Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2022

100 χρόνια...

 


τoυ Μαυρομετωπίτη


28η Οκτωβρίου. Οι δημοκράτες, οι φιλελεύθεροι, οι κομμουνιστές, οι ζητωπατριώτες, οι ακροδεξιοί, όλος ο συρφετός αδελφωμένος γιορτάζει το αντιφασιστικό έπος του 1940, τις άδοξες εκείνες ημέρες κατά τις οποίες οι Έλληνες στρατιώτες προδόθηκαν και εξαπατήθηκαν πολέμωντας σε έναν πόλεμο που δεν ήταν δικός τους. Σκοτώθηκαν, πάγωσαν, τραυματίστηκαν χιλιάδες για να γίνει το σπίτι τους υποθήκη στα χέρια των τραπεζών και η Πατρίδα τους έρμαιο των εκατοντάδων δολοφονικών και διεστραμμένων αλλοφύλων που εισάγει μαζικά το καπιταλιστικό σύστημα με σκοπό την καθυποταγή της Ευρώπης. Αυτό γιορτάζουν και τιμούν οι πάσης φύσεως αντιφασίστες από τους κόκκινους μέχρι τους γαλανόλευκους. 82 χρόνια μετά η έκβαση των γεγονότων δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας...


Ακόμη και μέσα σε αυτόν τον σάπιο κόσμο, ωστόσο, υπάρχει μία μικρή ικμάδα φωτός. Μία δράκα λίγων Τελευταίων Πιστών και Αποστόλων της Ιερής Φλόγας, μία δράκα «αιρετικών» και απόκληρων οι οποίοι έχουν στραμμένο το βλέμμα προς την Ρώμη. Προς τα εκεί όπου 100 χρόνια πριν, άκριβως την ίδια ημερομηνία, ανέτειλλε το Άστρο της Εύρωπης. Εκεί όπου φύτρωσε ο Καρπός τον οποίον για χρόνια ωρίμαζε το «κορόιδο» με την «στολή και τα φτερά», ο Τελευταίος Καίσαρας. Εκεί οπού γεννήθηκε ο Φασίσμος, η εκρηκτική σύνθεση του σοσιαλιστικού αντικαπιταλισμού και του επαναστατικού εθνικισμού, τέκνο των εργατών, των αναρχικών, των αγροτών και των πολεμιστών. Η απόλυτη ενσάρκωση του Αριανικού μαχητικού πνεύματος, της ιδεαλιστικής βουλησιοκρατίας και του ριζοσπαστικού αντι-αστισμού. Η ύστατη ελπίδα για την σωτηρία της Ευρώπης από τις αλυσίδες του εβραϊκού καπιταλισμού και του ανατολίτικου μπολσεβικισμού. Πριν ακριβώς 100 χρόνια, στις 28 Οκτωβρίου του 1922, ο Μπενίτο Μουσολίνι μαζί με τους χιλιάδες Μελανοχίτωνες του βάδισαν προς την Ρώμη έχοντας τα μαύρα λάβαρα υψωμένα. Μερικά χρόνια αργότερα, στο Μόναχο της Γερμανίας, ο Αδόλφος Χίτλερ και οι άνδρες με τα καφέ πουκάμισα θα προσπαθήσουν να τους μιμήθουν, μόνο που οι Μοίρες της Ιστορίας είχαν προδιάγραψει για αυτούς μία διαφορετική πορεία. Η Ιταλία ήταν η χώρα που πρώτη αποκρυστάλλωσε το μίγμα του εθνικισμού και του σοσιαλισμού σε συμπαγή μορφή και ο Φασισμός ήταν ο οδοδείκτης κάθε μετέπειτα εθνικοεπαναστατικής προσπάθειας. Χωρίς αυτόν δεν μπορεί να σταθεί η εθνικοεπαναστατική ιστορία, από την Φαλαγγίτικη Ισπανία και την Αγγλία του Μόσλει μέχρι την Τρίτη Θέση, το Ordine Nuovo και τον Εθνο-μαοϊσμό (Nazi-Maoism). Συνεπώς ο οποιοσδήποτε επιχειρεί να τον αφαιρέσει από το κάδρο της ιστορίας με πρόφαση διάφορα φληναφήματα, αφήνει χωρίς θεμέλια τον εθνικοσοσιαλιστικό αγώνα. 


100 χρόνια μετά η αποτύχια των «εθνικολαϊκιστικών» κινήματων αποδεικνύει ότι ο Φασισμός και ο Εθνικοσοσιαλισμός εξακολουθεί να είναι αναγκαιότητα. Η Μελόνι, η Λεπέν, ο Σαλβίνι, ο Ορμπάν - οι ακροδεξιοί απόγονοι του Μπαντόλιο και του Τσιάνο - αποτελούν άλλη μία εφεδρεία του έχθρου, μία δικλείδα ασφαλείας για τη προστασία του Αμερικανισμού και του Καπιταλισμού, ένα αλεξικέραυνο που παρεκτρέπει την λαϊκή οργή από τον πραγματικό στόχο και τις δομές της παγκοσμιοποιήσης. 100 χρόνια μετά η Θέληση και η Ορμή για την επανάληψη της Εθνικής και Σοσιαλιστικής Επανάστασης πρέπει να μας διακατέχουν πιο έντονες από ποτέ. Σε αντιδιαστολή λοιπόν με τους διάφορους αστούς εθνικόφρονες που υπογράφουν δηλώσεις μετανοίας και αποκηρύττουν μέτα βδελυγμίας το «αυγό του φιδιού» εμείς συνεχίζουμε να χαιρετάμε με το δεξί χέρι υψωμένο και να φωνάζουμε Δύνατα και Υπηρήφανα «Ζήτω ο Φασισμός». Ένας Φασισμός όμως διαφορετικός που δεν θα επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος. Ένας Φασισμός αποκαθαρμένος από τα ακροδεξιά παράσιτα που αποτέλεσαν την αίτια της προδοσίας και της ιστορικής κατάρρευσης του. Ένας Φασισμός όμοιος με αυτόν των πρώτων κινηματικών χρόνων και με τον ένδοξο του Σαλό. Ένας Φασισμός γνήσιος, επαναστατικός, ριζοσπαστικός και αντικαπιταλιστικός. 




Κλείνοντας ας θυμηθούμε τα λόγια του ίδιου του Μουσολίνι: «Σήμερα δηλώνω, ότι ο Φασισμός ως ιδέα, διδασκαλία και πραγμάτωση ισχύει για όλο τον κόσμο. Είναι ιταλικός στις ιδιαιτερότητες των θεσμών του, όμως παγκόσμιος στο πνεύμα του».


Θα επιστρέψουμε...και αυτή την φορά μόνιμα!






Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

Ο Αδόλφος Χίτλερ εκκαθαρίζει το κόμμα από τους «Μπολσεβίκους των Σαλονιών»

 


Στις 4 Ιουλίου 1930 ο Όττο Στράσσερ με το κείμενο του «Οι Σοσιαλιστές Εγκαταλείπουν το NSDAP» ανακοινωσε την αποχώρηση του από το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, αναλύοντας όλους τους λόγους που οδήγησαν σε αυτό το «διαζύγιο». Στο ίδιο κείμενο κάνει αναφορά σε μία επιστολή που έστειλε ο Αδόλφος Χίτλερ προς τον Γκαουλάιτερ του Βερολίνου, Γκέμπελς, ζητώντας σε αυτή την ανελέητη εκκαθάριση του Κόμματος από τους «Μπολσεβίκους των Σαλονιών». Ο γελοίος όρος «Μπολσεβίκος των Σαλονιών» ήταν μία κωμική επινόηση του Αδόλφου Χίτλερ για να καταδείξει ότι η «στρασσερική» φράξια του Κόμματος αποτελούταν άπο, δήθεν, αμπελοφιλοσόφους οι οποίοι δεν είχαν καμία ουσιαστική και ακτιβιστική προσφορά αλλά συζητούσαν την «επανάσταση» και τον «σοσιαλισμό» στην ασφάλεια των σαλονιών τους. Η επιστολή που δημοσιεύθηκε δημόσια στις 3 Ιουλίου 1930 (μία ημέρα προτού δημοσιέυσει ο Όττο το δικό του κείμενο) στην βερολινέζικη εθνικοσοσιαλιστική εφημερίδα «Der Angriff» αναδημοσιεύεται στα ελληνικά από τις «ΜΑΥΡΕΣ ΛΕΓΕΩΝΕΣ» για λόγους ιστορικού ενδιαφέροντος. Άξιο αναφοράς είναι πάντως πως η «εκκαθάριση» άφησε ανέπαφο τον Γκρέγκορ Στράσσερ ο οποίος έμεινε πιστός στον «Φύρερ» μέχρι το 1932. 


