμβρίου θα υπερασπιστεί τον εαυτό του στο δικαστήριο με ένα διάσημο λόγο με τίτλο «Η Ιστορία θα με αθωώσει», την πρώτη πλατφόρμα της Κουβανικής Επανάστασης. 




Στον λόγο αυτό, ζητούσε αποκατάσταση του συντάγματος του 1940, παρέμενε πιστός στα εθνοκοινωνικό ιδεώδες της Φάλαγγας, ενώ ήταν εμπνευσμένος από το φιλολαϊκό πνεύμα της «Νιου Ντηλ» του Φραγκλίνου Ρούζβελτ. Η οποία με την σειρά της ήταν αντιγραφή του οικονομικού προγράμματος της εθνικιστικής Ιταλίας. Το 1955 αμνηστεύεται και φεύγει με άλλους Κουβανούς στο Μεξικό, όπου θα οργανώσει μαζί του με τον αδελφό του, Ραούλ το «κίνημα της 26ης Ιουλίου», προς ανάμνηση της επίθεσης στους στρατώνες Μονκάδα. Εκεί στο Μεξικό, ένα Αυγουστιάτικο βράδυ, ο Ραούλ θα του συστήσει ένα νεαρό γιατρό από την Αργεντινή, που προσπαθούσε να δώσει ένα καινούργιο νόημα στην ζωή του. Το όνομα του: Ερνέστο Γκεβάρα.




Ο Τσε και ο Περονισμός.


Ο Γκεβάρα είχε φτάσει στο Μεξικό από την ταραγμένη Γουατεμάλα, όπου είχε ταξιδέψει με τον αριστερό φίλο του Ριχαρδο Ρόχο. Εκεί ο αριστερών απόψεων συνταγματάρχης Χακόμπο Αρμπένζ Γκουσμάν είχε πάρει μια σειρά από οικονομικά μέτρα που ανέβασαν το βιοτικό επίπεδο των γηγενών Ινδιάνων και τους έδωσε πίσω την εθνική τους περηφάνια. Όταν όμως θέλησε να καταργήσει τα λατιφούντια (μεγάλα αγροκτήματα), οι μεγαλοτσιφλικάδες, που ήταν Αμερικανοί, με μπροστάρη την «Γιουνάιτεντ Φρούιτ Κόμπανυ», την πολυεθνική πίσω από τις δημοκρατίες της «μπανανίας», πίεζαν την Ουάσινκτον να υπερασπισθεί τα προνόμια τους.

Ο Γκεβάρα και ο Ρόχο αντιλαμβάνονται ότι η μόνη κυβέρνηση που βοηθά τον Αρμπενέζ είναι αυτή του Περόν. Όπως είχε κάνει και κατά τον αποκλεισμό του 1947 από τις βορειοαμερικανικές ναυτικές εταιρείες στέλνοντας πλοία, όπλα και πολεμοφόδια. Στις 17 Ιουνίου 1954, τα μισθοφορικά στρατεύματα του Κάρλος Καράγιο Άρμας, υποστηριγμένα από την CIA, εισβάλλουν στην Γουατεμάλα. Ο Ερνέστο προσφέρεται να πολεμήσει, αλλά ο πρόεδρος Αρμπενέζ αρνείται να δώσει όπλα στον λαό. Μέσα σε ένα λουτρό αίματος που ακολουθεί, ο Αργεντινός πρέσβης, του σώζει την ζωή και του μισθώνει αμάξι για να φύγει στο Μεξικό.

Η πρώτη συζήτηση λοιπόν που είχαν ο Κάστρο και ο Γκεβάρα αφορούσε τα γεγονότα της Γουατεμάλας και την διεθνή κατάσταση. Ο Γκεβάρα γοητεύεται από την φυσιογνωμία του Φιντέλ και αργότερα γράφει στις «Αναμνήσεις από τον Επαναστατικό Πόλεμο»: «Τις πρώτες μικρές ώρες της αυγής είχα κιόλας γίνει ένας από τους μελλοντικούς του πολεμιστές».




Ποιος ήταν όμως ο άνθρωπος που θα έμενε στην Ιστορία με το προσωνύμιο «Τσε»;

Γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1928 στο Ροζάριο της Αργεντινής. Καταγόταν από μια από τις αριστοκρατικότερες οικογένειες της Αργεντινής, που μεταπολεμικά ξέπεσε στην μεσοαστική τάξη. Ο ίδιος έπασχε από βρογχικό άσθμα που θα τον ταλαιπωρούσε σε όλη του την ζωή και θα αποβεί μοιραίο την μέρα της σύλληψης του. Ο ίδιος όμως ήταν δεινός ιππέας, ορειβάτης και κολυμβητής.

Η οικογένεια του ήταν αντιπερονική, αλλά μετά την Γουατεμάλα, άρχιζε να θαυμάζει «την κοινωνική επανάσταση που υπήρξε ο Περονισμός». Έτσι τον Σεπτέμβριο του 1955, όταν ο Περόν ανατράπηκε από ένα αμερικανοκίνητο πραξικόπημα, ο «Τσε» γράφει στον πατέρα του: «Ομολογώ με όλη την ειλικρίνεια ότι η πτώση του Περόν με πίκρανε βαθιά. Η Αργεντινή ήταν ο ιππότης όλων εκείνων που πίστευαν ότι ο εχθρός βρίσκεται στον Βορρά», υπονοώντας την Αμερική. 

Χρόνια αργότερα ως υπουργός θα δηλώσει στον Άνγκελ Μπερλένγκι, πρώην υπουργό εσωτερικών του Περόν, που κατέφυγε στην Κούβα: «Ο Περόν αποτέλεσε την πιο εξελιγμένη έκφραση της πολιτικής και οικονομικής μεταρρύθμισης στην Αργεντινή. Να σκεφτείτε όμως, πως αν ο Περόν είχε επιχειρήσει μια βαθιά ανατροπή των παραδοσιακών οικονομικών δυνάμεων, οι καινούργιες δεν θα ήταν σε θέση να βάλουν τέλος στην διακυβέρνηση του, όπως και τελικά έγινε».


Αντάρτης και υπουργός


Στις 2 Δεκεμβρίου του 1956, ο «Τσε» μαζί με άλλους 80 αντάρτες ανέβαινε στο «Γκράντμα» με σκοπό να αποβιβασθούν στην Κούβα με σκοπό να ανατρέψουν τον Μπατίστα και τους βορειοαμερικανούς πατρώνους του. Η φύση της Κουβανικής επανάστασης ήταν εθνικοαπελευθερωτική στο πρότυπο του Χοσέ Μαρτί και επηρεασμένη από το αντι-ιμπεριαλιστικό πνεύμα του περονισμού. Δεν ήταν μόνο Κουβανική, αλλά αφορούσε όλη την Λατινική Αμερική. 

Εξ’ άλλου από την εποχή του Μπολιβάρ η Λατινική Αμερική θεωρείτο μία ενιαία χώρα. Το 1958, ο Κάστρο δηλώνει στον αμερικανικό τύπο: «Θέλω να με θεωρείτε μία διασταύρωση Χοσέ Μαρτί και Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα»Στην διάρκεια του επαναστατικού αγώνα, ο Κάστρο θα κουβαλούσε παντού μαζί του τα «Άπαντα»του Χοσέ Αντόνιο, ενώ όταν θα ανέβει στην εξουσία θα κλείνει όλους του πολιτικούς του λόγους με την φράση «Πατρίδα η Θάνατος», κάτι που ο ηγέτης της Φάλαγγας θα ενέκρινε.

Ως στρατιώτης, ο Τσε Γκεβάρα χαρακτηριζόταν από την «άμεση και αυθόρμητη διάθεση του να προσφερθεί για την εκπλήρωση της πιο δύσκολης αποστολής». Τον Ιούλιο του 1957, προάγεται σε ταγματάρχη (κομμαντάτε), τον ανώτερο στον κουβανικό στρατό και αναλαμβάνει διοικητής της δεύτερης φάλαγγας του αντάρτικου στρατού. Υπήρξε ο ιθύνους νους της νίκης στην Σάντα Κλάρα στις 28 Δεκεμβρίου 1958, που άνοιξε τον δρόμο για την κατάκτηση της εξουσίας.

Με την επικράτηση της επανάστασης, ο Τσε ορίζεται κατά σειρά βιομηχανικός διευθυντής του «Εθνικού Ιδρύματος της Αγροτικής Μεταρρύθμισης» (NRA), Διευθυντής της Αγροτικής Τράπεζας και υπουργός βιομηχανίας. Θα διέλυε τα λατιφούντια (μεγαλοκτήματα) και θα τα αντικαταστούσε με κολεκτίβες, ερχόμενος σε σύγκρουση με την ολιγαρχία και τους ξένους μεγαλοκτήμονες. Κατά την διάρκεια της υπουργοποιήσεως του Γκεβάρα, τα «Αράμος», τα «Ντοράντος» και τα «Κριόλας» πήραν την θέση των βορειοαμερικάνικων σιγαρέτων. 

Οι αμερικάνικες ταινίες καταργήθηκαν από την τηλεόραση, οι βομβαρδισμός διαφημίσεων και φωτεινών επιγραφών σταμάτησε, οι αγγλόφωνες εμπορικές ονομασίες και τα ξενικά ονόματα των μαγαζιών αντικαταστήθηκαν από ισπανόφωνες επιγραφές. Με άλλα λόγια είχαμε ένα αριστερού τύπου γλωσσικό εθνικισμό και κρατικό προστατευτισμό, που θα έβρισκε απήχηση στους ευρωπαίους εθνικιστές.

Ως άτομο και υπουργός ο Τσε περιφρονούσε το χρήμα, την πολυτέλεια και ζούσε μια ζωή αυστηρή, λιτή και σπαρτιάτικη. Αντίθετα είχε απεριόριστη πίστη στις ηθικές αξίες και την συνείδηση των ανθρώπων. Θέλησε χωρίς να υποτιμήσει τα υλικά κίνητρα, να προωθήσει την κυριαρχία ηθικών κινήτρων στην δουλειά. Προώθησε την εθελοντική δουλειά τις Κυριακές, στην οποία ο ίδιος δούλευε κανονικά 8 με 10 ώρες. Οραματιζόταν την δημιουργία ενός νέου ανθρώπου μέσα από τον σοσιαλισμό. «Ένα άνθρωπο με θάρρος, με συνείδηση των ευθυνών του, εργατικό και τίμιο, με την αίσθηση του χιούμορ και της αξιοπρέπειας, γενναιόδωρο, έτοιμο για τις μεγάλες θυσίες, έξυπνο». Ήταν ουτοπία; Πολλές από αυτές τις αρετές τις είχε ο ίδιος ο Τσε.



