Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Ο Ρυθμός της Ιστορίας

 



Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο από το ιδεολογικό μανιφέστο του Όττο Στράσσερ «Germany Tomorrow». Σε αυτό ο Όττο αναπτύσσει μια κυκλική αντιλήψη για την Ιστορία και παρουσιάζει μια δική του άποψη για την Άνοδο και την Πτώση των Πολιτισμών που έρχεται να συμπληρώσει αυτή του Σπένγκλερ. Κατά τον Όττο ο ιστορικός κύκλος απαρτίζεται από περιοδούς περιορισμών, επιφυλακτικότητας και σταθερότητας τις οποίες διαδέχονται περιόδοι του απεριόριστου και των εξάψεων. Οι πρώτες χαρακτηρίζονται από την συνεκτικότητα, την συγκράτηση και την πειθαρχημένη οργάνωση του βίου και οι δεύτερες από τον ατομικισμό, την παρόρμηση και τον καταναλωτισμό. Στις πρώτες κυριαρχεί η Παράδοση και η ιδέα του Εμείς, στις δεύτερες ο φιλελευθερισμός και η ιδέα του Εγώ. Στις πρώτες κυριαρχεί ο συντηρητισμός με όλες του τις εκφάνσεις στους διάφορους τομείς της ζωής, στις δεύτερες ο φιλελευθερισμός που εξαπολύει την μολυσματική του παράλυση σε όλους τους τομείς της ζωής. Άξιο αναφοράς είναι οτί θεωρεί τον σοσιαλισμό αναπόσπαστο στοιχείο του συντηρητισμού. Την θεώρηση του αυτή την ονόμασε «Νόμο της Τριαδικής Πολικότητας». 


ΣΤΟ ΡΥΘΜΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
 

«Από τις προηγούμενες διατριβές θα έχει καταστεί σαφές ότι αποδεχόμαστε την εγκυρότητα, του έξοχα διατυπωμένου από τον Oswald Spengler, νόμου για την άνοδο και την πτώση του πολιτιστικού κύκλου - σε αυτή την περίπτωση του δυτικού πολιτιστικού κύκλου - και ότι εντοπίζουμε εντός αυτού τον μεγάλο νόμο της κίνησης όλης της οργανικής ζωής, τον νόμο της γέννησης, της ωριμότητας και του θανάτου. 


Ως κάτι ουσιαστικά νέο συμπληρώνουμε αυτόν νόμο της κίνησης, που είναι συγκρίσιμος με την κίνηση της Γης γύρω από τον Ήλιο, με έναν δεύτερο νόμο της κίνησης - τις εκδηλώσεις του οποίου περιέγραψα εγώ ο ίδιος αρκετά χρόνια πριν, δίνοντας του το όνομα του «Νόμου της Τριαδικής Πολικότητας». Η λειτουργία του μπορεί να συγκριθεί με την περιστροφή της Γης γύρω από τον δικό της άξονα.


Η εμπειρική μελέτη της πορείας της ανάπτυξης εντός του δυτικού πολιτιστικού κυκλού παρουσιάζει ορισμένες κανονικότητες, οι οποίες με μία πιο προσεκτική εξέταση μπορούν να συστηματοποιηθούν ακολούθως. Διακρίνουμε εποχές περιορισμού ή σταθερότητας που εναλλάσονται με εποχές του απεριόριστου ή της επανάστασης. Η μελέτη των ημερομηνιών δείχνει ότι μία τέτοια εποχή διαρκεί από 140 εώς 150 χρόνια και ακολουθεί μία άλλη εποχή που διαρκεί περίπου τo ίδιο. Χωρίς να υπερβώ τα όρια αυτής της εισαγωγικής εργασίας, μπορώ να επισημάνω ότι οι τρεις τελευταίες φάσεις της μετάβασης ήταν: 1789 - 1799 η μεγάλη γαλλική επανάσταση, 1640 - 1649 η Αγγλική Επανάσταση υπό τον Κρόμγουελ, περίπου το 1500 όπου ξεκίνησε η ισχυρή επάνασταση που ονομάζουμε Μεταρρύθμιση (η Αμερική είχε ανακαλυφθεί λίγα χρόνια πριν). Πηγαίνοντας πιο πίσω στην ευρωπαϊκή ιστορία φτάνουμε σε τομές όπως το 1350 (Hansa, Golden Bull, κλπ), το 1200 κλπ. Ο Χέρμπερτ Μπλάνκ στο βιβλίο του «Schleicher? - Hitler? - Cromwell?» το οποίο εκδόθηκε από τις Verlag Linders στην Λειψία το 1932, κάνει μια λεπτομέρη αναφορά του «Ρυθμού της Ιστορίας». 