Η επιστολή που έστειλε ο Αδόλφος Χίτλερ στον Γιόσεφ Γκέμπελς το 1930 αναφορικά με την δίωξη των «στρασσερικών» από το NSDAP


Μόναχο, 30η Ιουνίου 1930


Δρ. Γιόσεφ Γκέμπελς,
Γκάουλαιτερ του Βερολίνου


Ως υπέυθυνος Αρχηγός του NSDAP, παρατηρώ εδώ και μήνες ορισμένες προσπάθειες να προκληθεί διχόνοια, σύγχυση και ανυπακοή στις τάξεις του Κινήματος. Κάτω από τη μάσκα της επιθυμίας να αγωνιστούμε για τον σοσιαλισμό, υποστηρίζεται μία πολιτική που ανταποκρίνεται πλήρως στους σχεδιασμούς των εβραιοφιλελεύθερων-μαρξιστών αντιπάλων μας. Αυτό το οποίο επιζητούν αυτοί οι κύκλοι, συμβιβάζεται πλήρως με τις επιθυμίες των εχθρών μας, από το Κόκκινο Λάβαρο (Rote Fahne) μέχρι την εφημερίδα του Χρηματιστηρίου της Φρανκφούρτης (Frankfurter Borsenzeitung)[1]. Θεωρώ λοιπόν απαραίτητο να διωχθούν ανελέητα και χωρίς καμία εξαίρεση αυτά τα στοιχεία από το Κόμμα. 


Όσο θα ηγούμαι του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, δεν πρόκειται να επιτρέψω να καταστεί αυτό λέσχη ψευδοδιανοουμένων ή χαοτικών μπολσεβίκων των σαλονιών. Αντιθέτως, θα παραμείνει αυτό που είναι σήμερα, μία πειθαρχημένη οργάνωση που δεν δημιουργήθηκε για να ικανοποιεί τη δογματική παρωδία των «πολιτικά περιπλανώμενων»[2], αλλά για να παλέψει για μία μελλοντική Γερμανία στην οποία οι έννοιες των τάξεων θα έχουν καταρρεύσει και ο αναγεννημένος γερμανικός λαός θα διεκδικεί τη μοίρα του. 


Πριν μερικά χρόνια, αγαπητέ Δόκτωρα Γκέμπελς, σας όρισα στη πιο δύσκολη θέση του Ράιχ. Σήμερα πρέπει να σας ζητήσω, επιδιώκοντας να εφαρμόσετε το καθήκον που επιβάλει αυτή η θέση, να πραγματοποιήσετε τη πιο ανελέητη εκκαθάριση του Κόμματος στο Βερολίνο από αυτά τα βλαβερά στοιχεία. Έδωσα εντολή στην Επιτροπή Ερευνών Ράιχ (Uschla)[3] να σας συμπαρασταθεί με κάθε δυνατό τρόπο. Συμπεριφερθείτε αδίστακτα και σκληρά. Θα ήθελα να εκφράσω εκ των προτέρων τις ευχαριστίες μου και την εκτίμηση μου για τη πραγματοποίηση αυτής της εργασίας. Έχετε στο πλευρό σας όλο το Κίνημα, ολόκληρο το ηγετικό επιτελείο (Fuhrerstab), τα SA και τα SS καθώς και κάθε δημόσιο εκπρόσωπο του Κόμματος. 


Λοιπόν, αναλάβετε δράση! Η ηγεσία του Κόμματος (Reichsparteifuhrung) θα κάνει ότι είναι απαραίτητο για να επιβάλει τη θέληση σας και να προωθήσει τη συμμόρφωση με τις οδηγίες σας. 



Με γερμανικούς χαιρετισμούς!


Με εκτίμηση Αδόλφος Χίτλερ, πρόεδρος του Κόμματος.


Πρωτοδημοσιεύθηκε στη «Der Angriff» στις 3 Ιουλίου 1930


[1]: Το «Κόκκινο Λάβαρο» (Rote Fahne) ήταν η επίσημη εφημερίδα του KPD (Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας). Ιδρύθηκε το 1918 από τον Κάρλ Λίμπκνεχτ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και αποτελούσε το κεντρικό όργανο της Ένωσης Σπαρτακιστών πριν αυτή εξελιχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Η εφημερίδα Frankfurt Stock - Market Gazzete (Frankfurter Borsenzeitung) ιδρύθηκε το 1867 και ήταν η πιο σημαντική εφημερίδα οικονομικών ζητημάτων στη Γερμανία. Από τους εθνικοσοσιαλιστές θεωρήθηκε ότι προάγει τα χρηματιστηριακά και καπιταλιστικά συμφέροντα. 


[2]: «Πολιτικά Περιπλανώμενοι» - η λέξη που χρησιμοποιεί ο Χίτλερ στο γερμανικό κείμενο είναι «Wanderwogel» που κυριολεκτικά μεταφράζεται ως «αποδημητικά πουλιά». O όρος εδώ έχει διττή σημασία πέρα από την απόρριψη του Χίτλερ προς τους εσωκομματικά αντιπολιτευόμενους του. Το «Wanderwogel» ήταν το όνομα που δόθηκε σε μία ομάδα προσκοπικών οργανώσεων που αναπτύχθηκαν από τη γερμανική νεολαία γύρω στα τέλη του 1800, ως επιθυμία να βρεθεί ξανά σε επαφή με τη φύση και τη Πατρίδα. Μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο το Wanderwogel εξελίχθηκε σε Bundische Jugend που συχνά είχαν έναν πιο ρητό πολιτικό προσανατολισμό. Πολλά από τα μέλη του NSDAP αλλά και άλλων εθνικιστικών κινημάτων προήλθαν από τους Wanderwogel, έτσι ο Αδόλφος χρησιμοποιώντας το συγκεκριμένο χαρακτηρισμό δεν υπονοεί μόνο ότι οι «στρασσερικοί» είναι «περιπλανώμενοι» με στόχο να σπείρουν τη διχόνοια και να επιβάλουν τις απόψεις τους, αλλά τους συγκρίνει και με τους πολιτικούς προσκόπους, παιδάκια που παίζουν με στολές και σημαίες και πιστεύουν σε ουτοπικά ιδανικά. 


[3]: «Επιτροπή Ερευνών Ράιχ» - γραμμένο στο γερμανικό κείμενο από τον Χίτλερ ως «Reich Untersuchung und Schlichtungs-Ausschuß» ή «Επιτροπή Ερευνών και Διακανονισμών» (RUSchlA). Η RUSchlA ιδρύθηκε από τον Χίτλερ το 1926 για να επιλύει εσωτερικές διαφορές εντός του Κόμματος. Λειτουργούσε σε πολλαπλά επίπεδα για να ταιριάζει με τον οργανωτικό μηχανισμό του Κόμματος ενώ εμπεριείχε και το περιφερειακό USchlA που διαιτήτευε διαφορές κατωτέρου επιπέδου. Το Δεκέμβριο του 1933 ψηφίστηκε νομοθεσία που καθιέρωσε τη νομική του ενότητα με τον κρατικό μηχανισμό και έτσι τα RUSchlA/USchlA λειτουργούσαν παράλληλα με τα υπάρχοντα δικαστήρια ως ξεχωριστός κλάδος του νομικού συστήματος. 



Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2022

Αδόλφος Χίτλερ: «Η ματαιότητα του κοινοβουλευτικού αγώνα»

 



«Κατά τη γνώμη μου, η κατάρρευση του πανγερμανικού κινήματος στην Αυστρία είχε τρεις αιτίες:


Πρώτον, η ασαφής αντίληψη της σημασίας του κοινωνικού προβλήματος, ειδικά για ένα νέο, ουσιαστικά επαναστατικό κόμμα. Από τη στιγμή που ο Σένερερ και οι οπαδοί του στράφηκαν κυρίως προς τα αστικά στρώματα, το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε παρά να είναι πολύ αδύναμο και ήπιο. Η γερμανική αστική τάξη, κυρίως στους ανώτερούς της κύκλους, αν και κάποιοι δεν μπορούν να το υποψιαστούν, είναι φιλειρηνική μέχρι το σημείο της πλήρους αυταπάρνησης όσον αφορά τα εσωτερικά ζητήματα του έθνους και του κράτους. Τις καλές εποχές, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση σε εποχές καλής διακυβέρνησης, μια τέτοια συμπεριφορά αυτών των στρωμάτων είναι εξαιρετικά πολύτιμη για το κράτος· σε εποχές όμως κατώτερων καθεστώτων είναι εξαιρετικά καταστροφική. Για να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή ενός αληθινά σοβαρού αγώνα, το πανγερμανικό κίνημα έπρεπε πάνω απ’ όλα να αφοσιωθεί στην προσέλκυση των μαζών. Το γεγονός ότι δεν το έκανε, του στέρησε εξαρχής τη στοιχειώδη ορμή που χρειάζεται ένα κύμα τέτοιου είδους, αν δεν ήθελε να σβήσει μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.


Αν η αρχή αυτή δεν ληφθεί υπόψη και δεν εφαρμοστεί από το ξεκίνημα, το νέο κόμμα χάνει κάθε πιθανότητα μελλοντικής συμπλήρωσης των παραλείψεων. Γιατί έχοντας προσελκύσει ένα εξαιρετικά μεγάλο αριθμό μετριοπαθών-αστικών στοιχείων, η βασική συμπεριφορά του κινήματος θα καθορίζεται πάντα από αυτά και έτσι θα χάσει κάθε προοπτική να προσελκύσει υπολογίσιμες δυνάμεις από τις πλατιές μάζες. Με αυτό όμως, ένα τέτοιο κίνημα δεν θα ξεπεράσει ποτέ τα όρια της απλής δυσαρέσκειας και κριτικής. Η πίστη που μοιάζει λίγοπολύ με θρησκεία, σε συνδυασμό με ένα παρόμοιο πνεύμα θυσίας, δεν θα ξαναβρεθεί ποτέ· στη θέση της όμως θα αναπτυχθεί μια προσπάθεια σταδιακής άμβλυνσης της οξύτητας του αγώνα μέσω «θετικών» συνεργασιών που στην προκειμένη περίπτωση σημαίνουν αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης, για να καταλήξουμε τελικά σε μια νοσηρή ειρήνη. 


Αυτό συνέβη και με το πανγερμανικό κίνημα, επειδή εξαρχής δεν έδωσε εξέχουσα σημασία στην προσέλκυση οπαδών από τις πλατιές μάζες. Κατέληξε έτσι στην «αστική ευγένεια και στον συμβιβασμένο ριζοσπαστισμό». Από αυτό το σφάλμα προέκυψε ο δεύτερος λόγος της ραγδαίας πτώσης του.


Η κατάσταση του γερμανικού στοιχείου στην Αυστρία ήταν ήδη απελπιστική την εποχή που εμφανίστηκε το πανγερμανικό κίνημα. Χρόνο με το χρόνο το κοινοβούλιο γινόταν όργανο της αργής εξόντωσης του γερμανικού λαού. Καμιά προσπάθεια σωτηρίας την τελευταία ώρα δεν θα μπορούσε να έχει καμία ελπίδα επιτυχίας, έστω και την παραμικρή, αν δεν καταργούσε αυτόν τον θεσμό. 


Έτσι το κίνημα ήρθε αντιμέτωπο με ένα ερώτημα θεμελιώδους σημασίας:   Έπρεπε, για να καταργήσουν το κοινοβούλιο, να μπουν στο κοινοβούλιο και όπως λένε, «για να το υπονομεύσουν από μέσα», ή έπρεπε να κάνουν αυτόν τον αγώνα απ’ έξω, με μια επίθεση στο ίδιο το θεσμικό όργανο;


Μπήκαν και βγήκαν ηττημένοι. Φυσικά, έπρεπε να μπουν. Για να διεξαγάγεις έναν αγώνα ενάντια σε μια τέτοια δύναμη απ’ έξω πρέπει να οπλίζεις τον εαυτό σου με ακλόνητο θάρρος, αλλά και να είσαι έτοιμος για ατέλειωτες θυσίες. Τον ταύρο τον πιάνουμε από τα κέρατα, δεχόμαστε συνέχεια βαριά χτυπήματα, μας ρίχνει στο έδαφος, μερικές φορές σηκωνόμαστε ξανά με σπασμένα άκρα, αλλά μόνο μετά από έναν τέτοιο σκληρό αγώνα η νίκη θα χαμογελάσει στον ατρόμητο που θα το τολμήσει. Μόνο το μεγαλείο των θυσιών μπορεί να προσελκύσει νέους μαχητές στον αγώνα μέχρι που τελικά η επιμονή να στεφθεί με τη νίκη.


Για κάτι τέτοιο όμως χρειάζονται τα παιδιά του λαού από τις πλατιές μάζες. Μόνο αυτά είναι αποφασισμένα κι όσο πρέπει δυνατά για να πολεμήσουν μέχρι το αιματηρό τέλος αυτού του αγώνα. Αυτές ακριβώς οι πλατιές μάζες όμως έλειψαν από το πανγερμανικό κίνημα· οπότε δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να μπει στο κοινοβούλιο.


Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι αυτή η απόφαση ήταν αποτέλεσμα πολλών εσωτερικών δισταγμών και μακρών διαβουλεύσεων· όχι, καμία άλλη ιδέα δεν τους πέρασε από το μυαλό. Η συμμετοχή σ’ αυτή την ηλιθιότητα ήταν ο αντίκτυπος των γενικών και ασαφών αντιλήψεών τους όσον αφορά τη σημασία και το αποτέλεσμα μιας τέτοιας συμμετοχής σε ένα θεσμό που εξαρχής είχε ήδη αναγνωριστεί σαν εσφαλμένος. Γενικά ήλπιζαν ότι αυτό θα διευκόλυνε τη διαφώτιση της πλατιάς μάζας, αφού τώρα θα είχαν μια ευκαιρία να μιλήσουν μπροστά στο «φόρουμ όλου του έθνους». Επιπλέον, τους φάνηκε πειστικό ότι η επίθεση στη ρίζα του προβλήματος έπρεπε να είναι πιο επιτυχημένη από μια επίθεση απ’ έξω. Πίστευαν ότι η ασφάλεια του κάθε μαχητή αυξανόταν από την προστασία της βουλευτικής ασυλίας και έτσι αυτό θα μπορούσε μόνο να ενισχύσει τη δύναμη της επίθεσης.


Στην πραγματικότητα, όμως, τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά. Το φόρουμ μπροστά στο οποίο μίλησαν οι πανγερμανιστές βουλευτές δεν είχε γίνει μεγαλύτερο αλλά μάλλον μικρότερο· γιατί ο καθένας μιλάει μόνο μπροστά στον κύκλο που μπορεί να τον ακούσει ή βρίσκει μια περίληψη των όσων έχει πει σε δημοσιεύσεις του Τύπου.  Επιπλέον, το μεγαλύτερο άμεσο φόρουμ ακροατών δεν το αποτελεί η αίθουσα του κοινοβουλίου αλλά οι μεγάλες δημόσιες συγκεντρώσεις. Γιατί σ’ αυτές υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που έχουν έρθει μόνο και μόνο για να ακούσουν τι έχει να τους πει ο ομιλητής, ενώ στην αίθουσα συνεδριάσεων του κοινοβουλίου υπάρχουν μόνο λίγες εκατοντάδες και οι περισσότεροι απ’ αυτούς παρευρίσκονται μόνο για να δικαιολογήσουν τον μισθό τους και όχι για να αφήσουν τη σοφία του ενός ή του άλλου συναδέλφου «εκπροσώπου του λαού» να λάμψει μέσα τους. Μα πάνω απ’ όλα: Αυτοί είναι πάντα το ίδιο ακροατήριο, που δεν θα μάθει ποτέ τίποτα καινούργιο, αφού εκτός από την εξυπνάδα του λείπει και οποιοδήποτε ίχνος θέλησης.