Ούτε Ουάσιγκτον, Ούτε Μόσχα!


Τον Απρίλιο του 1960, η Κούβα αγόρασε το πρώτο σοβιετικό πετρέλαιο που όμως, τα αμερικάνικα διυλιστήρια που υπήρχαν στο νησί, αρνήθηκαν να το επεξεργαστούν. Ο «Τσε» τότε τα εθνικοποίησε, κερδίζοντας να αγοράσουν την πρώτη του διεθνή νίκη. Σε αντίποινα, οι Η.Π.Α αρνιόταν να αγοράσουν το 80% της Κουβανικής ζάχαρης. Τότε ως από μηχανής θεός, εμφανίζονται οι Σοβιετικοί με 100 εκ. δολάρια και αγόραζαν την ζάχαρη που συνήθως αγόραζαν οι Αμερικανοί. Όμως αυτό δεν πολυάρεσε στον Τσε. Αν και υπήρξε ο αρχιτέκτονας της Σοβιετο - Κουβανικής συνεργασίας, κάποια στιγμή θα δήλωνε: «Η ΣΕΛΛ, η ΕΣΣΣΟ και η ΤΕΞΑΚΟ του φίλου μας, του Ροκφέλλερ, με μια μαχαιριά μας έσπρωξαν στην αγκαλιά της Σοβιετικής Ένωσης.

Στις 16 Απριλίου 1961, παραμονή της εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων, ο Κάστρο ανακηρύσσει την σοσιαλιστική φύση του καθεστώτος και στις 2 Δεκεμβρίου την προσέγγιση στο Ανατολικό Μπλοκ. Οι εθνικιστικές μέρες που ο Κάστρο δήλωνε να εμπνέεται από τον Χοσέ Αντόνιο και το κοινωνικό πρόγραμμα της Φάλαγγας, παίρνουν τέλος. Από εδώ και πέρα, ο Κάστρο γίνεται υποχείριο της Μόσχας. Όχι όμως και ο Τσε, που αντιστεκόταν σε κάθε είδους οικονομικό και πολιτικό προστατευτισμό εκ μέρους της Σοβιετικής Ένωσης. 

Πίστευε ότι «αν οι εθνικές ιδιαιτερότητες δεν γίνουν σεβαστές στον σοσιαλιστικό διεθνισμό, τότε υπάρχει ένας ακόμη ιμπεριαλισμός και η θέση της Κούβας δεν είναι εκεί». Θεωρούσε ότι η σοβιετική προστασία θα στεκόταν εμπόδιο στην ανάπτυξη της εθνικά αυτόνομης προσωπικότητας της Κούβας. Όπως θα έλεγε κάποια στιγμή «Δεν κάναμε την επανάσταση μας για να εξαρτηθούμε από την σοβιετική προστασία».

Έτσι, από μοναδικός κομμουνιστής του πληρώματος του «Γκράνμα», ο Τσε μετατράπηκε σε ένα σφόδρα αντιιμπεριαλιστή πολιτικό - μαχητή ενάντια στις Η.Π.Α και την Ε.Σ.Σ.Δ. Δηλαδή ταυτιζόταν με τον «Τρίτο Δρόμο» του περονισμού και μεταμορφώθηκε σε «Περόν» της επαναστατικής αριστεράς.



Περιπλανώμενος γκουερριλιερρο


To 1960, o Τσε Γκεβάρα εξέδωσε το σημαντικότερο του βιβλίο, τον «Ανταρτοπόλεμο». Πρόκειται για ένα στρατιωτικό εγχειρίδιο, όπου δείχνει πως ένας αντάρτικος λαϊκός στρατός, βασισμένος σε υποστήριξη του αγροτικού πληθυσμού και αποζητώντας μεταρρύθμιση της ιδιοκτησίας της γης, μπορεί να νικήσει ένα τακτικό στρατό. 

Για πρότυπα ο Τσε είχε την Κουβανική επανάσταση (Κάστρο), την Κινέζικη (Μάο Τσε Τούνγκ) και την Βιετναμέζικη (Χο Τσι Μινγκ), δηλαδή τρία τριτοκοσμικά, αγροτοκομμουνιστικά αντάρτικα, που συνδύαζαν εθνική και κοινωνική χειραφέτηση. Όμως εξαιτίας της περιφρόνησης του Μαρξ για την πατρίδα, την αγροτιά, τον Τρίτο Κόσμο και τον πολιτικό αυθορμητισμό, ανήκουν σύμφωνα με τον καθηγητή Κιτσίκη, στην Τρίτη Εθνικιστική Ιδεολογία.

Το βιβλία διεπνέετο από εθνικοεπαναστατικά και κομμουνιστικά ιδεώδη, που ο Κάστρο και ο «Τσε» ήθελαν να εξάγουν πρώτα στην Λατινική Αμερική και ύστερα σε όλον τον κόσμο. «Να κάνουμε 1-2-3, πολλά Βιετνάμ!», όπως θα έλεγε χαρακτηριστικά. Ο Περόν το έθεσε πολύ σωστά: «Ο αντικειμενικός σκοπός των Κουβανών δεν είναι άλλος από την απελευθέρωση των λαών της Λατινικής Αμερικής». 

Η πρόθεση τους είναι να δημιουργήσουν μία συνομοσπονδία ανεξαρτήτων. Ο «Τσε» Γκεβάρα ήταν το σύμβολο αυτού του αγώνα, γιατί υπηρέτησε έναν σκοπό μέχρι το σημείο να το ενσαρκώσει. Είναι ο άνθρωπος ενός ιδανικού» Όμως αυτά τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα δεν άρεσαν στην Σοβιετική Ένωση γιατί ενδιαφερόταν για αυτά μόνο όσο μπορούσε να τα ελέγχει για τους δικούς της σκοπούς. Το 1965 πριν φύγει για το Κονγκό, ο Τσε γράφει στους γονείς του: «Πιστεύω στον ένοπλο αγώνα ως την μόνη λύση για τους λαούς που αγωνίζονται για την απελευθέρωση τους. Πολλοί θα με αποκαλέσουν τυχοδιώκτη και πράγματι είμαι, αλλά ενός διαφορετικού τύπου. Από εκείνους που διακινδυνεύουν το τομάρι τους για να υπερασπίσουν ένα ιδανικό».

Όταν ο κόσμος άρχισε να αναρωτιέται για την εξαφάνιση του «Τσε», ο Κάστρο θα διαβάσει δημόσια ένα γράμμα του Γκεβάρα, όπου έγραφε: «Θεωρώ ιερό μου καθήκον να αγωνίζομαι εναντίον του ιμπεριαλισμού, όπου και να βρίσκεται. Αυτό για μένα είναι μια μεγάλη παρηγοριά και κατευνάζει την οδύνη μου». Οι Σοβιετικοί καταλαβαίνουν σε ποιους απευθύνεται πραγματικά αυτό το γράμμα και υπογράφουν την θανατική του καταδίκη.

Όταν ο «Τσε» γυρίσει κρυφά στην Κούβα πριν φύγει για την Βολιβία, οι Σοβιετικοί θα πιέσουν οικονομικά τον Κάστρο και πολιτικά το ΚΚ Βολιβίας να τον αφήσουν αβοήθητο. Φρόντισαν μάλιστα να στείλουν δίπλα του την πρώην πρακτόρισα της Σταζί, Χάιντι Ταμάρα Μπούνκε Μπίντερ, γνωστή ως «Τάνια», που είχε υπάρξει ερωμένη του Κάστρο. Αρχικά ο Κάστρο ήθελα να βοηθήσει τον παλιό του φίλο και συμπολεμιστή, αλλά τελικά υποτάχθηκε στην Σ. Ένωση. Ήταν εκείνη που σε συμφωνία με την Μόσχα και την Αβάνα έφερε τον Βολιβιανό στρατό στα ίχνη του Γκεβάρα, αν και σκοτώθηκε και η ίδια σε μια πολεμική σύγκρουση στις 31 Αυγούστου 1967. Στις 8 Οκτωβρίου 1968, ο «Τσε» συλλαμβάνεται και δολοφονείται από τον βολιβιανό στρατό και την CΙΑ.




Ο Γκεβάρα ενάντια στην ελληνική αριστερά

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο κομμαντάτε «Τσε» Γκεβάρα δεν είχε πολλές σχέσεις με τους ντόπιους τιμητές του. Η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ ανακάλυψε το Αρμάνι, τις χαρές του καπιταλισμού, ενώ δουλεύει στο χρηματιστήριο. Ότι δηλαδή δεν θέλησε ποτέ να γίνει εκείνος, που ζούσε μια ζωή ασκητική και σπαρτιάτικη. Εκείνος πολέμαγε για την πατρίδα ενάντια στην αμερικάνικη η την σοβιετική εξάρτηση, το Σ.Α.Κ.Ε/K.K.E. μίλαγε για «ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» επειδή το ζητούσαν τα σοβιετικά αφεντικά του, ενώ χαιρόταν για την «αποτυχία της αστικοτσιφλικάδικης εκστρατείας στην Μικρά Ασία». 

Από την στιγμή δε, που ο αμερικάνικος καπιταλισμός και ο σοβιετικός κομμουνισμός συμμάχησαν για να εξοντώσουν τον μεγάλο επαναστάτη, είναι οι Έλληνες Εθνικιστές και όχι οι αριστεροί που δικαιούνται να επικαλούνται τον αγώνα του στην αδυσώπητη μάχη εναντίον της Παγκοσμιοποιήσεως.

Όπως θα έλεγε και εκείνος: ΠΑΤΡΙΔΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ.