Αν μελετήσουμε πιο προσεκτικά τις ιδέες και τις μορφές αυτών των διαφόρων εποχών ανακαλύπτουμε το αξιοσημείωτο γεγονός πως έχουμε να κάνουμε μόνο με δύο αντικρουόμενες ιδέες, δύο αντίθετους πόλους ανάμεσα στους οποίους το εκρεμμές της ιστορίας ταλαντεύεται ασταμάτητα: την ιδέα του περιορισμού και την ιδέα του απεριόριστου ή μπορούμε να πούμε τον συντηρητισμό και τον φιλελευθερισμό. 


Μεταφέροντας στην οργανική ζωή αυτές τις δύο ιδέες και την αλλαγή από την μία στην άλλη αναγνωρίζουμε εύκολα τις δύο κύριες δυνάμεις της οργανικής ζωής: την ώθηση για αυτοσύντηρηση και την ώθηση για συντήρηση του είδους[1]. Η πρώτη τοποθετεί στο κέντρο του σύμπαντος τον ευατό, το Εγώ και η δεύτερη την κοινότητα των ομοίων προσώπων, το Εμείς. Η πρώτη είναι το χώμα στο οποίο αναπτύσσεται η ιδέα του Εγώ, η δεύτερη είναι το χώμα στην οποία αναπτύσσεται η ιδέα του Εμείς. 


Είναι περιττό να εξηγήσουμε γιατί ταυτίζουμε την ιδέα του Εγώ με τον φιλελευθερισμό και γιατί ταυτίζουμε την ιδέα του Εμείς με τον συντηρητισμό, αφού μετά από όσα ειπώθηκαν είναι προφανές ότι απορρίπτουμε την προσπάθεια να βαθμολογηθούν οι αντίστοιχες αξίες καθώς κάτι τέτοιο για εμάς θα ήταν μη οργανικό. Όπως δεν μπορείς να πεις ότι η μέρα είναι πιο πολύτιμη από την νύχτα ή η νύχτα από την μέρα αφού η μία καθορίζει την άλλη και οι δυό τους αποτελούν απλώς τους πόλους του εκρεμμούς της περιστροφής της Γης, έτσι δεν μπορείς να πεις ότι η ιδέα του Εγώ αξίζει περισσότερο από την ιδέα του Εμείς ή η ιδέα του Εμείς αξίζει περισσότερο από την ιδέα του Εγώ και ότι ο φιλελευθερισμός είναι προτιμότερος από τον συντηρητισμό ή ο συντηρητισμός ειναι προτιμότερος από τον φιλελευθερισμό αφού ο ένας καθορίζει τον άλλο και δεν είναι παρά οι πόλοι ανάμεσα στους οποίους η ζωή ταλαντεύεται στην πορεία της από την ζωή μέχρι τον θάνατο. Μία απλή σύγκριση μπορεί να κάνει ευκολότερη την κατανόηση αυτής της διττής αιώνιας νομοτέλειας. Στα πλαίσια του νόμου αυτού, από τον σπόρο της μηλιάς εώς τη μηλιά και το νεκρό ξύλο, εκπληρώνεται κάθε χρόνο ο ρυθμός του καλοκαιριού και του χειμώνα - ένας ρυθμός του οποίου οι μορφές έκφρασης καθορίζονται κυρίως από τον νόμο της ηλικίας. 


Αποδεικνύουμε, επομένως, πως οι «ιδέες» του συντηρητισμού και του φιλελευθερισμού αντικαθιστούν συνεχώς η μία την άλλη στην όψη ενός πολιτιστικού κύκλου, καθορίζοντας τις σκέψεις και τα αισθήματα των ανθρωπίνων όντων και ως εκ τούτου καθορίζοντας τις μορφές της ζωής τους. 


Σύμφωνα με τον τρισδιάστατο χαρακτήρα της οργανικής ζωής στο σώμα, το μυαλό και την ψυχή (το υλικό επίπεδο αντιπροσωπεύει την σχέση των ανθρώπων με τα αντικείμενα, το πνευματικό επίπεδο την σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους και το ψυχικό επίπεδο την σχέση των ανθρώπων με τον Θεό) κάθε μία από αυτές τις ιδέες εκδηλώνεται ταυτόχρονα και ισότιμα στα τρία επίπεδα της ζωής. Σε μία εποχή οπού κυριαρχεί η ιδέα του Εμείς παρατηρούμε τον περιορισμό, τον συντηρητισμό, μία οικονομία στην οποία επικρατεί η ίδεα του Εμείς, μια κοινωνική τάξη η οποία χαρακτηρίζεται από την ιδέα του Εμείς και μία καλλίεργεια της ιδέας του Εμείς. Αντιστρόφως όταν η ιδέα του Εγώ είναι κυρίαρχη παρατηρούμε μία οικονομία στην οποία κυριαρχεί η ιδέα του Εγώ, μια κοινωνία της ιδέας του Εγώ και μία καλλίεργεια της ιδέας του Εγώ. 