Ποτέ κανείς από αυτούς τους εκπροσώπους του λαού δεν θα δώσει τα εύσημα σε κάποια αλήθεια ανώτερη από τη δική του και δεν θα θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία της. Όχι, κανένας δεν θα το κάνει αυτό, εκτός αν έχει λόγους να ελπίζει ότι με μια τέτοια μετακίνηση μπορεί να εξασφαλίσει τη θητεία του για μια ακόμη περίοδο. Μόνο όταν πλανάται στον αέρα ότι το προηγούμενό τους κόμμα θα τα πάει άσχημα στις επερχόμενες εκλογές, αυτά τα στολίδια της ανδρείας αρχίζουν να ψάχνουν πώς μπορούν να μετακινηθούν σε άλλο κόμμα ή μία τάση που υποθέτουν ότι θα τα πάει καλύτερα, και αυτή η αλλαγή θέσης γίνεται συνήθως κάτω από ένα καταιγισμό ηθικών δικαιολογιών. Επομένως, κάθε φορά που ένα καθιερωμένο κόμμα φαίνεται να πέφτει στη δυσμένεια του λαού σε τέτοιο βαθμό που η πιθανότητα μιας ταπεινωτικής ήττας φαντάζει απειλητική, αρχίζει πάντα μια μεγάλη μεταστροφή: τότε οι ποντικοί του κοινοβουλίου εγκαταλείπουν το πλοίο του κόμματος. 


Όλα αυτά όμως δεν έχουν καμία σχέση με την καλύτερη γνώση ή τα κίνητρα, αλλά μόνο με το διορατικό χάρισμα που προειδοποιεί αυτούς τους κοριούς του κοινοβουλίου την κατάλληλη στιγμή και τους κάνει να πέφτουν κάθε φορά και σε άλλο ζεστό κομματικό κρεβάτι. Το να μιλάς μπροστά σε ένα τέτοιο «φόρουμ» είναι σαν να ρίχνεις μαργαριτάρια στα γουρούνια. Πραγματικά δεν αξίζει τον κόπο! Το αποτέλεσμα εδώ δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ένα μηδενικό. Και αυτό ακριβώς ήταν. Οι πανγερμανιστές βουλευτές μπορούσαν να ξελαρυγγιάζονται· δεν είχε αποτέλεσμα.


Ο Τύπος είτε σιωπούσε γι’ αυτούς είτε περιέκοπτε τις ομιλίες τους με τέτοιο τρόπο που κάθε συνοχή και συχνά ακόμη και το νόημα, διαστρεβλωνόταν ή χανόταν τελείως δίνοντας στην κοινή γνώμη μια  πολύ κακή εικόνα των προθέσεων του νέου κινήματος. Αυτά που έλεγαν οι διάφοροι κύριοι δεν είχαν και πολλή σημασία· το πιο σημαντικό ήταν αυτά που διάβαζαν γι’ αυτούς. Αυτά όμως ήταν αποσπάσματα από τις ομιλίες τους, τόσο ασύνδετα μεταξύ τους που δεν μπορούσαν παρά να φαίνονται παράλογα. Το μόνο φόρουμ στο οποίο θα μπορούσαν πραγματικά να μιλήσουν αποτελούνταν από πεντακόσιους βουλευτές και αυτό λέει πολλά.


Το χειρότερο όμως ήταν το εξής: Το πανγερμανικό κίνημα μπορούσε να υπολογίζει στην επιτυχία μόνο αν συνειδητοποιούσε από την πρώτη μέρα ότι αυτό που διακυβευόταν εδώ δεν ήταν ένα νέο κόμμα, αλλά μια νέα κοσμοθεωρία. Μόνο μια τέτοια μπορούσε να συγκεντρώσει την εσωτερική δύναμη για να δώσει αυτή τη γιγάντια μάχη. Και γι’ αυτό τον σκοπό, μόνο τα καλύτερα και τα πιο θαρραλέα μυαλά μπορούσαν να χρησιμεύσουν σαν ηγέτες.


Αν ο αγώνας για μια κοσμοθεωρία δεν καθοδηγείται από ήρωες έτοιμους να κάνουν θυσίες, σε λίγο καιρό δεν θα βρίσκει ούτε οπαδούς πρόθυμους να αντιμετωπίσουν τον θάνατο. Όποιος παλεύει εδώ για την δική του ύπαρξη, δεν μπορεί να αφήνει πολλά στην κοινότητα.


Για να αντιμετωπιστεί αυτή η ανάγκη, είναι απαραίτητο να γνωρίζουν όλοι ότι το νέο κίνημα μπορεί να προσφέρει δόξα και τιμή στο μέλλον, αλλά τίποτα στο παρόν. Όσο πιο εύκολα ένα κίνημα προσφέρει θέσεις και αξιώματα, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η εισροή κατώτερου υλικού και στο τέλος αυτά τα πολιτικά παράσιτα θα κυριαρχήσουν σε ένα επιτυχημένο κόμμα σε τέτοιο βαθμό που οι έντιμοι αγωνιστές των πρώτων ημερών δεν θα αναγνωρίζουν πλέον το παλιό κίνημα και οι νεοφερμένοι θα τους παραγκωνίσουν σαν «ανεπιθύμητους» εισβολείς. Όταν συμβεί όμως αυτό, η «αποστολή» ενός τέτοιου κινήματος θα έχει τελειώσει.


Μόλις το πανγερμανικό κίνημα αφοσιώθηκε αποκλειστικά στο κοινοβούλιο, άρχισε να προσελκύει «κοινοβουλευτικούς» αντί για ηγέτες και αγωνιστές. Έτσι βυθίστηκε στο επίπεδο των συνηθισμένων πολιτικών κομμάτων της εποχής και έχασε τη δύναμη για να αντιταχθεί σε μια καταστροφική μοίρα με την αγωνιστικότητα ενός μάρτυρα. Αντί να πολεμά, έμαθε τώρα να «μιλάει» και να «διαπραγματεύεται». Ο νέος κοινοβουλευτικός, όμως, σε μικρό χρονικό διάστημα βρήκε σαν πιο ελκυστικό, γιατί ήταν λιγότερο επικίνδυνο, το καθήκον να πολεμά για τη νέα κοσμοθεωρία με τα «πνευματικά» όπλα της κοινοβουλευτικής ρητορείας παρά να διακινδυνεύει τη ζωή του, αν χρειαζόταν, μπαίνοντας σε έναν αγώνα του οποίου η έκβαση ήταν αβέβαιη και ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν θα του απέφερε κανένα κέρδος.


Από τη στιγμή που απέκτησαν μέλη στο κοινοβούλιο, οι οπαδοί απ’ έξω άρχισαν να ελπίζουν και να περιμένουν θαύματα, τα οποία φυσικά δεν έγιναν και δεν μπορούσαν να γίνουν. Για το λόγο αυτό σύντομα άρχισαν να γίνονται ανυπόμονοι, γιατί ακόμα κι αυτά που άκουσαν από τους δικούς τους βουλευτές δεν ανταποκρίνονταν σε καμία περίπτωση στις προσδοκίες των ψηφοφόρων. Αυτό ήταν εύκολο να εξηγηθεί, αφού ο εχθρικός Τύπος φρόντιζε να μη δίνει στον λαό μια αληθινή εικόνα του έργου των πανγερμανιστών βουλευτών.


Όσο περισσότερο όμως οι νέοι εκπρόσωποι του λαού έπαιρναν μια γεύση από τον κάπως πιο ήπιο είδος του «επαναστατικού» αγώνα στο κοινοβούλιο και στις κρατικές συνελεύσεις, τόσο λιγότερο πρόθυμοι γίνονταν να επιστρέψουν στο πιο επικίνδυνο έργο της διαφώτισης των μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού. Οι μαζικές συγκεντρώσεις, ο μόνος τρόπος για να ασκήσει κανείς μια αληθινά προσωπική και ως εκ τούτου αποτελεσματική επιρροή σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και έτσι να μπορέσει να τα κερδίσει, ερχόταν όλο και περισσότερο σε δεύτερη μοίρα.


Από τη στιγμή που τα θεωρεία του κοινοβουλίου αντικατέστησαν τα τραπέζια στις μπυραρίες των λαϊκών συγκεντρώσεων και οι λόγοι απευθύνονταν από αυτά τα φόρουμ όχι προς τον λαό αλλά προς τα κεφάλια των αποκαλούμενων «εκλεκτών», το πανγερμανικό κίνημα έπαψε να είναι ένα κίνημα του λαού και σε μικρό χρονικό διάστημα υποβιβάστηκε σε μια λίγο-πολύ λέσχη σοβαρών ακαδημαϊκών συζητήσεων. Συνεπώς, η κακή εντύπωση που άφηνε ο Τύπος δεν διορθωνόταν καθόλου από τις προσωπικές δραστηριότητες των κυρίων, με αποτέλεσμα η λέξη «πανγερμανισμός» να ακούγεται άσχημα στα αυτιά της πλατιάς μάζας.