Σάββατο 31 Μαΐου 2025

Franco Freda: Μονόλογοι

 




«Νομίζω ότι αποκάλεσα «γηραιά πόρνη», μία κάποια Ευρώπη. Είναι αλήθεια ότι
οι σύντροφοι μου και εγώ απεχθανόμαστε την σύγχρονη Ευρώπη - την Ευρώπη
που είδε την αστική τάξη να «απελευθερώνεται» από τις πολιτικοθρησκευτικές
δομές της φεουδαρχίας και να επιβάλει, σταδιακά, κατά την διάρκεια μίας 
διαδικασίας εκκοσμίκευσης που διήρκεσε αρκετούς αιώνες, την δική της ταξική ηγεμονία. Απεχθανόμαστε την Ευρώπη του εμπορίου, της οικονομίας της αγοράς 
και ως εκ τούτου, του φιλελεύθερου πολιτισμού (ολιγαρχικού πρώτα, δημοκρατικού αργότερα). Αφού έχει προσβληθεί - και, το χειρότερο, έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο - από όλες τις ιδεολογικές μολύνσεις που επηρεάζουν τον σύγχρονο κόσμο, αυτή η Ευρώπη έχει υποβαθμιστεί περαιτέρω σε μία αποικία των ΗΠΑ - από πολιτιστική, πολιτική, οικονομική και στρατιωτική άποψη. Πιστεύουμε ότι η Ευρώπη πρέπει πρώτα απ 'όλα να θεραπευτεί από την αμερικανική ασθένεια - αλλά δεν πιστεύουμε καθόλου ότι η αποτελεσματική θεραπεία συνίσταται σε κάποιες επιθέσεις στις βάσεις των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων που φρουρούν την Ευρώπη. Η μόνη ριζοσπαστική θεραπεία μπορεί να προέλθει από μια εσωτερική απόρριψη των «αξιών» του αμερικανικού πολιτισμού, από μια συνειδητή επιστροφή στην ουσία των αρχικών αξιών του ευρωπαϊκού πολιτισμού».  


«Απλώς ανοιξάμε την πόρτα που μας εισηγάγε, εδώ και αρκετά χρόνια, στην απόρριψη του σύγχρονου υλισμού, στις πιο διαβολικές του εκδηλώσεις: τον καπιταλισμό και τον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Και έχουμε δείξει συμπάθεια (και μερικές φορές νεανικό ενθουσιασμό) προς τις εμπειρίες και τα πειράματα που διεξήγαγαν ορισμένοι λαοί - προχτές η Κίνα της «πολιτιστικής επανάστασης», χτές η Λιβύη του Καντάφι (έχετε διαβάσει το μικρό «Πράσινο Βιβλίο» του;) σήμερα ειδικά το Ιράν της Ισλαμικής Επανάστασης - που στοχεύουν στην αποτοξίνωση από τις καπιταλιστικές και σοσιαλιστικές δημοκρατίες». 


«Σήμερα ωστόσο η Κίνα κινείται γρήγορα στον 
μοιραίο δρόμο του  συμβιβασμού με τον δυτικό καπιταλισμό»





«Γεννημένος υπό τη σημαία της τοκογλυφίας, ο καπιταλιστικός πολιτισμός που χαρακτηρίζει την «οικονομική εποχή» μας, οφείλει ορισμένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του όχι τόσο στους Εβραίους ως άτομα ή ως συλλογική πραγματικότητα, αλλά μάλλον σε αυτό που ο Μαρξ όρισε ως «εβραϊκό πνεύμα», σε αυτό που ένας άλλος Εβραίος, ο Όττο Βάινινγκερ, ονόμασε «εβραϊκότητα» (μια δυνατότητα εγγενής σε κάθε άνθρωπο - υποστήριζε ο Βάινινγκερ -, η εβραϊκότητα πραγματοποιήθηκε στις πιο μεγαλοπρεπείς διαστάσεις της μέσω του ιστορικού Ιουδαϊσμού). Όσοι, όπως εμείς, αγωνίζονται ενάντια σε μια κοσμοθεωρία που βασίζεται στην οικονομία, στο χρήμα, δεν μπορούν παρά να αγωνιστούν, για αυτόν τον λόγο, κατά της εβραϊκότητας. Όποιος μάχεται την «εβραϊκότητα», μπορεί να μάχεται μόνο την πολιτική θεσμική δομή της, δηλαδή τον Εβραϊσμό. Όποιος πολεμά τον Ιουδαϊσμό, επομένως, πρέπει να πολεμήσει εκείνη την αρτηριοσκληρωτική μορφή εβραϊκότητας και έκφρασης της παγκόσμιας επέκτασης του Ιουδαϊσμού που εκπροσωπείται από τον Σιωνισμό. Ο χαρακτηρισμός «αντισημίτης» που σκοπεύετε να μου εφαρμόσετε δεν μου φαίνεται κατάλληλος (πέρα από όλα, είμαι φιλοαράβας - δεν θεωρούνται οι Άραβες «Σημίτες»;). Το εβραϊκό ζήτημα σήμερα αποκτά, κατά τη γνώμη μου, μια συμβολική επιμονή: η καταπολέμηση των «αξιών» της αμερικανοποιημένης Δύσης ισοδυναμεί με την καταπολέμηση των τυπικών «αξιών» του Ιουδαϊσμού, της πεμπτουσίας του, της εβραϊκότητας - και αντίστροφα. Ο Ιουδαϊσμός, ο Αμερικανισμός, ο Σιωνισμός, ο Δυτικισμός αποκαλύπτονται ως αμοιβαία κακά, στερούμενα της δικής τους συγκεκριμένης αυτόνομης ταυτότητας, είναι ιδιαίτερα ονόματα που χαρακτηρίζουν τις εκδηλώσεις του μόνου γενικού κακού που μπορούμε να συνοψίσουμε στην έκφραση «εκφυλισμός του ανθρώπινου». 


«Οι δυνάμεις που οδήγησαν – από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά, για να υποδείξουν μια αποφασιστική στιγμή ανάπτυξης – στη δικτατορία της αστικής τάξης έχουν πλέον εξαντλήσει την κινητήρια δύναμή τους. Η τερατώδης φιγούρα τους δεν κλείνει ούτε δύο αιώνες και σέρνεται ήδη από αδράνεια και μόνο».


«Μια πολιτιστική επανάσταση που θα θεράπευε την Ευρώπη από όλες τις συνέπειες της υλιστικής μόλυνσης που αντιπροσωπεύεται από τον λεγόμενο «Δυτικό πολιτισμό», που δημιουργήθηκε από την μεταμεσαιωνική Ευρώπη. Στον πολιτικό τομέα, ένα από τα αποτελέσματα μιας τέτοιας πολιτιστικής επανάστασης θα ήταν αναμφίβολα η απελευθέρωση της Ευρώπης από τον αμερικανικό αποικισμό». 


«Λαϊκός εθνικιστής» (nazionalpopolare) σημαίνει να είσαι αντιατομικιστής, αντιορθολογιστής, αντιοικονομιστής, με την έννοια της μείωσης του αντίκτυπου που έχει η οικονομία στον σύγχρονο κόσμο».


«Η υπόθεση μιας επιχειρησιακής μονάδας με αντισυστημική λειτουργία μεταξύ της άκρας δεξιάς και της άκρας αριστεράς, που διατυπώθηκε θεωρητικά τη δεκαετία του '70 από ορισμένες ομάδες, προϋπέθετε τη βούληση να επιβεβαιωθεί ένα πραγματικό Κράτος: ο κύριος εχθρός για εμάς ήταν το αστικό σύστημα και η ανάγκη να επικεντρωθούμε ενάντια στον κοινό εχθρό μας έδωσε τη «φαντασία» να ελπίζουμε σε αυτή τη σύγκλιση, η οποία, ωστόσο, δεν μεταφράστηκε στην πράξη».





    
Διαβάστε το Μέρος Β



Παρασκευή 23 Μαΐου 2025

Franco Freda: Ο πολιτικός στρατιώτης ενάντια στην παρακμή της Δύσης

 




Ένας από τους μεταπολεμικούς ριζοσπαστικούς φιλοσόφους – ακτιβιστές στην Ιταλία, ήταν ο Franco Freda. Μεγάλος διανοούμενος με σύνθετες γνώσεις και καθαρά πλατωνικός σε όλο το πνευματικό φάσμα. Αποτέλεσε ένα σημείο αναφοράς για πολλούς νεαρούς ριζοσπάστες εθνικιστές της δεκαετίας του 1960 και 1970. Έχει χαρακτηριστεί ως ο «ιδρυτής» της λεγόμενης «ναζιμαοιστικής» τάσης του 1968, αλλά οι ιδέες του παραμένουν πάντα επίκαιρες. Το σημαντικότερο έργο του “Η διάλυση του συστήματος”, θεωρείται – και είναι – καθαρά αιρετικό και …επικίνδυνο, για την δεξιούς και ακροδεξιούς, αυτούς της παραίτησης και της δουλοπρέπειας. Βαρύς, ανορθολογιστής και μελαγχολικός, με ένα είδος μηδενισμού θα έλεγα, παραμένει πάντα μια χορταστική τροφή για σκέψη. Σε σύγκριση με τον μεγάλο φιλόσοφο Evola, ο μηδενισμός του Freda υπονοούσε έναν ακτιβισμό που επιτάχυνε τη διαδικασία της παρακμής και της καταστροφής, αν όχι της Δύσης, τουλάχιστον της Ευρώπης. Αντί να συλλογιστεί αυτός ο μηδενισμός τα πολυάριθμα σημάδια που μαρτυρούσαν την αποσύνθεση μιας ολόκληρης ιστορίας και ενός πολιτισμού, ετοίμαζε και πραγματοποιούσε μια παρέμβαση στα σπλάχνα του τελευταίου, για να ολοκληρωθεί μια διαβρωτική ενέργεια: «Ο Αντιδραστικός δεν είναι νοσταλγός και δεν είναι καθόλου συντηρητικός. Και ο αντιδραστικός μηδενιστής είναι ο πολιτικός στρατιώτης που πολεμά, πρώτα και κύρια! Ο Αντιδραστικός θέλει μια επιτάχυνση, έναν τονισμό του χάους, ώστε να καταρρεύσει ολόκληρη η απάτη και ένας νέος κόσμος να ξαναδημιουργηθεί από τα ερείπια εκείνου του σύγχρονου. Απορρίπτουμε, σαν Αντιδραστικοί, την υπεράσπιση των αστικών «αξιών», στις οποίες αναμφίβολα προτιμάμε τα απόλυτα και μηδενιστικά ανοίγματα: απ’ όπου κι αν προέρχονται».