Στην σημερινή γλώσσα (σχετικά με την φθίνουσα πλεον «ιδέα του Εγώ» που αποτελεί χαρακτηριστικό του φιλελευθερισμού) μιλάμε για «καπιταλισμό» όταν ο φιλελευθερισμός επικρατεί στο υλικό οικονομικό επίπεδο, μιλάμε για «ατομικισμό» όταν ο φιλελευθερισμός επικρατεί στο πνευματικό - κοινωνικό επίπεδο και μιλάμε για «υλισμό» όταν ο φιλελευθερισμός κυριαρχεί πολιτιστικά και στο επίπεδο της ψυχής (δηλ. σε θρησκευτικό επίπεδο). 


Αυτή η τριάδα του καπιταλισμού, του υλισμού και του ατομικισμού είναι οι ευδιάκριτες μορφές του φιλελευθερισμού που υπάρχουν στο φθίνον στάδιο του δυτικού πολιτιστικού κύκλου. 




Σε αντίθεση με αυτή τη τριάδα του φιλελευθερισμού, η ιδέα του Εμείς, του συντηρητισμού, εκδηλώνεται εξίσου στα τρία επίπεδα της ζωής ως «σοσιαλισμός» στο οικονομικό επίπεδο, ως «εθνικισμός» στο πνευματικό - κοινωνικό επίπεδο και ως «λαϊκός ιδεαλισμός» στο ψυχικό - πολιτιστικό επίπεδο.


Αυτή η τριάδα του σοσιαλισμού, του εθνικισμού και του λαϊκού ιδεαλισμού είναι αυτό που διακρίνουμε ως μορφές συντηρητισμού που υπάρχουν στο ανερχόμενο στάδιο του δυτικού πολιτιστικού κύκλου. 



Όταν καταλάβουμε απόλυτα αυτή τη βασική άποψη θα γίνει πολύ πιο εύκολα αντιληπτός ο χαρακτήρας της Γαλλικής Επανάστασης ως νίκη του φιλελευθερισμού και αυτός της Αγγλικής Επανάστασης ως νίκη του συντηρητισμού. Διότι γνωρίζουμε ότι περίπου από το 1500 η φιλελεύθερη ιδέα γινόταν κυριάρχη και ότι περίπου το 1350 μια συντηρητική εποχή ξεκινούσε - και τα διαφορετικά λεξιλόγια που χρησιμοποιήθηκαν σε εκείνες τις παλιές μέρες ή οι διάφορες μορφές που εξαρτήθηκαν από τις διάφορες φάσεις ωρίμανσης δεν είναι πλεον σε θέση να κρύψουν τις βασικές ιδέες. 


Ο «Νόμος της Τριαδικής Πολικότητας» όχι μόνο μας δίνει μια εξ΄ολοκλήρου νέα ερμηνεία και εκτίμηση του παρελθόντος αλλά μας παρέχει μία εκτίμηση του παρόντος και μία ερμηνεία του μέλλοντος. Αντιλαμβανόμαστε ότι οι καιροί εκπληρώνονται γιατί η κυρίαρχη εποχή του φιλελευθερισμού και οι μορφές του (καπιταλισμός, ατομικισμός, υλισμός) πλησιάζουν στο τέλος τους και γιατί από το 1914 το εκρεμμές του ρολογιού της μοιράς ταλαντεύεται προς μία νέα εποχή όπου ο συντηρητισμός θα κυριαρχήσει με τις μορφές του σοσιαλισμού, του εθνικισμού και του λαϊκού ιδεαλισμού, των οποίων την ισχυρή εξέγερση και έκρηξη αποκαλούμε γερμανική επανάσταση. 


Θα ήθελα να καταστήσω σαφές ότι η αποδοχή αυτών των φιλοσοφικών θεμελίων δεν πρέπει να θεωρείται ως μια προ-έγκριση των πολιτικών και οικονομικών πραγματειών που θα ακολουθήσουν. Αλλά το θεώρησα και το θεωρώ ως υποχρέωση μου, ως ζήτημα προσωπικής ευπρέπειας, να αναφερθώ, έστω συνοπτικά, στις βαθύτερες πηγές από τις οποίες εγώ ο ίδιος άντλησα τις εποικοδομητικές μορφές τις οποίες πρόκειται να εξηγήσω, παρόλο που άλλοι μπορεί να επιθυμούν να μελετήσουν αυτές τις μορφές για οπορτουνιστικούς λόγους ή μπορεί να φτάσουν στα ίδια αποτελέσματα με πολύ διαφορετικούς τρόπους. 