Γιατί σ’ όλους τους σημερινούς ιππότες και λιμοκοντόρους της πένας πρέπει να τους πούμε αυτό: οι μεγαλύτερες επαναστάσεις σε αυτόν τον κόσμο δεν καθοδηγήθηκαν ποτέ από μια γραφίδα! Όχι, η πένα πάντα προοριζόταν για τη θεωρητική τους θεμελίωση. Όμως η δύναμη που ξεκίνησε τις μεγάλες ιστορικές χιονοστιβάδες θρησκευτικής και πολιτικής φύσης ήταν πάντα η μαγική δύναμη του λόγου και μόνον αυτή.


Οι πλατιές μάζες ενός λαού πάνω απ’ όλα μπορούν να συγκινηθούν μόνο από τη δύναμη του λόγου. Όλα τα μεγάλα κινήματα όμως είναι λαϊκά κινήματα, είναι ηφαιστειακές εκρήξεις του ανθρώπινου πάθους και των ψυχικών συγκινήσεων, που προκλήθηκαν είτε από τη σκληρή θεά της ανάγκης είτε από τον αναμμένο πυρσό του λόγου που εκσφενδονίστηκε ανάμεσα στις μάζες και δεν είναι γλυκανάλατα εκχυλίσματα των αισθητιστών συγγραφέων και των ηρώων των σαλονιών. Η μοίρα των εθνών μπορεί να ανατραπεί μόνο από μια καταιγίδα καυτού πάθους, αλλά το πάθος μπορεί να ξυπνήσει μόνο από εκείνον που το κουβαλάει μέσα του».


Ο Αγών Μου, έκδοση Stalag, σελίδες 104 - 109 



ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ




Σημείωση: Κάθε καλοπροαίρετος και σκεπτικιστής αναγνώστης, μπορεί να κάνει τον παραλληλισμό και τη σύγκριση των άνωθεν ορθότατων παρατήρησεων του Αδόλφου με τη μετέπειτα πορεία του NSDAP αλλά και τη πορεία των διαφόρων ελληνικών ακροδεξιών κόμματων.


Τετάρτη 24 Αυγούστου 2022

«Για τη φύση του καπιταλισμού» του Όττο Στράσσερ

 

Το ακόλουθο άρθρο του Όττο Στράσσερ πρωτοδημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 1927 στο εθνικοσοσιαλιστικό θεωρητικό περιοδικό «Nationalsozialistiche Briefe». Εκείνη τη περίοδο ο Όττο Στράσσερ έγραφε τα άρθρα του χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Ulrich von Hutten». Οι κύριες θέσεις οι οποίες διατυπώνονται είναι η υπεράσπιση της αυτάρκειας έναντι της οικονομικής εξάρτησης και η έκκληση για μία οικονομία προσανατολισμένη στην εκπλήρωση των εθνικών αναγκών και όχι στην αύξηση του κέρδους, θέσεις οι οποίες θεωρεί ότι αντιβαίνουν στη φύση και την ουσία του καπιταλιστικού συστήματος.



ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ



«Είναι ίσως αναπόφευκτο - και επομένως διπλά λυπηρό - το γεγονός ότι οι όροι γίνονται όλο και πιο διφορούμενοι όσο πιο συχνά χρησιμοποιούνται, όπως ακριβώς τα νομίσματα φθείρονται όλο και περισσότερο όσο περνούν από όλο και περισσότερα χέρια. Οποιοσδήποτε κάνει τη χρήση ενός όρου, μπορεί να μεταφέρει αυτόν τον όρο μόνο μέσα από την αντίληψη της δικής του νόησης, σχεδόν «όπως τον καταλαβαίνει». Καθώς λοιπόν οι όροι αποκτούν δημοτικότητα, τότε η σαφήνεια τους χάνεται. 


Κανένας όρος δεν έχει διαστρεβλωθεί περισσότερο από τους όρους «σοσιαλισμός» και «καπιταλισμός», οι οποίοι προσδιορίζουν δύο αμοιβαία εχθρικά συστήματα. Και τι δεν αποκαλείται «σοσιαλιστικό» στις μέρες μας; Πρώτα και κύρια, υπάρχουν οι μαρξιστές και των δύο τάσεων, οι σοσιαλδημοκράτες και οι «σοσιαλδικτάτορες» (γνωστοί ως «κομμουνιστές»). Δίπλα σε αυτούς υπάρχει ο «Σοσιαλισμός του Μετώπου», ο «Νεανικός Σοσιαλισμός»[1] και πάνω από όλα ο δικός μας «Εθνικοσοσιαλισμός»! 


Αυτός ο εθισμός στον αυτοπροσδιορισμό ως «σοσιαλιστής», εκφράζει την αίθηση - συνειδητά ή ασυνείδητα - ότι κάτι νέο υπάρχει εδώ, κάτι σημαντικό από το οποίο όλοι θέλουν να έχουν μερίδιο, τουλάχιστον κατ΄όνομα. 


Από την άλλη μεριά ο όρος «καπιταλισμός» δεν είναι λιγότερο ασαφής, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό συμβαίνει ως μία ανάγκη να κρυφτεί η τρομερή απέχθεια την οποία γεννάει αυτό το σύστημα - και αυτό είναι επίσης σημαντικό ως μέτρο σύγκρισης της στάσης ζωής αυτού του συστήματος, μέσω της οποίας γίνονται έκδηλα τα παρόντα πνευματικά ρεύματα - καθώς επίσης και για να αποδείξει την ακινδυνότητα του, την αναγκαιότητα του και τα ωφέλιμα αποτελέσματα του. Μία ολόκληρη επιστήμη (που ήδη καταδεικνύει τη διπροσωπία της με τη χρήση του ονόματος «εθνική οικονομία») εργάζεται εδώ παραποιώντας τον όρο «καπιταλισμός» και εξισώνοντας τον με την προσωπική ικανότητα και τη φυσική «ανάπτυξη», κάνοντας τη μετάβαση από την ατομική επιχείρηση στην οικονομία της αγοράς, από εκεί στην εθνική οικονομία και από εκεί στη παγκόσμια οικονομία, καθιερώνοντας τον καπιταλισμό ως τη μόνη δυνατή και τέλεια μορφή οικονομίας. Συνεπώς αυτός ο υπερβολικός αριθμός των λεγόμενων «ορισμών» έχει σκοπό να αποσπάσει τη προσοχή από την αλήθεια του θέματος, προκειμένου να μην αποκαλυφθεί ποτέ η ουσία του καπιταλισμού. 


Για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι ζωτικής σημασίας εμείς οι εθνικοσοσιαλιστές να αναγνωρίσουμε και να οριοθετήσουμε ξεκάθαρα την ουσία του καπιταλισμού. Για να μπορέσουμε να εκθέσουμε στη συνέχεια με αδιάσειστα επιχείρηματα το τι είμαστε και γιατί είμαστε - και γιατί πρέπει να είμαστε - θανάσιμοι εχθροί του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, διότι μόνο έτσι θα μπορέσουμε να φέρουμε είς πέρας το εθνικό μας καθήκον. 


Μέχρι στιγμής έχω διαβάσει δύο πολύ καλούς ορισμούς του καπιταλιστικού συστήματος από τους θεωρητικούς του εθνικοσοσιαλισμού, οι οποίοι, παρά τη συντομία τους, εκφράζουν την ουσία του καπιταλισμού. Ο πρώτος είναι η διατύπωση του Δόκτωρος Rosikat[2] «ο καπιταλισμός είναι η κυριαρχία της ιδιοκτησίας πάνω στην εργασία» και ο δεύτερος αυτός του Γκρέγκορ Στράσσερ «ο καπιταλισμός είναι η οργάνωση της σπανιότητας προκειμένου να επιτευχθεί το μέγιστο δυνατό κέρδος» (σ.σ ο συγκεκριμένος ορισμός αναλύεται πιο κάτω).


Όσο δελεαστικό και αν είναι το να επιλέξω μία παρόμοια συνοπτική διατύπωση, δεν θα ακολουθήσω αυτή τη διαδρομή και θα φροντίσω να καταστήσω ξεκάθαρη την ουσία του καπιταλισμού. Παράλληλα θα ξεχωρίσω μερικά χαρακτηριστικά του  γνωρίσματα τα οποία είναι απαραίτητα για την κατανόηση του. Με αυτό τον τρόπο η ουσία του θα γίνει πολύ πιο ευδιάκριτη από ότι μέσω ενός σύντομου και ως εκ τούτου ανεπαρκούς ορισμού. 