Ένας Freda γοητευμένος από τα σοσιαλιστικά και συνδικαλιστικά ρεύματα της παράδοσης του αριστερού φασισμού και με θέσεις επηρεασμένες από τον εθνικομπολσεβικισμό της Βαϊμάρης. Η κοσμοθεωρία – Weltanschauung– του Freda, δεν απέχει πολύ από έναν σοσιαλιστή και αν μη τι άλλο από έναν πληβείο φασισμό. Θέλοντας να εντοπίσει κάποια προηγούμενα αυτών των θέσεων στην κουλτούρα της «δεξιάς» του εικοστού αιώνα, ο «κομμουνισμός» του Freda μοιράστηκε τις ίδιες περιπτώσεις ενός αντιαστικού ριζοσπαστισμού, σχεδόν στη βάση του κομμουνισμού, σαν αυτόν που θεωρεί ο Ferdinand Celine, στο έργο του “Beaux draps” και η τάση της συνεργατικής περιόδου στην Γαλλία του 1940. Η διαφορά τους ήταν ότι, αν στα θεμέλια της θέσης του Céline ήταν δυνατό να εντοπιστούν περιπτώσεις εξέγερσης πληβείων, στον Freda ο «σπαρτιατικός» σοσιαλισμός του απείχε πολύ από το να πάρει αυτό το χρώμα. Και για τους δύο, η επιλογή του κομμουνισμού ως βάση, προέκυψε από την ανάγκη ρήξης με την παράδοση της δεξιάς: για τον Céline ήταν ζήτημα παροχής κοινωνικού περιεχομένου στον συνεργατισμό και ενός αντισημιτισμού συνδεδεμένου με βιολογικούς λόγους, ενώ για τον Freda ήταν ένα ζήτημα εγκατάλειψης των ουτοπιών της φιλοευρωπαϊκής παράδοσης της δεξιάς. Και οι δύο τελικά, πρόσφεραν μια φυλετική ανατροπή στον κομμουνισμό τους: ρητά και καθαρά στον Céline, που περιλαμβάνεται όμως και στον Freda.

Σε ένα άλλο κείμενο του Freda, λίγο μετά χρονολογικά από το ανατρεπτικό του βιβλίο «Η διάλυση του Συστήματος», προέκυψε πώς ο πολιτικός και κάθετος χαρακτήρας του, βασίστηκε σε μια ιεραρχική και «πλατωνικοσπενγκλεριανή» ανάγνωση του μαοϊσμού. Είναι αυτονόητο ότι ο μαοϊσμός δεν έπρεπε να γίνει αποδεκτός ως η βάση του μαρξισμού, αλλά μάλλον η αναβίωση μιας εθνικής κοινότητας, επιπλέον ποτισμένης από σπαρτιατικές αξίες. Στην πραγματικότητα, στη μαοϊκή Κίνα θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει την παρουσία του «Führerprinzip» (η αρχή του Αρχηγού)… θα μου επιτραπεί να το πω έτσι. Γράφει ο ίδιος στο γραπτό του “Δύο γράμματα ενάντια στο ρεύμα” το 1972: «ένα σχεδόν σπαρτιατικό όραμα του κόσμου, μια νηφάλια, σκληρή, στρατιωτική αίσθηση ζωής, ένα ασκητικό στυλ ύπαρξης, ένας οργανικός ρυθμός πίστης που δένει ολόκληρη την εθνική κοινότητα με τον Ηγέτη και ευνοεί αυτήν την ένταση αλληλεγγύης, που η εποχή του αντικατοπτρίζει στο έργο ενός ολόκληρου λαού τα χαρακτηριστικά της εθελοντικής πειθαρχίας, μιας αποπρολεταριοποιημένης ελεύθερης πολιτοφυλακής. Στον κινεζικό «κομμουνισμό» είδα πάνω από όλα τον θρίαμβο της υπεύθυνης διαφοροποίησης των καθηκόντων έναντι του ισότιμου ατομισμού, είδα τη νίκη των τάξεων του πολιτικού στρατιώτη, φτωχού αλλά ισχυρού, επί των εμπορικών και γραφειοκρατικών ολιγαρχιών της Δύσης». Σε αυτή την περίπτωση, ο Ιταλός φιλόσοφος αναθεωρούσε από την βάση ένα σημαντικό μέρος του ιδεολογικού σύμπαντος του δεξιού ριζοσπαστισμού και έβλεπε ότι τα φαντάσματα του Fuhrerprinzip και του Volksgemeinschaft ( εθνικής κοινότητας) είχαν αναστηθεί στην Κίνα, ενώ και τα δύο πιστεύεται ότι θάφτηκαν στα ερείπια του Βερολίνου την άνοιξη του 1945.

Όπως θα επαναλάμβανε λίγους μήνες αργότερα, («Μονόλογοι για δύο φωνές») εισάγοντας κάποια παλιά νομικά κείμενα του Evola, ήταν ζήτημα να δώσει ζωή σε ένα επαναστατικό σχέδιο που προέβλεπε την καταστροφή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Με άλλα λόγια, αντί για μια «διάλυση του συστήματος», επρόκειτο για μια καταστροφή κάθε υπαινιγμού της αστικής κοινωνίας, ξεκινώντας από το δικαίωμα στην ιδιοκτησία: «Κατά τη γνώμη μας, απαιτείται στην παρούσα φάση ένα έργο ριζικής ανατροπής – που συνεπάγεται αναγκαστικά ενότητα μεθόδου και άμεσου πολιτικού περιεχομένου, ακόμη και με εκείνες τις μειονοτικές δυνάμεις που αναφέρονται σε πηγές δογματικής εξαγωγής αντίθετες με τις δικές μας. Από αυτό το πρίσμα, μια αποϊδιωτικοποίηση του νόμου και της ιδιοκτησίας θα οδηγούσε σε κατάρρευση του τρέχοντος ισοζυγίου, με θετικές συνέπειες, αδιανόητες για εκείνους για τους οποίους η ιδέα του κράτους εκπροσωπείται επάξια από έναν απλό έμπορο ή έναν καταστηματάρχη τροφίμων». Ήταν ακριβώς ένας κομμουνισμός τόσο δραστικά ισότιμος, που έκανε τον γνωστό μπολσεβίκικο πολεμικό κομμουνισμό να ωχριά, όπως πετυχημένα έγραφε. Και ήταν ακριβώς αυτός ο αυστηρός κομμουνισμός που θεωρήθηκε ως ιστορικά απαραίτητη προϋπόθεση, για να μπορέσουν οι νέοι πολιτικοί στρατιώτες να φυλάξουν με ζήλια αυτό το σύστημα Αξιών, που αρνήθηκε η αστική και εμπορική κοινωνία. Εν ολίγοις, η οικονομικοκοινωνική μορφή ήταν υποταγμένη σε έναν κόσμο Αξιών, που παρουσιάστηκε ως ένας νηφάλιος τρόπος ζωής, μακριά από τον αστικό καταναλωτισμό και τους υλιστικούς πειρασμούς. Στον τομέα του δεξιού ριζοσπαστισμού, αυτή η πτυχή του Freda ήταν καλά κατανοητή.




Βέβαια, μελετώντας τον Ιταλό στοχαστή, δεν μπορούμε να πούμε ότι ο νέος πολιτικός στρατιώτης ήταν αδιάφορος για τη μορφή της κοινωνίας στην οποία λειτουργούσε. Τώρα όμως υπήρχαν λίγες αμφιβολίες μπροστά στην επιβεβαίωση ότι ένας «αγροτικός κομμουνισμός», ήταν έντονα ισότιμος όπως αυτός της Κίνας ή του λατινοαμερικάνικου «κομουνισμού της πόλης» – όροι που χρησιμοποιούσε ο ίδιος – και ήταν πιο συμβιβασμένος με τις αξίες του πολιτικού στρατιώτη, σε σύγκριση με μια Ευρώπη που χάνεται τώρα στον λαβύρινθο του υλισμού. Ο αγροτικός κομμουνισμός, βασισμένος σε ένα Σπαρτιατικό και αυστηρό όραμα ζωής, έγινε η μόνη δυνατότητα εξύψωσης των πολεμικών αξιών του πολιτικού στρατιώτη. Η αναφορά στη Σπάρτη και στις σπαρτιατικές αξίες, που χαρακτηρίζονται από έναν αρρενωπό και ασκητικό κομμουνισμό, μπορεί να φαίνεται ένα εκκεντρικό θέμα, αν δεν είναι βουτηγμένο στη ρητορική, όπως αναφέρει στο γραπτό “Κοινωνική ολότητα και οργανική κοινότητα”, η συντακτική ομάδα των εκδόσεων του Freda. Ένα θέμα που αποκάλυψε μια παγιωμένη παράδοση σε αυτόν τον τομέα, με την διάχυση της Σπαρτιατικής νοοτροπίας στη ναζιστική πολιτική κουλτούρα και προπαγάνδα και την ανέλυσε ακόμη ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς διανοούμενους του ευρωπαϊκού νεοφασισμού, ο Maurice Bardèche. Ακριβώς στα χρόνια που ο Freda θεωρητικοποίησε τον «Σπαρτιατικό κομμουνισμό» του, ο Bardèche στο έργο του ¨Η Σπάρτη και οι Νότιοι”, (βλέπε σχετικό παλαιότερο άρθρο στο ιστολόγιο) είχε την ευκαιρία να γράψει ότι στην κοινωνία της Σπάρτης «οι νεαροί άντρες ζούσαν από κοινού σε μεγάλα χρονικά διαστήματα και μαζί σε πολεμικές αγέλες – που κάνουν κάποιον να σκεφτεί τις παραστρατιωτικές οργανώσεις των Balilla ή Hitler-Jugend».