Εν πάσει περιπτώσει θα ήθελα να επιμείνω στο ότι είναι μέγιστης σημασίας για όλους όσους θέλουν παίξουν ενεργό ρόλο να έχουν μία ιγιή και ενοποιημένη φιλοσοφική άποψη (που για άλλους μπορεί να φαίνεται μία απλή υπόθεση) - πολύ περισσότερο επειδή η ποικιλομορφία της ζωής θα παρουσιάζει συνεχώς νέα καθήκοντα «εκτός των σχεδίων» και επειδή η αντιμετώπιση αυτών (συνειδητά ή ασυνείδητα) θα διευκολύνεται από τα νερά που αντλούνται από τα βαθιά πηγάδια της φιλοσοφίας. 






Σημειώσεις: 


[1]: Εδώ ο Στράσσερ ανεφέρεται στην άποψη που εξέφρασε ο Κάρολος Δαρβίνος ότι ο άνθρωπος διακατέχεται από δύο ένστικτα: την αίσθηση της αυτοσυντήρησης και παράλληλα τον αλτρουϊσμό. Στα αγγλικά οι δύο όροι περιγράφονται ως self-preservation impulse και impulse to help αντίστοιχα. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα ο Όττο θεωρεί το πρώτο χαρακτηριστικό στοιχείο του φιλελευθερισμού και το δεύτερο χαρακτηριστικό στοιχείο του συντηρητισμού. 

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

Χιτλερισμός εναντίον Στρασσερισμού

 



Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα από το κεφάλαιο «Χιτλερισμός εναντίον Στρασσερισμού» του βιβλίου του Όττο Στράσσερ «Ο Χίτλερ και Εγώ». Στο εν λόγω βιβλίο ο Όττο Στράσσερ παρουσιάζει αναλυτικά την σχέση που ανέπτυξε με τον Αδόλφο Χίτλερ, τις παρατηρήσεις του γύρω από την προσωπικότητα του, τα αίτια που οδήγησαν στην ρήξη των δύο ανδρών και την όλη προσπάθεια διαφυγής του από την εκδικητική μανία του Φύρερ του Τρίτου Ράιχ. Στο συγκεκριμένο τμήμα παρατίθενται οι ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στους δύο πόλους του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και γίνεται μια ενδότερη παρουσίαση των απόψεων που χαρακτήριζαν την λεγόμενη «αριστερή» τάση του NSDAP. Να τονιστεί ότι το παρόν άρθρο δεν έχει σκοπό να ανακινήσει κάποια ανώφελη διαμάχη μεταξύ «Χιτλερικών και «Στρασσερικών» αφού για εμάς δεν υπάρχουν παρά μόνο εθνικοσοσιαλιστές και ακροδεξιοί. Το αν κάποιοι φορούν το προσωπείο του εθνικοσοσιαλιστή για να χύσουν ακροδεξιό δηλητήριο είναι άλλο θέμα. Κύριος σκοπός του άρθρου είναι να καταδείξει τις αληθινές ιδέες του «στρασσερισμού» πέρα από την προπαγάνδα και την διαστρέβλωση που επικρατεί. Μάλιστα υπάρχουν ορισμένες θέσεις του Όττο οι οποίες δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Μια από αυτές είναι η επιθυμία του να καταστρέψει τον Πρωσσισμό. Για εμάς, όπως και για τους περισσότερους εθνικοσοσιαλιστές, το πρωσικό μιλιταριστικό πνεύμα το οποίο έλκει την καταγωγή του από την Αρχαία Σπάρτη και τον δωρικό τρόπο ζωής είναι αναπόσπαστο στοιχείο της κουλτούρας μας. Αν και πρέπει να επισημανθεί ότι είναι άλλο το πρωσικό στρατοκρατορικό πνεύμα και άλλο η διεφθαρμένη, μοναρχο-δεξιά, πρωσική κληρονομική αριστοκρατία που επέβαλε την «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών» και εν τέλει κατέστρεψε και το ίδιο το καθεστώς:




ΧΙΤΛΕΡΙΣΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΣΤΡΑΣΣΕΡΙΣΜΟΥ 



«Αρχικά δημιουργήσαμε μια δεκαπενθήμερη επιθεώρηση που προοριζόταν μόνο για τα στελέχη του Κόμματος. Την ονομάσαμε «Εθνικοσοσιαλιστικά Γράμματα»


Το δεύτερο βήμα ήταν να επεξεργαστούμε ένα οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό πρόγραμμα. Στον οικονομικό τομέα ήμασταν αντίθετοι στον μαρξισμό και τον καπιταλισμό. Προβλέψαμε μια νέα ισορροπία στη βάση της «κρατικής φεουδαρχίας». Το Κράτος επρόκειτο να γίνει ο μοναδικός ιδιοκτήτης της γης την οποία θα μίσθωνε σε ιδιώτες (για το τι εννοεί ο Στράσσερ πατήστε ΕΔΩ και ΕΔΩ). Όλοι θα ήταν ελεύθεροι να κάνουν ότι επιθυμούσαν με την γη τους αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να την πουλήσει ή να την υπενοικιάσει αφού η ιδιοκτησία θα ανήκε στο κράτος. Με αυτό τον τρόπο ελπίζαμε να καταπολεμήσουμε την προλεταριοποίηση και να αποκαταστήσουμε το αίσθημα ελευθερίας στους συμπολίτες μας. Κανένας άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος αν δεν είναι οικονομικά ανεξάρτητος. 