Για δεκαετίες οι πολιτικοί και οι οικονομολόγοι από την άκρα αριστερά εώς την άκρα δεξιά, από τους κομμουνιστές μαρξιστές (και τους δημοκρατικούς μαρξιστές επίσης) εώς τους μεγαλοκαπιταλιστές της βαριάς βιομηχανίας πρόεκριναν την άυξηση των εξαγωγών ως βασικό καθήκον της οικονομίας. Ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο και την επάνασταση η έκφραση «μόνο η αύξηση των εξαγωγών μπορεί να μας σώσει» έγινε η κατευθυντήρια αρχή κάθε οικονομολόγου και πολιτικού, κυρίως των μαρξιστών και των συνδικάτων. 


Η αναδιάταξη της εθνικής οικονομίας γύρω από τις εξαγωγές, η ώθηση για αύξηση των εξαγωγών, η προτίμηση της βιομηχανίας για εξαγωγές αντί για εγχώρια διάθεση των προϊόντων - αυτά αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του καπιταλισμού! 


Οι σημερινές γενιές, οι οποίες έχουν ανατραφεί με το καθαρά καπιταλιστικό πνεύμα, δεν αντιλαμβάνονται το πόσο αφύσικη είναι η ιδέα ότι ο σκοπός μίας εθνικής οικονομίας (Volkswirtschaft) είναι να επιτελεί εργασία για τους άλλους. Η ίδια η λέξη «εθνική οικονομία» έχει συγκεκριμένο περιέχομενο που οδηγεί σε ένα συγκεκριμένο καθήκον: την εγγύηση της ζωής του Έθνους! Τίποτα άλλο! 


Ο εθνικά καταστροφικός χαρακτήρας αυτής της ώθησης προς τις εξαγωγές γίνεται αμέσως εμφανής όταν κάποιος εξετάσει τις συνέπειες μίας τέτοιας οικονομικής δομής: οι εξαγωγές καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της εθνικής οικονομίας και επομένως ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας εξαρτάται από παράγοντες που βρίσκονται εκτός της επιρροής μας. Αυτό οδηγεί στην εξάρτηση από ξένες χώρες σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, μία εξάρτηση τόσο ισχυρή που μπορεί να παραλύσει την οικονομική και πολιτική ζωή. Για να μην αναφέρουμε τον επίσης τεράστιο κίνδυνο να παρασυρθούμε στη παραμέληση της ευημερίας του Έθνους, παράγωντας προϊόντα τα οποία δεν έχουν ζωτική σημασία, με μόνο σκοπό την επιδίωξη του κέρδους. 


Και αυτό μας φέρνει στο δεύτερο ουσιαστικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού: ο μεγαλύτερος στόχος είναι το κέρδος και μάλιστα το όλο και περισσότερο κέρδος! Στο καπιταλιστικό σύστημα είναι όχι μόνο θεμιτό αλλά και αναπόφευκτο να δαπανώνται εκατομμύρια για το χτίσιμο κινηματογραφικών μεγάρων, τα οποία μπορούν να εγγυηθούν ένα κέρδος 30%, αντί να αποξηραίνονται έλη τα οποία μπορούν να προσφέρουν μόνο ένα πενιχρό κέρδος 3% ή 4%. Στο καπιταλιστικό σύστημα είναι θεμιτό και αναπόφευκτο ο μεγαλογαιοκτήμονας να προσλαμβάνει Πολωνούς μετανάστες ως εργάτες οι οποίοι κοστίζουν ελάχιστα τρόφιμα και ασήμαντους μισθούς, αντί να απασχολεί Γερμανούς εργάτες οι οποίοι θα κοστίσουν καλύτερη τροφή και μεγαλύτερους μισθούς. Όλα αυτά, όπως προανέφερα, έχουν τη ρίζα τους στο ουσιώδες χαρακτηριστικό του καπιταλισμού: την αναγνώριση του κέρδους ως του μοναδικού σκοπού και καθήκοντος! 


Είναι επομένως καπιταλιστικό, στο μέγιστο βαθμό, το να ζητάμε πλεονάζουσα εργασία με σκοπό την αύξηση της παραγωγής έναντι της μείωση του κόστους παραγωγής. Ο όγκος παραγωγής πρέπει να σταθμίζεται από έναν και μόνο φυσικό παράγοντα: τις ανάγκες της εθνικής οικονομίας· και το κόστος παραγωγής πρέπει να έχει μόνο ένα μέτρο: το ισοζύγιο δαπανών και εσόδων χωρίς τις καπιταλιστικές απαιτήσεις κέρδους. Οι ώρες εργασίας του λαού θα πρέπει να καθορίζονται αποκλειστικά από την ικανότητα εκπλήρωσης των εθνικών απαιτήσεων μέσω της εξισορρόπησης δαπανών και εσόδων. Αν η εκπλήρωση αυτών των απαίτησεων μπορεί να συμβεί με 5 ώρες τη μέρα τότε αρκούν 5 ώρες εργασίας. Αν σε περιόδους δυσκολιών χρειάζονται 10 ώρες τη μέρα, τότε θα πρέπει να εργαστεί κανείς 10 ώρες. Αλλά πάντα και μόνο προς κάλυψη των αναγκών του δικού μας Έθνους! Αντ΄αυτού ο καπιταλισμός επιβάλει πολλές ώρες εργασίας προς συμφέρον της αύξησης των κερδών, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν την εθνική ευημερία και την υγεία του λαού. Μία ακόμη ιερή έκφραση της καπιταλιστικής οικονομίας είναι ο όρος «οικονομική κρίση»! Τον βλέπει κανείς να χρησιμοποείται καθημερινά με αινιγματική ασάφεια σε εφημερίδες της «Δεξιάς» και της «Αριστεράς». Οικονομολόγοι κάθε βαθμίδας δηλώνουν ότι τέτοιες κρίσεις - βιομηχανικές κρίσεις, ευρωπαϊκές κρίσεις, παγκόσμιες κρίσεις - πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Και έχουν δίκιο γιατί όντως έτσι γίνεται στο καπιταλιστικό σύστημα. 


Γιατί τι είναι μία κρίση; Κρίση σημαίνει σπανιότητα! Σπανιότητα προσφοράς (και επομένως περίσσεια ζήτηση) ή σπανιότητα ζήτησης (και επομένως περίσσεια προσφορά). Και στις δύο περιπτώσεις επικρατεί η αβεβαιότητα και οι τεράστιες διαφορές στις τιμές. Ο λόγος της κρίσης είναι πάντοτε οι διαφορές στις τιμές. Γιατί κάθε κρίση είναι ανθρωπογενής. Είναι συνειδητά και εσκεμμένα «οικονομικά φαινόμενα». Αυτές οι ελλείψεις οργανώνονται για χάρη του κέρδους, γιατί το καπιταλιστικό σύστημα θεωρεί αυτονόητο ότι πχ τα σιτηρά αγοράζονται από μεγάλους ομίλους και παρακρατούνται εώς ότου η υπερμεγέθης ζήτηση οδηγήσει σε αντίστοιχη αύξηση στις τιμές και συνεπώς αποφέρει περισσότερα κέρδη. Το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα θεωρεί αυτονόητο το ότι ένα διεθνές καρτέλ σιδήρου θα ελαχιστοποιήσει τη παραγωγή σιδήρου, δημιουργώντας έτσι μία τεχνητή έλλειψη που θα επιτρέψει «υψηλότερες τιμές». Ακριβώς το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα θεωρεί απολύτως λογικό το να εισάγει φτηνό αργεντίνικο κρέας, απορρίπτοντας τη γερμανική αγορά και καταστρέφοντας τη γερμανική γεωργία. Όλα αυτά είναι η ουσία του καπιταλισμού: η απόκτηση και η παραγωγή κέρδους! 


Η θέληση για χρήμα είναι έτσι η κινητήρια δύναμη του καπιταλιστικού συστήματος. Το χρήμα είναι ο μεγάλος κυρίαρχος, το χρήμα είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων και η κατοχή χρημάτων ή πολύτιμων αντικειμένων το μέσο αξιολόγησης των ανθρώπων! Αυτό μας οδηγεί στη «ψυχή του καπιταλισμού», στη θεμελιώδη πηγή της ύπαρξης του. Κάθε άτομο που τοποθετεί το χρήμα στο κέντρο της σκέψης του, που βλέπει τα υπάρχοντα του ως αντικείμενο των προσπαθειών του, που βλέπει το κέρδος ως απόδειξη των ικανοτήτων του, καθένας που αποτιμά την αξία των συνανθρώπων του ανάλογα με τα χρήματα τους ή τα τιμαλφή τους είναι καπιταλιστής και επομένως εχθρός μας! 