Ο Freda, έβλεπε με μια μεταφυσική και μεταπολιτική ματιά τα πάντα γύρω του. «Αφού η ίδια η Ευρώπη, κάποτε θεματοφύλακας των αξιών της Αριστοκρατίας και της Παράδοσης, είχε γίνει τώρα μετά την Αμερική, μια κοιτίδα του αστικού μερκαντιλισμού, εμείς έπρεπε να κοιτάξουμε την περιφέρεια. Διωγμένοι από την Ευρώπη -την Σπάρτη – οι πολιτικοί στρατιώτες είχαν βρει γόνιμο έδαφος για να καλλιεργήσουν τις Αξίες τους, στα δάση της Λατινικής Αμερικής και του Βιετνάμ. Αυτό σήμαινε ότι η σύγκρουση δεν θα ήταν πλέον μεταξύ Ευρώπης, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ: αυτοί οι τρεις πόλοι είχαν πλέον περιοριστεί σε έναν μόνο, την Δύση, αντίθετα με μια Ανατολή (Ασία, Λατινική Αμερική, Παλαιστίνη κλπ), όπου οι νέες περιπολίες πολιτικών στρατιωτών πολεμούσαν». Με άλλα λόγια, ο Freda διάβασε τον Μαοϊσμό μέσα από τους φακούς και τις κατηγορίες της κουλτούρας της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς: Κινέζοι μαοϊκοί, λατινοαμερικανοί αντάρτες και Παλαιστίνιοι αγωνιστές, ήταν οι νέοι λεγεωνάριοι και πολιτικοί στρατιώτες, που δυστυχώς ήταν πλέον σε έλλειψη στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις και στην Δύση. Από την πλευρά τους οι Κινέζοι, πρότειναν στην παγκόσμια κοινή γνώμη ένα αίσθημα πίστης στους πολιτικούς τους ηγέτες, που δεν είχαν δει από την εποχή της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, αποκαλύπτοντας πώς ο κομμουνισμός τους ήταν εμποτισμένος με τα ιδανικά και τις αξίες της εθνικής κοινότητας, αν και επανερμηνεύεται με μια ταξική έννοια.




Βέβαια προσοχή λίγο εδώ, διότι όταν αναφέρεται σε Κινέζους, Κουβανούς, Λατινοαμερικάνους, δεν μιλά για φυλετισμό με την στενή έννοια του όρου. Εξάλλου αυτό είχε ήδη σχεδόν θαφτεί πολιτικά το 1945 στα ερείπια του Βερολίνου, όπως είχε τονίσει ο ίδιος. Είναι μια αχτίδα, ίσως η τελευταία, ελπίδας για την ανατροπή της αστικής κοινωνίας που θα μπορούσε πλέον να έρθει μόνο από την περιφέρεια. Αν ο Spengler, πολύ νωρίτερα, είχε αποφανθεί ότι «η μητρόπολη δεν έχει λαό, αλλά μάζα», για τον Freda η επίθεση στη διεφθαρμένη και φυλετικά διαλυμένη μητρόπολη, προερχόταν ακριβώς από τα προάστια, όπου δρούσαν οι νέοι πολιτικοί στρατιώτες, της σπενγκλεριανής μνήμης. Ήταν ο Τρίτος Κόσμος από την άποψη του δεξιού ριζοσπαστισμού. Δεν έμεινε τίποτα να ελπίζει κανείς από τις μητροπόλεις της αστικής Δύσης, αλλά μάλλον ήταν θέμα επένδυσης των τελευταίων ελπίδων μιας επαναστατικής ρήξης κάπου αλλού. Η ριζοσπαστική δεξιά στην Ευρώπη έπρεπε να συνειδητοποιήσει ότι το Πεκίνο των Ερυθρών Φρουρών και η ζούγκλα του Βιετνάμ, είχαν πλέον αντικαταστήσει το Βερολίνο των παρελάσεων των SA και των SS, έλεγε σε άρθρα του.

Ίσως όλα αυτά και άλλα πολλά σαν αυτά, να φαίνονται και ν’ ακούγονται κάπως ψυχεδελικά. Αλλά δεν είναι.Έχουν μια βαθειά και σύνθετη έννοια και η αντίληψή τους απαιτεί μια ιδιαίτερη ένταση ψυχής και πνεύματος. Σε σύγκριση με τον Evola, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Freda, τουλάχιστον έκανε μια προσπάθεια να προχωρήσει στην ταύτιση ενός επαναστατικού αντικειμένου, θέματος θα έλεγα. Παρόλα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη ότι με έναν «Εβολιανό τρόπο», η Δύση δεν ήταν πλέον σε θέση να παράγει από μέσα της κανένα αντίδοτο για την παρακμή στην οποία είχε περιέλθει, ήταν προφανές ότι αυτό το επαναστατικό αντικείμενο μπορούσε να βρεθεί μόνο έξω από την ίδια τη Δύση. Μπορεί να υπάρχει σε εκείνα τα μέρη της κοινωνίας που δεν έχουν ακόμη κατακλυστεί από τον «Πολιτισμό», σε εκείνα που αναφέρονται ακόμη σε αξίες και κανόνες συμπεριφοράς, που μοιάζουν περισσότερο με τους – σήμερα – πολυδιαφημισμένους «πολεμιστές», «ιππότες» της παλαιάς και νεκρής Ευρωπαϊκής Παράδοσης. Να σημειωθεί ότι ο Freda ξεκίνησε από τον Evola και προχώρησε πέρα ​​από τον Evola. Οι προτάσεις του Freda αποκτούν τη σημασία τους στην ιστοριογραφική ανασυγκρότηση της συζήτησης στον «δεξιό ριζοσπαστισμό», ίσως επειδή προδίδουν αυτό που ήταν το κεντρικό πρόβλημα ολόκληρου του ευρωπαϊκού εθνικισμού μετά το 1945.




Χωρίς να έχει εγκαταλείψει τις βασικές αρχές και τις βάσεις του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού, νιώθοντας ότι ο «χώρος» ασφυκτιά, ο Ιταλός πλατωνικός φιλόσοφος θέλησε να απομακρύνει νοσταλγικές καταστάσεις από την εποχή του, βλέποντας πολύ μακρυά. Ήταν θέμα μιας εισαγωγής και μόλυνσης ορισμένων θεμελιωδών αρχών αυτής της παράδοσης, σε μια ανανεωμένη ιστορική κατάσταση, προσδιορίζοντας το θέμα στο οποίο θα επενδύονταν οι ελπίδες της επαναστατικής ρήξης. Με τον δικό του μοναδικό και πολύπλοκο τρόπο, αντί να επηρεαστεί από έναν θα λέγαμε «Τριτοκοσμισμό», ο «Ναζιμαοισμός» του Freda ανέλαβε το πρόβλημα του πολιτικού αντικειμένου που αναφέραμε, το οποίο η ακροδεξιά της περιόδου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε αμφισβητήσει άσκοπα και επίπονα. Στην Ευρώπη είχε διαλυθεί κάθε περίπτωση επανάστασης και ίσως η μόνη λύση ήταν να «εισάγεται» μόνο από τα περίχωρα όλων των μητροπόλεων, σε ένα όραμα που καθορίζεται από την προοδευτική περικύκλωση της πόλης από την ύπαιθρο. Και τώρα που το πολιτικό σύστημα και γενικά η δυτική κοινωνία φαινόταν να έχει μπει σε μια φάση αποχαύνωσης, ο «δεξιός ριζοσπαστισμός εμφανίστηκε εντελώς άοπλος σε αυτήν την χρονική φάση, επειδή «δεν μπορούσε να δει τις νέες λεγεώνες των κατάλληλων πολιτικών στρατιωτών στην καρδιά της Δύσης ώστε να προχωρήσει στην επίθεση»…

«Νομίζω ότι την αποκαλούσα «γεροπόρνη», την κάποια Ευρώπη. 
Είναι αλήθεια, οι σύντροφοί μου και εγώ μισούμε τη σύγχρονη Ευρώπη – αυτή που είδε την αστική τάξη να «χειραφετείται» από τις πολιτικοθρησκευτικές δομές της φεουδαρχικής τάξης και να επιβάλλει σταδιακά, στη διάρκεια μιας διαδικασίας εκκοσμίκευσης που κράτησε αρκετούς αιώνες, την ταξική τους ηγεμονία. Μισούμε την Ευρώπη του εμπορίου, της οικονομίας της αγοράς και επομένως, του φιλελεύθερου πολιτισμού (πρώτα ολιγαρχικός, μετά δημοκρατικός). Αφού προσβλήθηκε από όλες τις ιδεολογικές μολύνσεις από τις οποίες επηρεάζεται ο σύγχρονος κόσμος, αυτή η Ευρώπη έχει υποβαθμιστεί περαιτέρω σε μια αποικία των ΗΠΑ – από πολιτιστική, πολιτική, στρατιωτική και οικονομική άποψη.Πιστεύουμε ότι η Ευρώπη πρέπει πρώτα απ’ όλα να θεραπεύσει την ασθένεια των ΗΠΑ – αλλά δεν πιστεύουμε απολύτως ότι η αποτελεσματική θεραπεία συνίσταται σε κάποια επίθεση στις βάσεις των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων που φρουρούν την Ευρώπη. Η μόνη ριζική θεραπεία μπορεί να προέλθει από μια εσωτερική απόρριψη των «αξιών» του αμερικανικού πολιτισμού, από μια συνειδητή επιστροφή στην ουσία των αρχικών αξιών του ευρωπαϊκού πολιτισμού».



Διαβάστε επίσης:




Τετάρτη 14 Μαΐου 2025

Τρίτη Θέση απέναντι σε (ακρο)δεξιά και σύστημα: είμαστε οι «Μαύροι Χμερ»

 




γράφει ο Στάθης Μαυρολέων


Το ακροδεξιό συνονθύλευμα είναι ένα πολύ κακό αμάλγαμα αντικομμουνιστικής ΝΑΤΟικής Δεξιάς και παρακρατικής εθνικοφρονικής - περιθωριακής συνομάδωσης. Όλα αυτά τα χρόνια στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ κάτι δομημένο γύρω από τις εθνικοεπαναστατικές αρχές οι οποίες έχουν συγκεκριμένη οπτική των πραγμάτων και σαφέστατα είναι εχθρικές απέναντι στον Καπιταλισμό και το πολιτικό του όργανο την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. 

Ο καθ' ημάς χώρος δεν έχει συγκεκριμένη ιδεολογία, αποτελεί ένα μεταπολιτευτικό Δεξιό δεκανίκι το οποίο άλλοτε είναι συμπαθητικό προς την εξουσία και άλλοτε όχι και σαφέστατα όταν ισχύει η δεύτερη εκδοχή δεν γίνετε κάτι τέτοιο ελέω των «θέσεων» αλλά των αντιθέσεων που εκφράζει κάνοντας κάλεσμα στο σύστημα να «συμμορφωθεί».