Προτείναμε την εθνικοποίηση μόνο του πλούτου που δεν μπορούσε να πολλαπλασιαστεί κατά βούληση, δηλαδή της γης και της βιομηχανίας. 


Στον πολιτικό τομέα απορρίψαμε την ολοκληρωτική ιδέα υπέρ του φεντεραλισμού. Η Βουλή θα αποτελείται από εκπροσώπους των επιχειρήσεων αντί για εκπροσώπους των κομμάτων. Αυτές τις χωρίσαμε σε πέντε ομάδες: εργάτες, αγρότες, υπαλλήλους και αξιωματούχους, βιομηχάνους και ελεύθερους επαγγελματίες (περισσότερα ΕΔΩ). Πολιτικά η Γερμανία θα ήταν αποκεντρωμένη και χωρισμένη σε καντόνια σύμφωνα με το ελβετικό μοντέλο. Η Πρωσία θα έχανε την Ρηνανία, την Έσση, το Ανόβερο, τη Σαξονία και το Σλέσβιχ-Χόλσταιν. Όλες οι παραπάνω περιοχές θα γίνονταν αύτονομα καντόνια. Η διοίκηση κάθε καντονίου από τον κυβερνήτη μέχρι τον πιο ταπεινό αχθοφόρο θα ήταν αποκλειστικά στα χέρια των ιθαγενών της περιοχής. 


Η ευημερία της χώρας θα εξασφαλιζόταν από την εθνικοποίηση της βαριάς βιομηχανίας και την διανομή των μεγάλων κτημάτων ως κρατικά φέουδα. 


Το πρόγραμμα μας προέβλεπε την καταστροφή του πρωσικού μιλιταρισμού. Με το νέο σύνταγμα θα υπήρχε είτε ένας μικρός επαγγελματικός στρατός είτε μια πολιτοφυλακή στα πρότυπα της Ελβετίας. 


Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής φυσικά απαιτούσαμε ισότητα μεταξύ των εθνών και την παύση του εξοστρακισμού της Γερμανίας. Δεν είχαμε εδαφικές απαιτήσεις και προσβλέπαμε στην διεξαγωγή έντιμων δημοψηφισμάτων στις αμφισβητούμενες περιοχές. Περαιτέρω αποζητούσαμε μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία, βασισμένη στις ίδιες αρχές με αυτές της Ομοσπονδιακής Γερμανίας, η οποία θα οδηγούσε στον αφοπλισμό των ευρωπαϊκών εθνών, σχηματίζοντας ένα στέρεο μπλοκ στο οποίο κάθε χώρα θα διατηρούσε την αυτοδιοίκηση της, τα έθιμα της και την θρησκεία της. Η κατάργηση των δασμολογικών τειχών θα δημιουργούσε ένα είδος ευρωπαϊκής αυτάρκειας με το ελέυθερο εμπόριο να επικρατεί παντού στην Ήπειρο μας. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξίσου επιθυμητό στον οικονομικό και στον πολιτιστικό τομέα. 


Ο πόλεμος του 1914 ήταν το αποτέλεσμα της προοδευτικής αποσύνθεσης των παλαιών οικονομικών και πολιτιστικών αρχών. Η ανασυγκρότηση, κατά την γνώμη μας, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με βάση μια νέα τάξη πραγμάτων που θα αποκαθιστούσε την αρμονία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, ατόμου και κοινότητας. Η λέξη «αρμονία» απέρριπτε κάθε έννοια δικτατορίας. Δεν θα υπήρχε δικτατορία ούτε ταξική, ούτε φυλετική. Η αρμόνια επίσης επρέπε να αποκατασταθεί και μεταξύ του ανθρώπου και του Θεού, του λαού και της θρησκείας. Όλα τα ψυχολογικά προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί στις αρχές του αιώνα ήταν απότοκα του υλισμού και της θεοποίησης της τεχνολογίας με άμεσο αποτέλεσμα μια βαθύτατη αποθάρρυνση.  Με λίγα λόγια η αρμονία σε κάθε τομέα ήταν ο πρωταρχικός και θεμελιώδης στόχος μας. Η αρμονία επιτρέπει την ενότητα μεταξύ διαφορετικών στοιχείων και είναι εχθρός της τυποποίησης. 


Είχα προσπαθήσει πολλές φορές να πείσω τον Χίτλερ αλλά οι ιδέες μου ήταν πολύ ξένες για την νοοτροπία του. Για αυτόν αρμονία σήμαινε ομοιομορφία, στήλες ανδρών και γυναικών που βαδίζουν με το βήμα της χήνας δίνοντας τον ίδιο χαιρετισμό και φωνάζοντας τα ίδια λόγια».













Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021

Ο Στρασσερισμός για την ατομική ιδιοκτησία (Μέρος Β)

 


Το μέρος Α ΕΔΩ








Εισαγωγή:


Στο πρώτο μέρος το οποίο μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ καταδείξαμε την νέα μορφή που ήθελε να αποδώσει ο Όττο Στράσσερ στην ατομική ιδιοκτησία μετατρέποντας την σε «επικαρπία» σε ένα σύστημα κρατικής φεουδαρχίας όπου το κράτος ως εκπρόσωπος της εθνικής κοινότητας είναι ο απόλυτος φεουδάρχης-ιδιοκτήτης που εκχωρεί δικαιώματα εκμετάλλευσης σε μεμονωμένα άτομα. Τα μέσα παραγωγής, ο ορυκτός πλούτος και η γη βρίσκονται στην ιδιοκτησία του έθνους το οποίο την παραχωρεί ως κληροδότημα σε «κατόχους» υπό την προϋπόθεση πως αυτοί θα τα χρησιμοποιήσουν για την κάλυψη των αναγκών του εθνικού συνόλου. Το σύστημα της «επικαρπίας» εκφράζει την απόρριψη του Όττο Στράσσερ προς τον μαρξιστικό «κρατικό σοσιαλισμό» και την υιοθέτηση μιας πολιτικής αποπρολεταριοποιήσεως των Γερμανών στα πλαίσια του εθνικοσοσιαλισμού. Ο Όττο αναγνώριζε ότι ο άνθρωπος έχει την ανάγκη της ανεξαρτησίας, της δημιουργικής ασχολίας, της υπευθυνότητας αλλά και της προσωπικής φροντίδας του βιοπορισμού του και έτσι ζητούσε την ευθύτητα του ατόμου επί της επικαρπίας του. Στο παρόν κείμενο το οποίο είναι μεταφρασμένο τμήμα από το ιδεολογικό του μανιφέστο «Germany Tomorrow» και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από το εθνικοσοσιαλιστικό ιστολόγιο «ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ» (μπορείτε να το βρείτε πρωτότυπο ΕΔΩ) ο Όττο εκφράζει την αποδοκιμασία του προς τον μαρξιστικό «κρατικό σοσιαλισμό» όπου οι εργάτες απελευθερώνονται από τους καπιταλιστές και υποδουλώνονται σε μία κομμουνιστική γραφειοκρατία η οποία σχηματίζει μια νέα διοικούσα-άρχουσα τάξη. Πιστεύει πως ο αληθινός σοσιαλισμός θα επιτευχθεί μόνο μέσα από την ελευθερία του εργαζομένου και τη φυσική ενασχόληση του προσωπού με την «περιουσία» του (υπό την έννοια της επικαρπίας όπως δόθηκε στο προηγούμενο μέρος) και έτσι καλεί σε μία σοσιαλιστική προστασία της ατομικότητας. 




ΑΠΟΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ



«Αυτή η συστηματοποιημένη μέθοδος «επικαρπίας» αφορά επιπλέον και μια εμφατική απόρριψη οποιασδήποτε μορφής κρατικού καπιταλισμού, που αποκαλείται ευφημιστικά κρατικός σοσιαλισμός.


Η ανάγκη για την αποκήρυξη πρέπει να εξηγηθεί λεπτομερώς, ιδιαιτέρως επειδή όχι μόνο οι Μαρξιστές αλλά και πολλοί μη-Μαρξιστές οι οποίοι εργάζονται για την «εθνική κατευθυνόμενη οικονομία» φιλοδοξούν στον κρατικό καπιταλισμό, ή, όπως προτιμούν να λένε, τον κρατικό σοσιαλισμό.


Εφόσον αυτό θα περιελάμβανε και τη μεταφορά όλων των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στην κοινότητα, αντιπροσωπευόμενη απ’ το κράτος, έρχεται σε πλήρη αρμονία με τους σκοπούς του γερμανικού σοσιαλισμού.


Όμως, όταν μιλάμε για τη συνέχιση λειτουργίας των επιχειρήσεων απ’ το κράτος ή τα όργανά του, οι Γερμανοί σοσιαλιστές (σ.σ εννοεί τους εθνικοσοσιαλιστές) εναντιώνονται παθιασμένα σε μια τέτοια μέθοδο, διότι με αυτόν τον τρόπο η πνευματική αποπρολεταριοποίηση, η ανάπτυξη της δημιουργικής ενέργειας κι η υποστήριξη της απόλαυσης στην υπευθυνότητα θα εξασθένιζαν ακόμη περισσότερο απ’ όσο έχουν εξασθενίσει στο ατομικό καπιταλιστικό σύστημα. Για να μην αναφέρουμε το γεγονός ότι εκείνοι οι οποίοι θα έπρατταν το έργο τους θα ήταν ακόμη περισσότερο υπό τον ζυγό του εργοδότη τους.


Κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη κατάρα του προλεταριακού βίου είναι η έλλειψη ή η διαρκής καταστολή της λαχτάρας για ανεξαρτησία, κι ως εκ τούτου θεωρώ πως η πνευματική αποπρολεταριοποίηση πρέπει να είναι ο βασικός στόχος ώστε να παρέχει ανεξαρτησία στους εργάτες στις πόλεις αντί να υπονομεύσει την ανεξαρτησία των αγροτών και των μελών της μεσαίας τάξης μέσω της προλεταριοποίησής των.


Επιπλέον, πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψιν την αυξημένη υπεξουσιότητα όλων των «χεριών» -σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και προσωπικό επίπεδο- όταν το κράτος γίνεται εκτός από εργοδότης τους και το μόνο δικαστήριο στο οποίο θα προσφύγουν. Υπό τον ατομικό καπιταλισμό το κράτος πρέπει πάντα να είναι αρκούντως αμερόληπτο στη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη, κι αυτό ωφελεί τον εργάτη (εφόσον ο εργάτης ο οποίος έχει να παραθέσει κάποιο παράπονο, είναι σε κάθε περίπτωση ισότιμος με κάθε άλλον εργάτη, όντας φορολογούμενος και στρατιώτης).


Όμως, στον κρατικό καπιταλισμό δεν υπάρχει αυτή η αμεροληψία εφόσον ο εργοδότης και το κράτος είναι ένα και το αυτό, η ίδια αρχή.


Γνωρίζω ότι οι ριζοσπαστικοί Μαρξιστές προσπαθούν να ακυρώσουν αυτό το επιχείρημα επισημαίνοντας ότι το δικό τους «κράτος» αποτελεί δικτατορία του προλεταριάτου, στην οποία δεν μπορεί να υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ εργαζομένου και κράτους. Ωστόσο, για όσο θα υπάρχει η γραφειοκρατία, δεν θα υπάρχει αγνή δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά μόνο η επικράτηση μιας τάξης, της τάξης των ανωτέρων υπαλλήλων, επί της μεγάλης μάζας του εργαζόμενου λαού, η οποία είναι κατά πολύ περισσότερο υποτελής στην ταξική κυριαρχία της γραφειοκρατίας απ’ όσο είναι σήμερα υποτελής στην ταξική κυριαρχία των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής στο καπιταλιστικό σύστημα.


Καθοριστικά υπέρ του σχεδίου «επικαρπίας» μας είναι η λαϊκή αντίληψη ότι η ύπαρξη χιλίων ανεξάρτητων αγροτών συμβάλλει ένα εκατομμύριο φορές στην ευημερία του λαού περισσότερο, από ότι χίλιοι αγροτικοί εργάτες στη δούλεψη του κράτους. Μ’ άλλα λόγια, ο κρίσιμος στόχος του γερμανικού σοσιαλισμού πρέπει να είναι να κάνει τον αριθμό των οικονομικώς ανεξάρτητων ατόμων όμοιο με τον αριθμό των πολιτών οι οποίοι υπάρχουν στην πραγματικότητα, εμπνεόμενοι από την επιθυμία για ανεξαρτησία.


Η αποκήρυξη του κρατικού καπιταλισμού και του κρατικού σοσιαλισμού είναι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά του γερμανικού σοσιαλισμού. Στο παρόν σημείο ο γερμανικός σοσιαλισμός δίνει έκφραση εξίσου στον αγνώς συντηρητικό σκεπτικισμό της οργάνωσης και στη λαϊκή απέχθεια για τη γραφειοκρατεία, καθώς επίσης ομολογεί την πίστη του στην ατομικότητα, η οποία απειλείται εξίσου από την κυριαρχία της μάζας κι απ’ την κομματική δικτατορία. Θα επανέλθουμε σ’ αυτό όταν θα αναλύσουμε το Κράτος.


Οι Φασίστες κι οι Κομμουνιστές ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο στη δοξολογία του κράτους, στην καταστολή της οικονομικής και της προσωπικής ανεξαρτησίας, στον υπερβολικό εκθειασμό της εξουσίας και της επιτυχίας της οργάνωσης, των τάξεων, του σχεδιασμού και -ως τελευταία προϋπόθεση- της αστυνομίας.


Ακριβώς στον οικονομικό τομέα πρέπει να στοχεύουν επίτηδες οι Γερμανοί σοσιαλιστές για την ύψιστη ανεξαρτησία και την αυτονομία όλων των ικανών μελών του πληθυσμού και στο σύστημά τους, όσοι δεν καταφέρνουν να φτάσουν στην ατομική οικονομική αυτονομία θα αποκτούν -μέσω της δημιουργίας συνεταιρισμών- ένα σημαντικό μέτρο αυτής της ανεξαρτησίας το οποίο αποτελεί το μόνο χώμα στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί ένας σταθερός χαρακτήρας.