Γιατί γνωρίζουμε - και όλα τα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού τα οποία αναφέρονται εδώ το καταδεικνύουν με εντυπωσιακή σαφήνεια - οτί η ουσία του καπιταλιστικού συστήματος αποτελεί, αναπόφευκτα, εχθρό της ζωής του Έθνους, καθώς στη φύση της εθνικής ζωής βρίσκεται η θέληση για ζωή, η οποία ακολουθεί πάντα τα συμφέροντα του συνόλου και εκπληρώνει πάντα τον μεγάλο νόμο της διατήρησης του είδους. «Ελευθερία και Ψωμί» λοιπόν και όχι «Εκμετάλλευση και Κέρδος».




[1]: Ο «Σοσιαλισμός του Μετώπου» (Frontsozialismus) ήταν ένας όρος που συνδέθηκε με τα εθνικιστικά κινήματα εκτός NSDAP, ιδιαίτερα με τους Stahlhelm. Η εκτίμηση για ορισμένα στοιχεία του σοσιαλισμού που είχε ενσταλάξει σε πολλούς εθνικιστές η στρατιωτική θητεία στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, εκεί όπου οι στρατιωτικές στολές λειτουργούσαν ως ισοπεδωτής των κοινωνικών διαφορών και η αδελφότητα των χαρακωμάτων εξαφάνιζε τις τάξεις, εξελίχθηκε με το καιρό στη θεωρητική σύλληψη ενός οργανικού, συντεχνιακού κράτους. Ο «Νεανικός Σοσιαλισμός» (Jungsozialismus) ήταν ένα δυναμικό και νεολαιίστικο κίνημα το οποίο αποπειράθηκε να επανερμηνεύσει τη Σοσιαλδημοκρατία. Οι Jungsozialisten προσπάθησαν να ξεφύγουν από αυτό που έβλεπαν ως υπερβολικά υλιστικό, φιλελεύθερο και ορθολογιστικό σοσιαλισμό των παλαιότερων γενεών, επιδιώκοντας την ανάπτυξη μίας νέας μορφής σοσιαλισμού η οποία θα αντλούσε κληρονομία εκτός του παραδοσιακού εργατικού κινήματος. Οι Jungsozialisten ήταν μία πολυποίκιλη ομάδα η οποία συμπεριελάμβανε θρησκευόμενους σοσιαλιστές, σοσιαλιστές της αγοράς (market socialists) και αριστερούς εθνικιστές. 


[2]: Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ο Erich Rosikat ήταν ο ειδικός του NSDAP σε αγροτικά ζητήματα. Υπηρέτησε επίσης ως αναπληρωτής Gauleiter της Σιλεσίας και ως τοπικός ηγέτης του Breslau. Ο Rosikat συνδέθηκε με την «αριστερή πτέρυγα» του NSDAP και αποχώρησε από το Κόμμα το 1927 λόγω της δυσαρέσκειας του προς τον Χίτλερ, υποστηρίζοντας ότι ο Χίτλερ είχε μετατρέψει τον εθνικοσοσιαλισμό από σοσιαλιστικό σε «φασιστικό» κίνημα (σ.σ εννοούσε τον συμβιβασμό του Ιταλικού Φασισμού με το κεφάλαιο, τη μοναρχία, την εκκλησία και γενικά το κατεστημένο). Μετά το 1930 έγινε μέλος του «Μαύρου Μετώπου» του Όττο Στράσσερ. 



Πέμπτη 18 Αυγούστου 2022

«Το καπιταλιστικό σκλαβοπάζαρο» του Γκρέγκορ Στράσσερ

 


Το άρθρο το οποίο ακολουθεί συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Γκρέγκορ Στράσσερ «Kampf um Deutschland» (Αγώνας για τη Γερμανία). Πρωτοδημοσιεύθηκε στις 23 Αυγούστου 1926 και εκθέτει το πρόβλημα της ανεργίας το οποίο δημιούργησε και διαιώνισε ο καπιταλισμός στη Βαϊμαρική Γερμανία. Παράλληλα ονοματίζει τους Εβραίους και τους αντιμετωπίζει ως εχθρούς, αναγνωρίζοντας τον κυριαρχικό τους ρόλο στο καπιταλιστικό και τραπεζικό σύστημα. 



ΤΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΚΛΑΒΟΠΑΖΑΡΟ 


Δημοσιεύθηκε στις 23 Αυγούστου 1926



«"Ζήτω η ελευθερία! Ζήτω η Γερμανία! Ζήτω τα επιτεύγματα της επανάστασης!" Είσαι εξοικειωμένος με αυτά τα συνθήματα Γερμανέ εργάτη; Δεν τα αναγνωρίζεις από τις εφημερίδες, που ιδιαίτερα αυτές τις μέρες της «συνταγματικής γιορτής»[1], τυπώνονται στα πρωτοσέλιδα τους με μεγάλα γράμματα για να σε ξεσηκώσουν και να σε συνεπάρουν; Ναι, πράγματι, στις άνετες αίθουσες των Εβραίων συντακτών, στις μεγάλες αίθουσες των συνδικάτων, υπάρχει το κατάλληλο περιβάλλον για τέτοια συνθήματα. Στη χλιδή και την άνεση μπορεί κανείς άνετα να μιλάει για δημοκρατία και ελευθερία.


Ωστόσο θα ήθελα να σου δείξω μια άλλη εικόνα, μία εικόνα που οι περισσότεροι αναγνωρίζουν ήδη, μία είκονα που σου εμπνέει φόβο γιατί και εσύ τη γνωρίζεις μέσα από την άθλια εμπειρία: την αντικειμενική ύπαρξη της ανεργίας! Μία κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί, άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι ζουν με κουρελιασμένα ενδύματα, χλωμοί, απογοητευμένοι, πεινασμένοι και βασανισμένοι. Στέκονται σε ουρές με τις ώρες μόνο για να ακούσουν ένα ζοφερό «όχι» πρωτού προλάβουν καλά-καλά να επιδείξουν τα έγγραφα τους. Εκεί στέκονται μέλη κάθε ηλικιακής ομάδος, κάθε επαγγέλματος, άνθρωποι που βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια ψυχικής και σωματικής δυσφορίας και το μόνο που ζητάνε είναι δουλειά, ένα πενιχρό εισόδημα για να μπορέσουν να αγοράσουν ψωμί για τον ευατό τους και τα παιδιά τους.  Δεν θέλουν τίποτα άλλο παρά δουλειά για να μπορέσουν να απαλλαγούν από τις φρικτές κακουχίες που συνθλίβουν τη ψυχή και το σώμα τους. Είναι τόσο κουρασμένοι, τόσο καταπονημένοι που δεν σκέφτονται πια καθόλου να βρούν έναν σταθερό μισθό, ούτε μια άνετη απασχόληση. Δεν αντιλαμβάνονται πλεον τον ευατό τους ως ανθρώπινο όν, ως ολοκληρωμένη ύπαρξη που έχει αναφέρετο δικαίωμα να ζεί, να βοηθάει τα παιδιά του να ζούν, να απολαμβάνει ευτυχία και λιακάδα, να χαρίζεί στα παιδιά του ευτυχία και λιακάδα. Αντίθετα το μόνο που θέλουν είναι απλά μια εργασία, τίποτα άλλο παρά μόνο μερικά πενιχρά κέρδη. 


Αυτό είναι ένα σκλαβοπάζαρο, χίλιες φορές χειρότερο από τις βάρβαρες αγορές της αρχαιότητας, γιατί εκεί τουλάχιστον κάθε σκλάβος έβρισκε δουλειά, κάθε σκλάβος έβρισκε ψωμί και ρούχα για τον ευατό του και τα παιδιά του, κάθε σκλάβος έβρισκε ένα κατάλυμα, κάθε σκλάβος αποτελούσε αντικείμενο αξίας για τον αφέντη του. Αλλά στις ουρές των ανέργων κάποιος μπορεί να περιμένει μέρες χωρίς να λάβει δεκάρα, η οικογένεια του μπορεί να πεινάει και να ζει σε «τρύπες» και όλα αυτά στο όνομα της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της Επανάστασης και των «επιτευγμάτων» της! 