Επειδή όμως δεν αρκεί να ρίξεις μια κυβέρνηση αντιθέτως πρέπει να γκρεμίσεις την τυραννία οι εν Ελλάδι «Trans εθνικιστές» επιδιώκουν να λάβουν κάποια ποσοστά και να γίνουν χαλίφηδες στην θέση του χαλίφη αγνοώντας ή και όχι πως όταν δεν διαθέτεις τα κατάλληλα δομικά εφόδια για την διακυβέρνηση μιας χώρας με μαθηματική ακρίβεια καταλήγεις ή συμβιβασμένος ή φυλακισμένος καθώς οι νικητές του 45' δεν πρόκειται ως άλλοι Hindenburg να δώσουν το δαχτυλίδι σε έναν νέο Hitler. 

Βέβαια και ο γράφων αλλά και η συντακτική ομάδα του δεν έχουμε αυταπάτες πως για να τα σκεφτείς όλα αυτά προϋποθέτει να έχεις και τα κατάλληλα ιδεολογικά εφόδια τα οποία όχι απλώς δεν διαθέτει η ακροδεξιά αντιθέτως τα πολεμά όταν πάει να στηθεί κάτι το υγιές και το ριζοσπαστικό πέραν από τις χουντικές αγριοφωνάρες και τα φιλο-Μεταξικά φληναφήματα.

Η ακροδεξιά δεν είναι η λύση, αντιθέτως είναι το πρόβλημα και μάλιστα αποτελεί πολύ πιο ύπουλο εχθρό από την εκφυλισμένη αριστερά  η οποία έχει πιο ξεκάθαρες προθέσεις, η ακροδεξιά αποτελεί το τέχνασμα του συστήματος το οποίο θέλει να μαντρώσει την οποιαδήποτε λαϊκή αντίδραση γύρω από ταυτοτικά ζητήματα. 

Ας μην ξεχνάμε τα παραμάγαζα των Βορίδη - Καρατζαφέρη οι οποίοι εγκλώβισαν τους εθνικιστές στα κόμματα τους και σήμερα αποτελούν τις πλάτες του συστήματος, ας μην ξεχνάμε το παιχνίδι της Νέας Δημοκρατίας στην μετά Ζάππειο εποχή που προσπάθησε να εγκολπώσει την «Χρυσή Αυγή» και μόλις είδε πως ο «Λαϊκός Σύνδεσμος» δεν συμβιβάζεται (τουλάχιστον εξ' ολοκλήρου) τότε άρχισαν οι διώξεις. 

Το σύστημα λοιπόν από τον Β' ΠΠ και μετά αφενός εκδίωξε τις ιδέες μας και αφετέρου χρησιμοποίησε τους (άκρο)δεξιούς ως αντικομμουνιστικό βραχίονα στην Αμερικανοκρατούμενη Ευρώπη. Σήμερα η ακροδεξιά και οι παραφυάδες της παίζουν αυτόν ακριβώς τον ρόλο, σαφέστατα και δεν υπάρχει Κομμουνισμός ούτως ώστε να τον αναχαιτίσουν, ο ρόλος λοιπόν αυτός δεν είναι άλλος από την ελεγχόμενη αντίδραση η οποία δεν πρέπει ουδέποτε να αμφισβητήσει τον κοινοβουλευτισμό.

Εν κατακλείδι, αρνούμαστε να συμμετέχουμε σε κομματικά μαντριά είτε με τον προσωπείο του θρησκόληπτου είτε με το προσωπείο του εθνικιστή (ναι δεν είμαστε εθνικιστές ξυδάκι) πόσο μάλλον δε του πατριώτη που θεωρεί πως η 9η Μάη είναι η αλήθεια που κρυβόταν στους Sex Pistols. Δεν είμαστε υποχωρητικοί λακέδες της δημοκρατίας και αν αυτό σημαίνει πως είμαστε Φασίστες ναι είμαστε. 

Δεν θέλουμε να αλλάξουμε το σύστημα προς το καλύτερο θέλουμε να το καταστρέψουμε, παραδειγματιζόμαστε από τους εθνικοσοσιαλιστές αντάρτες της Χιλής οι οποίοι συγκρούστηκαν ένοπλα με τους μπάτσους, εμπνεόμαστε από την μανία για καταστροφή των Χμερ που έδειξαν τον δρόμο της αυτοδιάθεσης από την ιμπεριαλιστική τραπεζική ηγεμονία, θέλουμε να συναντήσει ο Otto Skorzeny τον στρατηγό Γκιάπ και ο Max Stirner τον Giovanni Gentile, επιδιώκουμε την «Τρίτη Θέση» όταν όλοι ευελπιστούν να γίνουν οι πρώτοι του συστήματος.




Τρίτη 29 Απριλίου 2025

ΕΛΛΑΣ - ΕΛΛΗΝΩΝ - ΕΡΓΑΤΩΝ: 1η Μαΐου

 




Μετανάστευση, το όπλο των καπιταλιστών για φτηνά μεροκάματα.

Εθνικό Πανεργατικό Κάλεσμα για την Πρωτομαγιά. 



Η Πρωτομαγιά είναι γιορτή του Έλληνα Εργάτη και ημέρα αγώνα και τιμής!

Είναι ημέρα μνήμης για όλους όσους πάλεψαν και θυσιάστηκαν για τα δικαιώματα της Ελληνικής Εργατικής τάξης.

Είναι ημέρας τιμής προς τον Εθνικό Κυβερνήτη Ιωάννη Μεταξά για το μοναδικό φιλολαϊκό και φιλεργατικό έργο του. Όσο και να θέλουν να παραχαράξουν την ιστορία, ο Ι.Μεταξάς είναι εκείνος που θέσπισε το 8ωρο, ίδρυσε το ΙΚΑ, έφτιαξε παιδικούς σταθμούς, θέσπισε την απαγόρευση της παιδικής εργασίας, την Κυριακάτικη αργία και καθιέρωσε την αργία της εργατικής Πρωτομαγιάς και πλήθος άλλων μέτρων υπέρ του Ελληνικού λαού!

Η Πρωτομαγιά όμως είναι και υπενθύμιση ότι είναι θεμελιώδης ανθρώπινο δικαίωμα κάθε άνθρωπος ανεξαρτήτως εθνικότητος να ζει και να εργάζεται ευτυχισμένος στην Πατρίδα του. 

Όμως οι πόλεμοι που δημιουργούν οι καπιταλιστές για να προωθούν τα συμφέροντα τους καθώς και η στάση των αριστερών της νέας τάξης, έχουν μετατρέψει την μετανάστευση το καλύτερο όπλο στα χέρια του διεθνούς κεφαλαίου. Αποτέλεσμα τα φτηνά εργατικά χέρια να δημιουργούν ανισότητες εις βάρος των γηγενών εργαζομένων διαιωνίζοντας ταυτόχρονα το σύγχρονο σκλαβεμπόριο.

Για εμάς τις σύγχρονες γενεές, ο εργασιακός μεσαίωνας που επεβλήθη από την Ευρωπαϊκή Ένωση των διεθνών τοκογλύφων σε συνδιασμό με την αρπακτική πολιτική των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης, έχει ξεπουλήσει το μέλλον μας. Τα όνειρα των περισσότερων έχουν οριοθετηθεί μεταξύ της οικονομικής ανέχειας και του αβέβαιου μέλλοντος. 




Σήμερα, ο αγώνας συνεχίζεται. Ενώνουμε τις φωνές μας ενάντια στην μετανάστευση, στη μαύρη εργασία, την ανασφάλεια και την εκμετάλλευση των καπιταλιστών και την προδοτική στάση των αριστερών. 

Διεκδικούμε 8ωρο, 5νθήμερο, σταθερό εργάσιμο χρόνο για όλους τους Έλληνες. Παλεύουμε για αξιοπρεπείς μισθούς και συντάξεις, που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές μας ανάγκες και όχι στα "όρια" που μας επιβάλλουν.

Δεν θα κάνουμε βήμα πίσω. Διότη η εργασία είναι η τέταρτη Αξία του Έθνους. Είναι η μοναδική οδός που μπορεί να οδηγήσει τους Έλληνες σε υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Είναι το  μέσον που θα σταματήσει την ανοιχτή πληγή της μετανάστευσης των νέων προς το εξωτερικό. Είναι το αντίδοτο στην υπογεννητικότητα, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για την εθνική ανάκαμψη και δημιουργία. Η εργασία και τα κοινωνικά θέματα είναι ο βασικός λόγος που ως Εθνικό Πολιτικό Κίνημα Ιερός Λόχος αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε το μοναδικό δευτεροβάθμιο Εθνικό Εργατικό σωματείο το 4Ε-Εθνική Εργατοϋπαλληλική Ένωση Ελλάδος.

Ο αγώνας για ζωή με δικαιώματα είναι κοινός για όλο τον Ελληνικό Λαό, είναι διαρκής, είναι δίκαιος.

Καλούμε Εργάτες, Αγρότες και Φοιτητές να σταθούν μαζί μας κόντρα στο τέρας του καπιταλισμού.




Τρίτη 8 Απριλίου 2025

Τι είναι η ευημερία;

 



του Guillaume Faye

«Εκκοσμικευμένη εκδοχή από τις δυτικές ιδεολογίες του χριστιανικού ιδεώδους της ευτυχίας που νοείται ως παθητική ευδαιμονία. Η ευημερία είναι ένας από τους κεντρικούς στόχους της κοινωνίας της αγοράς. 

Βασίζεται στον οικουμενιστικό ορισμό των οικονομικών και κοινωνικών αναγκών που είναι ξεκάθαρες για όλους τους ανθρώπους. Αν και θεμιτή, ως δευτερεύον πολιτικός σκοπός, η «ατομική οικονομική ευημερία» έχει γίνει, από μία αναγωγική σκοπιά, ο κεντρικός σκοπός των σύγχρονων κρατών πρόνοιας, είς βάρος των ιστορικών, πολιτικών και πολιτιστικών διαστάσεων της ζωής των ανθρώπων. Συμβάλλει στην εξημέρωση των τελευταίων, στο καταναλωτισμό και στην μετατροπή τους, σύμφωνα με τα δόγματα της προόδου και της ανάπτυξης, σε μάζες μεμονωμένων καταναλωτών των οποίων η μόνη θεμιτή φιλοδοξία πρέπει να είναι η ικανοποίηση των υλικών αναγκών, που ορίζονται a priori και τίθενται ως δικαιώματα (ανθρώπινα δικαιώματα). Πρέπει να αναρωτηθούμε σοβαρά εάν η ευημερία, με την θανατηφόρα χλιαρότητα της, είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που απειλεί τους ανθρώπους υποκινώντας τους να παραιτηθούν από την ιστορία. Η ευημερία είναι ο «ελβετικός κίνδυνος». 




Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2025

Ramiro Ledesma Ramos: Ο Σοσιαλιστικός Φυλετισμός στη Γερμανία

 




Προμηθευτείτε απο τις εκδόσεις Λόγχη




Πατήστε ΕΔΩ



«Στη Γερμανία έχουμε άλλο ένα μεγάλο φαινόμενο της σύγχρονης ανατροπής που έχει μεγαλώσει και θριαμβεύσει, όχι μόνο έξω από την τροχία του μπολσεβικισμού, αλλά, και σε αντίθεση με αυτή. Για να το κατανοήσουμε με την πιο αυστηρή έννοια είναι απαραίτητο, να του αφαιρέσουμε τα «φασιστικά» προσόντα. H ουσιαστική αξία, τα ουσιαστικά συστατικά που χαρακτηρίζουν το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα και που μπορούν να προσδιοριστούν ως καθοριστικά της νίκης του, δεν προέρχονται από τον ιταλικό φασισμό. Η μορφή του χαιρετισμού, η στολή των μαζών και η άκαμπτη πειθαρχία στον ηγέτη είναι πραγματικά επιφανειακές και επεισοδιακές διαστάσεις, χωρίς να αποτελούν σπόνδυλους της επανάστασης. 


1. Τι είναι εθνικό;

Για άλλη μία φορά, όπως στις τελικές συνέπειες του μπολσεβικισμού, όπως στις θεμελιώδεις κατηγορίες του φασισμού, βρίσκουμε ένα «εθνικό» φαινόμενο, κάτι που κινείται στη τροχία του «εθνικού» και αποκτά από αυτό την απόλυτη δικαιολόγηση. Αλλά φυσικά η έκφραση του πρέπει να προσδιοριστεί. Γιατί τίποτα δεν είναι πιο διαφορετικό από την έννοια του εθνικού για έναν Ρώσο μπολσεβίκο, έναν Ιταλό φασιστή και έναν Γερμανό σοσιαλφυλετιστή. 

Το εθνικό στο Ρώσο Μπολσεβίκο είναι μία αναπάντεχη ανακάλυψη, μία αξία που εμφανίζεται ξαφνικά στην ιστορική διαδρομή της επανάστασης του, μία συνέπεια, κάτι που διαμορφωνεί πραγματικά την προσπάθεια του και που υποδέχεται, φυσικά, με αληθινή χαρά. 

Στον Ιταλό Φασιστή, το εθνικό γίνεται ένας κινητήρας που γεννάει τον ενθουσιασμό, μία ιδανική αναγκαιότητα, χωρίς την ύπαρξη της οποίας γνωρίζει κανείς ότι υποβαθμίζεται, υποβιβάζεται σε ιστορική βδελυγμία. Είναι ένα μίγμα ονείρου, φαντασίας και μύθου. 

Ο Γερμανός Εθνικοσοσιαλιστής βιώνει αυτή την έννοια ως μεταφυσική αγωνία, λειτουργώντας μέσα του ένα βαθύ βιολογικό ελατήριο: το αίμα. Είναι, λοιπόν, φυλετικός. Η Γερμανία είναι για αυτόν ένας ζωντανός οργανισμός, που βαδίζει στην ιστορία με πλήρη αγωνία, μία σχέση αγωνίας και δύναμης, που συντηρείται ανά πάσα στιγμή από το πνεύμα θυσίας και την ζωτικότητα όλων των Γερμανών. 


2. Η Εθνικοσοσιαλιστική Σύνθεση

Η σύνθεση του «εθνικού» και του «κοινωνικού», που είναι για τους ξένους παρατηρητές και σχολιαστές η υπέρτατη δυσκολία που ξεπέρασε ο Αδόλφος Χίτλερ, εμφανίζεται υπό το πρίσμα του σοσιαλιστικού φυλετισμού ως μια επιχείρηση εκπληκτικής απλότητας. Η ταραχή γύρω από προβλήματα κοινωνικοοικονομικής φύσης, η αντιμετώπισης των κρίσεων τους και του προσδιορισμού ενώπιον των μαζών των διαταραχών και των βλαβών που τους συμβαίνουν, αποδεικνύεται ένα έργο εξαιρετικά άνυδρο σε άλλους λαούς, των οποίων το μόνο δυνατό συναίσθημα είναι, αν μη τι άλλο, αρνητικό, βασισμένο σε δημαγωγικές προσφορές που ικανοποιούν τις συγκεκριμένες επιθυμίες του μεγάλου κοινού. Αλλά στη Γερμανία υπάρχει μια θεμελιώδης παραλλαγή, με ένα πολύ σαφές φυλετικό πρόσημο, και της οποίας η διαχείριση έδωσε πραγματικά τη νίκη στον Χίτλερ. Λοιπόν, η ατυχία του κάθε Γερμανού δεν είναι μόνο δική του, συμπίπτει και ταυτίζεται με την ατυχία της Γερμανίας, ολόκληρης της χώρας.

Όταν ο Χίτλερ, στις φρενήρεις ομιλίες του μπροστά σε τεράστια πλήθη Γερμανών, παρουσίασε το τρομερό πανόραμα που πρόσφερε ο γερμανικός λαός, κατεστραμμένος, σε αναγκαστική ανεργία, σε μόνιμο κίνδυνο πραγματικής οικονομικής σκλαβιάς, βυθισμένος στην ατυχία, οι πιο ηχηρές επιτυχίες και το βαθύτερο συναίσθημα των μαζών επιτεύχθηκαν με το να συνάγουν ότι από όλα αυτά τα λάθη πρέπει να αποκατασταθεί το ψωμί και η ευημερία για να γίνει η Γερμανία ξανά δυνατή. Μια μεγάλη Γερμανία! Φυσικά, αυτού του είδους η έκκληση προς τη Γερμανική Πατρίδα επέτρεψε με τη σειρά του στον Χίτλερ να υποδείξει στις μεγάλες μάζες τους εμπνευστές και τους υπαίτιους των υλικών συμφορών τους. 

Υλικές, όχι για κάποιες λανθασμένες ιδέες, ούτε για απλές αφαιρέσεις, αλλά για συγκεκριμένους εχθρούς, εχθρούς της ίδιας της Γερμανίας ως έθνους, και πάνω απ' όλα, πολύ ορατοί και αναγνωρίσιμοι με το χέρι: Από τη μια πλευρά, ο Εβραίος και το οικονομικό του κεφάλαιο. Από την άλλη, ο εξωτερικός εχθρός της Γερμανίας, οι Βερσαλλίες, και οι διαπραγματευτές, υπογράφοντες και συντηρητές της, δηλαδή οι μαρξιστές και η δημοκρατική αστική τάξη της Βαϊμάρης.

Ο γερμανικός λαός αισθάνθηκε και κατάλαβε τη «φωνή» του Χίτλερ, η οποία μιλούσε πραγματικά στο βαθύτερο και πιο αληθινό κομμάτι της φύσης του. Η φωνή αυτή εξάχνωσε την καθημερινή τους αγωνία, δίνοντάς της ηρωική ανακούφιση και την υπέρτατη κατηγορία της γερμανικής εθνικής καταστροφής. Έτσι ο εργάτης στην καταναγκαστική ανεργία, ο βιομήχανος στα ερείπια, ο στρατιώτης χωρίς σημαία, ο φοιτητής χωρίς ενθουσιασμό, ο πρώην ιδιοκτήτης χωρίς περιουσία, ολόκληρη η μεγάλη μάζα, εν ολίγοις, άνθρωποι, εκδιωγμένοι και εξευτελισμένοι από το σημερινό σύστημα, άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι όλες οι αθλιότητες και όλη τους η ανησυχία ήταν προϊόν ενός μεγάλου εγκλήματος που διαπράχθηκε τον Νοέμβριο του 1919 από το καθεστώς της Βαϊμάρης, το οποίο ήταν και ο πραγματικός συνεργός όλων των πράξεων που πραγματοποιήθηκαν εναντίον της Γερμανίας. Λοιπόν, αποτελούσαν κόμματα και αιρέσεις, των οποίων το πνεύμα ήταν απολύτως ξένο προς το πνεύμα της Γερμανίας, που διοικούνταν από τους Εβραίους και δημιουργήθηκαν από ανθρώπους άλλων φυλών, εισβολείς και εξολοθρευτές της μεγάλης γερμανικής φυλής.

Έτσι οι Γερμανοί άρχισαν να ανεβάζουν τη διάθεση τους, να νικούν, να «ξυπνούν». (Deutschland, erwache!, «Γερμανία, ξύπνα!» ήταν η βροντερή και μόνιμη κραυγή του NSDAP). Γιατί δεν υπάρχει πιο αποτελεσματικό φάρμακο, δεν υπάρχει πιο ασφαλής πόρος για να αποκαταστήσει την ενέργεια σε έναν λαό που είναι ηττημένος και ντροπιασμένος, από το να του δείξει με το δάχτυλο τις δυνάμεις που ευθύνονται για την καταστροφή του, την αγωνία και τη δυστυχία του.


3. Σοσιαλισμός όχι «για τον άνθρωπο» αλλά «για τον Γερμανό».

Πολύ απλό, λοιπόν, είναι το συναισθηματικό σύμπλεγμα που κρύβεται πίσω από τον σοσιαλιστικό φυλετισμό. Διότι, βρισκόμαστε μπροστά σε μία κοινωνική ιδέα, έναν σοσιαλισμό, του οποίου το κίνητρο δεν είναι η ανάγκη να αποδοθεί δικαιοσύνη για τους Γερμανούς, ως ανθρώπους που στερούνται την ευημερία από ένα άδικο οικονομικό καθεστώς, αλλά στην ιδέα της επίτευξης για την Γερμανία, ως λαού, ως φυλής, ως ζωντανής μονάδας, του ιδανικότερου και πιο δίκαιου κοινωνικού καθεστώτος. 