Άνεργε γιατί συνεχίζεις να το ανέχεσαι αυτό; Εργαζόμενε που εξακολουθείς να εργάζεσαι μέχρι σήμερα, εργαζόμενε που δεν έχεις απολυθεί για αυτό τον μήνα, δημόσιε υπάλληλε που προς το παρόν δεν σε έχουν ακόμη απολύσει, γιατί συνεχίζετε να ανέχεστε το γεγονός ότι περισσότεροι από δύο εκατομμύρια Γερμανοί, αδελφοί και αδελφές σας, αναγκάζονται να πουλάνε τους ευατούς τους στο σκλαβοπάζαρο; Γιατί συνεχίζετε να ανέχεστε το γεγονός ότι περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια ηλικιωμένοι γονείς, ταλαιπωρημένες γυναίκες και μικρά παιδιά, μαραζώνουν εξευτελιστικά, συντετριμμένοι από την πείνα, νικημένοι πνευματικά από την απελπισία και τις ατελείωτες κακουχίες; Γιατί ανέχεστε το γεγονός ότι εκατομμύρια απασχολούνται αποκλειστικά σε ωρίαια βάση για μήνες και χρόνια, λαμβάνοντας χρήματα τα οποία επαρκούν μόνο για να κρατήσουν μακριά την πιο μαύρη δυστυχία και να καθυστερήσουν την σωματική και πνευματική καταρράκωση; 


Γιατί ανέχεστε το γεγονός ότι όλοι εσείς, δεκαπέντε εκατομμύρια Γερμανοί εργάτες που μαζί με τους άμεσα εξαρτώμενους σας αποτελείτε το 85% του γερμανικού πληθυσμού, περνάτε κάθε ώρα της ζωής σας και κάθε στιγμή της ύπαρξης σας σε ένα οδυνηρό άγχος για την επόμενη μέρα; Οι ψυχές σας είναι γεμάτες με αγωνιώδη ανησυχία για το εάν αύριο, την επόμενη μέρα της πληρωμής ή την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα θα μπορείτε ακόμη να αγοράζετε ψωμί, θα μπορείτε να έχετε ακόμη ρούχα, θα μπορείτε να έχετε ακόμη μία στέγη! 


Γιατί ανέχεστε τον τρομερό φόβο του γήρατος, που χρόνο με τον χρόνο σας μαστίζει όλο και περισσότερο με την ερώτηση: «τι θα γίνει με εμένα όταν δεν θα μπορώ πλέον να εργαστώ;». Γιατί ανέχεστε όλες οι μεγάλες χαρές της ζωής - η δημιουργία οικογένειας, το να μεγαλώνεις υγιή και χαρούμενα παιδία - να δηλητηριάζονται από την τυρρανία ενός εκμεταλλευτικού συστήματος που σας αντιμετωπίζει σαν σκλάβους; Γιατί υπομένετε όλες οι μικρές χαρές της ζωής - ήσυχες ονειροπολήσεις στο δάσος, παιχνίδια για τα παιδιά σας - να καθίστανται απρόσιτα σε εσάς λόγω της δύναμης του χρήματος; 


Γιατί ανέχεστε την ύπαρξη αυτής της σκλαβιάς που αφαιρεί κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που εμποδίζει όλες τις χαρές της ζωής και που μεταμορφώνει τη ζωή από ένα τραγούδι δοξολογίας στον Θεό, τους αιώνιους νόμους της Φύσης και τα αθάνατα δικαιώματα κάθε ανθρώπου, σε ένα τραγούδι μίσους προς έπαινο του Διαβόλου, έναν πονηρό ύμνο πόνου και απελπισίας, δυστυχίας, φρίκης και θανάτου; 


Γιατί το ανέχεστε αυτό αδέλφια; 


Γιατί σας λένε ψέματα και σας εξαπατούν και η όραση σας θόλωσε ώστε να μην αναγνωρίζετε τον αληθινό εχθρό που ευθύνεται για όλη σας τη δυστυχία! Επειδή τα μυαλά και οι καρδιές σας είναι δηλητηριασμένα για να χτυπάτε ο ένας τον άλλον: οι άνεργοι εναντίον εκείνων που έχουν ακόμη δουλειά, ο εργάτης εναντίον του υπαλλήλου γραφείου, ο κάτοικος της πόλης εναντίον του αγρότη, ο  αγρότης εναντίον του δημοσίου υπαλλήλου και πάει λέγοντας. Γιατί υποκινείστε ο ένας εναντίον του άλλου: κομμουνιστές εναντίον σοσιαλδημοκρατών, και οι δύο ενάντια στην αστική τάξη, Reichsbanner εναντίον Stahlhelm, Κόκκινο Μέτωπο εναντίον volkish. Γιατί; Δεν είναι όλοι αυτοί εθνοσύντροφοι σας, άνθρωποι που μοιράζονται επίσης τις ίδιες συμφορές και την ίδια σκλαβιά; Δεν βρίσκεται το ίδιο μαστίγιο πάνω από όλους μας, η ίδια μάστιγα δυστυχίας; 


Γιατί ανέχεστε να σας λένε ψέματα και να σας εξαπατούν; Ή δεν είναι ψέμα και δόλος το να μιλάς για «ελευθερία», να κομπάζεις για «δημοκρατία», να χαίρεσαι για τα «κατορθώματα της Επανάστασης» και την ίδια στιγμή ο γερμανικός λαός να αποτελεί έναν λαό σκλάβων που στριμώχνεται μαζικά στα σκλαβοπάζαρα της ανεργίας; 


Γιατί ανέχεστε να σας λένε ψέματα και να σας εξαπατούν έτσι;


Γιατί είστε τυφλοί και θέλετε να παραμείνετε τυφλοί, γιατί δεν θέλετε να βλέπετε αυτά που σας δείχνουμε και δεν θέλετε να ακούτε αυτά που σας λέμε! Αυτά που σας δείχνουμε με λόγια και εικόνες και αυτά που σας λέμε με άρθρα, ομιλίες και συγκεντρώσεις. 


Μόλις αναγνωρίσετε πως είστε σκλάβοι, μόλις συνειδητοποιήσετε πως η «ελευθερία», η «δημοκρατία» και τα «επιτεύγματα της Επανάστασης» είναι απλά χυδαία εβραϊκά ψέματα που σκοπό έχουν να σας αποτρέψουν από την εξέγερση εναντίον του κράτους - δυνάστη, μόλις καταλάβετε ότι τα εβραϊκά ψέματα και οι πλάνες του Ιουδαϊσμού σας έχουν στρέψει τον έναν εναντίον του άλλου, τότε η όραση σας θα καθαρίσει σταδιακά και θα έχετε τη δύναμη να αναγνωρίσετε τον εχθρό. Τότε οι καρδιές σας θα ελευθερωθούν από το κάλυμα του δεκαετούς ψεύδους, του βδελυρού αυτού δόλου, και θα διαπιστώσετε ότι είμαστε ένα Έθνος, σκλαβωμένο από την ίδια δύναμη και αλυσοδεμένο από τα ίδια δεσμά! 


Μόνο μαζί μπορούμε να σπάσουμε τις αλυσίδες μας, βάζοντας μπροστά το σύνθημα:


Κάτω η σκλαβιά του καπιταλισμού! Κάτω το εκμεταλλευτικό και παρασιτικό Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Σύστημα! Κάτω μαζί με τους ηγέτες τους, τους εκπροσώπους τους και τους πιστούς ακολούθους τους: τον δηλητηριώδη Ιουδαϊσμό! 


Ζήτω η Εθνική Επανάσταση! Ζήτω η Σοσιαλιστική Επανάσταση! Ζήτω ο κοινός τους στόχος:


Ένα κοινό μέτωπο της εθνικής παραγωγικής εργασίας, όλων των Γερμανών παραγωγικών εθνοσυντρόφων, ενώμενο με το επερχόμενο σωτήριο Εθνικοσοσιαλιστικό Κράτος!»






[1]: Εννοεί την «Ημέρα του Συντάγματος» (Verfassungstang) η οποία εορταζόταν επίσημα στη Βαϊμάρη της Γερμανίας στις 11 Αυγούστου, την ημέρα που θεσπίστηκε το σύνταγμα από τον Πρόεδρο Έμπερτ το 1919.