Επομένως, ο αντικαπιταλισμός του χιτλερικού είναι διαφορετικός από τον αντικαπιταλισμό του μαρξιστή. Ο χιτλερικός βλέπει στο καπιταλιστικό καθεστώς όχι μόνο ένα σύστημα συγκεκριμένων οικονομικών σχέσεων, αλλά βλέπει και τον εβραϊσμό, προσθέτοντας μία φυλετική αντίληψη στην αυστηρά οικονομική έννοια. Η αντιεβραϊκή ιδέα και η αντικαπιταλιστική ιδέα είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα για τον εθνικοσοσιαλισμό. Και, όπως είπαμε, ο Γερμανός αντικειμενοποιεί το ιδιαίτερο πρόβλημα του στην Γερμανία και η σοσιαλιστική του ανησυχία επιδιώκει ανά πάσα στιγμή μία τάξη προς όφελος ολόκληρης της φυλής. 

Έτσι ο μαρξισμός άφησε ανέπαφες τις πιο οικείες και έντονες αντιδράσεις του στους Γερμανούς. Γλίστρησε επεισοδιακά στην επιφάνεια και αποτέλεσε βαθύτερη στάση μόνο στους ψεύτικους Γερμανούς, δηλαδή σε άτομα πολιτογραφημένα στη Γερμανία αλλά ξένα στη φωνή του αίματος, στο μύθο της φυλής. 

Δεν είναι λοιπόν «ο άνθρωπος», αλλά «ο Γερμανός» που μετράει στον φυλετικό σοσιαλισμό. Για τον λόγο αυτό, το πρόγραμμα του Χίτλερ, καθορίζει ξεκάθαρες διαφορές μεταξύ αυτών που αποκαλεί «Γερμανούς πολίτες» και των άλλων, που διαμένουν στην Γερμανία ως ξένοι, διεκδικώντας μόνο για τους πρώτους το δικαίωμα συμμετοχής στην οικονομική κληρονομία και τις οικονομικές δυνατότητες της Γερμανίας. 


4. Στην υπηρεσία της ανατροπής

Το κίνημα του Χίτλερ σίγουρα πόλωσε την ανατρεπτική ικανότητα της νεολαίας γύρω από την σβάστικα του. Είναι αυτό το γεγονός, αυτή η λεπτομέρεια, που το καθιστά ένα σύγχρονο φαινόμενο, που βρίσκεται στη γραμμή της μεταστοιχείωσης, και που το επιβεβαιώνει ως μία επαναστατική αξία στη διαδικασία ενός αναπτυσσόμενου κόσμου.

Η νίκη του συμβαίνει μπρος στα έκπληκτα μάτια των «παραδοσιακών» επαναστατών. Δέκα ή δώδεκα εκατομμύρια μαρξιστές υπήρξαν πολύ στενοί μάρτυρες, παρακολουθώντας, με το γρήγορο τρεμόπαιγμα της απορίας, το θέαμα των πληθών που επιδιώκουν την εντολή, χωρίς να χρειάζονται τίποτα από τον μαρξισμό, που απαλάσσονται από αυτόν στην ανοδική και ανατρεπτική στρατηγική τους. Και μαζί, εκείνοι που είχαν πραγματικά την ενέργεια και την αποφασιστικότητα που απαιτείται για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της Γερμανίας. Το επεισόδιο της κατάληψης της εξουσίας από τον Χίτλερ, καθώς και η επακόλουθη διαδικασία και τα επακόλουθα γεγονότα που τον έκαναν μοναδικό και ανώτατο ηγέτη του Ράιχ, έχει επίσης το σημάδι κάτι μοιραίου, άμεσου και βέβαιου, κάτι που η αποφυγή και η απόκρυψη είναι μάταιη και αδύνατη. 

Όλες οι αντιστάσεις και όλες οι δυσκολίες κινητοποιήθηκαν για να σταματήσουν την εθνικοσοσιαλιστική πορεία, να καταστρέψουν τη δύναμή της και να διαστρεβλώσουν την επαναστατική της ιδιαιτερότητα την τελευταία στιγμή. Τίποτα δεν ωφέλησε. Διότι οι μηχανικοί του χιτλερισμού διαχειρίστηκαν τις βασικές κινητήριες δυνάμεις και κατέκλυσαν τα πάντα με το πιο σταθερό βήμα και την πιο τυφλή πίστη. Ανέλαβαν την εξουσία με τον πιο κατάλληλο, απλό και φυσικό τρόπο, όπως αντιστοιχεί σε έναν στρατηγό που γνωρίζει το μυστικό αυτών των καιρών, δηλαδή ότι σήμερα είναι απαραίτητη η διαφορά της εδραίωσης ανάμεσα στο πρόβλημα της απόκτησης ή της κατάκτησης της εξουσίας και του επαναστατικού προβλήματος, αυτό της επανάστασης, ένα εξαιρετικά σοβαρό και περίπλοκο πράγμα, που χρειάζεται λίγο χρόνο για να διαχωριστεί στρατηγικά από το πρώτο.


5. Μετά το μαρξιστικό τείχος, τα άλλα δύο: η στρατιωτική ολιγαρχία και οι Junkers

Ο Χίτλερ ανέλαβε την εξουσία, όχι χωρίς τεράστιες δυσκολίες, χωρίς να δοκιμάσει την πίστη του στην τελική μοίρα του εθνικοσοσιαλισμού, χωρίς να αναγκαστεί να διαπραγματευτεί παραχωρήσεις, ακόμη και σχεδόν να ανεχτεί την είσοδό του στην Καγκελαρία φιμωμένη από τους Γιούνκερς.

Οι Γιούνκερς, οι κύριοι αυτοί, ήταν αυτοί που ανέπτυξαν τον τελευταίο τακτικό ελιγμό για να αποτρέψουν την «εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση». Άνοιξαν το φρούριο της Καγκελαρίας στον Χίτλερ, πιστεύοντας ότι ήταν ήδη υποχωρημένος και έτοιμος να καταπνίξει ο ίδιος την επανάσταση, να αναπτύξει μια πολιτική που αντλεί την έμπνευσή της από την παραδοσιακή, πρωσική και αντιδραστική γραμμή και να παραμείνει στεγνός και βουβός μπροστά στις ανατρεπτικές επιθυμίες των ίδιων των εθνικοσοσιαλιστικών μαζών.

Είναι γνωστό πώς ο στρατηγός φον Σλάιχερ, μήνες πριν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, οργάνωσε στρατιωτικό πραξικόπημα, με τις φρουρές των καντονιών του Βερολίνου, και ζήτησε την υποστήριξη των Σοσιαλδημοκρατικών Ενώσεων με μια γενική απεργία. Ο δισταγμός αυτών των στοιχείων, που δεν ήταν έτοιμα για επαναστάσεις και περιπέτειες, επέτρεψε να εκπληρωθεί το σχέδιο των Γιούνκερς, να σχηματιστεί μια χιτλερική κυβέρνηση, στην οποία ο Χίτλερ δεν θα είχε την πλειοψηφία. Ο Χίτλερ έκανε όλες τις παραχωρήσεις που του ζητήθηκαν, δέχτηκε την ελάχιστη εκπροσώπηση δύο υπουργών, ήταν πρόθυμος να καλύψει το ακανθώδες ζήτημα της «βοήθειας προς την Ανατολή» κ.λπ.

Όμως ο Χίτλερ ήξερε καλά ότι η νίκη ήταν, κατά βάθος, ήδη αποκλειστικά δική του. Αφού άφησε πίσω, ηττημένους, την τεράστια μάζα του μαρξισμού, αφότου άφησε πίσω και τη μειωμένη στρατιωτική δύναμη του Σλάιχερ, τώρα η πάλη με τους Γιούνκερς, με εκείνες τις μικρές ομάδες που τολμούσαν αλλά δεν είχαν κανένα σθένος, του φαινόταν σαν ένα καθαρό παιδικό παιχνίδι και αν τον περιέζωσαν με οποιονδήποτε σεβασμό ήταν επειδή πίσω από τους Γιούνκερς ήταν ακόμα ζωντανός στην Προεδρία ο παλιός Xίντενμπουργκ.

Οι δύο ή τρεις μήνες συνεργασίας και πάλης με τους «άρχοντες» αποτελούν το πιο ενδιαφέρον στιγμιότυπο όσον αφορά τη συντριπτική δύναμη του εθνικοσοσιαλισμού, σημειώνοντας τη δεξιοτεχνία και τη φυσικότητα με την οποία του παραδίδονται τα γεγονότα, έστω και με το κόστος της ορατής δύναμης που βάζει τον φόβο στο πνεύμα των Γιούνκερ και υποδεικνύει με μια πολύ εύγλωττη χειρονομία την απόλυτη και ριζική απώλεια της μάχης.

Σε ποιο βαθμό θα πραγματοποιηθεί η γερμανική εθνική επανάσταση και τι τύχη την περιμένει; Οι μέρες της τιμωρίας του Ιούνιο του 1934 απέδειξαν την τεράστια αξιολύπητη και δραματική της ικανότητα. Σε αυτά πέθανε ο Στράσερ, ο εθνικοσοσιαλιστής που ταυτιζόταν περισσότερο με τα αληθινά συμφέροντα των μεγάλων λαϊκών μαζών, και μέσα τους το φάσμα της απογοήτευσης και της αποθάρρυνσης έκανε την εμφάνισή του ενώπιον της νεολαίας για πρώτη φορά. Σήμερα όλα φαίνονται συνωμοτικά και ο Χίτλερ, επικεφαλής των πεπρωμένων της Γερμανίας, επικεφαλής εβδομήντα εκατομμυρίων Γερμανών, συνοδευόμενος από τους δύο μύθους της φυλής και του αίματος, είναι και αποτελεί, ταυτόχρονα, όποιο κι αν είναι το μετέπειτα μέλλον του, ένα από τα πιο αξιολύπητα αλλά και εκπληκτικά και υπερβατικά φαινόμενα στην παγκόσμια ιστορία.

Απομένει άλλη μια μεγάλη ανταπόκριση, μια άλλη μεγάλη εκδήλωση του γιγάντιου ανατρεπτικού πνεύματος που σήμερα λειτουργεί με παγκόσμια δικαιοδοσία». 



ΠΗΓΗ: Racismo Socialista en Alemania, Anthologia Falagista