Σ΄ αυτή τη λαϊκή (μη-οικονομική) μέλλουσα κατάσταση οι Γερμανοί σοσιαλιστές υποτάσσουν σκοπίμως κάθε άποψη του τύπου «ό,τι έχει μεγαλύτερο κέρδος», «το μεγαλύτερο καλό από το μεγαλύτερο νούμερο» κλπ.»










Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

Ο Στρασσερισμός για την ατομική ιδιοκτησία (Μέρος Α)

 




Εισαγωγή:


Το κείμενο που ακολουθεί (το οποίο είναι αναδημοσίευση από το ιστολόγιο ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ) αποτελεί μεταφρασμένο απόσπασμα από το ιδεολογικό μανιφέστο του Όττο Στράσσερ «Germany Tomorrow» και εκθέτει την αντίληψη του συγγραφέα γύρω από τον θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας.  Εν ολίγοις ο Όττο Στράσσερ, φιλοσοφικός θεμελιώτης των ιδεών του στρασσερισμού, αρνείται τον θεσμό της ιδιοκτησίας στον νομικό της πυρήνα δηλαδή στην υποτιθέμενη «ιερότητα» της και την δυνατότητα να την χρησιμοποιεί ο καθένας όπως επιθυμεί αλλά παράλληλα δεν συμφωνεί με την μαρξιστική θέση του ισοπεδωτισμού και του βάρβαρου εξισωτισμού μέσω της πλήρους επιβολής του «κρατικού σοσιαλισμού» που κράταει τους εργάτες σε μια κατάσταση προλεταριοποιήσεως, μόνο που αυτή τη φορά αντί να είναι σκλάβοι των καπιταλιστών είναι των κομισάριων του κομμουνιστικού κόμματος. Αντιπαραβάλλει την έννοια της «επικαρπίας» (στα αγγλικά ορίζεται ως entail) μια λέξη άγνωστη στο ευρύ κοινό η οποία στα λεξικά περιγράφεται ως το δικαίωμα κάποιου να χρησιμοποιεί ιδιοκτησία που ανήκει στην υψηλή κυριότητα κάποιου άλλου. Ακριβώς έτσι ο όρος νοηματοδοτείται και από το ακόλουθο κείμενο που περιγράφει μια ιδανική κατάσταση όπου η ιδιοκτησία της γης, του ορυκτού πλούτου και των μέσων παραγωγής ανήκει στο έθνος το οποίο την παραχωρεί ως κληροδότημα μέσω του κράτους σε μεμωνομένα άτομα τα οποία με την σειρά τους έχουν χρέος να τη χρησιμοποιήσουν προς όφελος του εθνικού συνόλου ενώ καμία «ιερότητα» δεν αποτρέπει την ανα πάσα στιγμή αποστέρηση της αφού η «ιδιοκτησία» του κατόχου δεν ανήκει σε αυτόν αλλά στην εθνική κοινότητα. Κατά βάση είναι μια κρατική φεουδαρχία όπου το Κράτος είναι ο απόλυτος φεουδάρχης που εκχωρεί δικαιώματα εκμετάλλευσης. Ο Όττο Στράσσερ κατανοώντας ότι η ανθρώπινη φύση έχει την ανάγκη της υπευθυνότητας, της ανεξαρτησίας και της δημιουργικής ασχολίας προκρίνει αυτή τη λύση ως μια πλήρη απόρριψη του μαρξιστικού «κρατικού σοσιαλισμού» αναγνωρίζοντας ότι μόνο έτσι θα επιτευχθεί η πολυπόθητη αποπρολεταριοποίηση των Γερμανών και η υπέρβαση του καπιταλισμού μέσα στα πλαίσια του εθνικοσοσιαλισμού. Ο «κάτοχος» φροντίζει για τον βιοπορισμό του, την δημιουργική του εργασία και χαίρει της ανεξαρτησίας του ενώ παράλληλα εργάζεται προς όφελος του λαού του χωρίς να μπορεί να πράξει ασύδοτα όπως του επιτρέπει το καπιταλιστικό σύστημα. Έτσι αχρηστεύεται τόσο ο φιλελεύθερος ατομισμός, όσο και ο μαρξισμός ενώ συνδυάζεται η εθνικοποιημένη οικονομία με την ευθύτητα του προσώπου επί της «επικαρπίας» του: 




Ο ΣΤΡΑΣΣΕΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ


Καπιταλιστική Οικονομική Νομοθεσία.


«Η καπιταλιστική οικονομική νομοθεσία η οποία θεσπίζει ότι «η ατομική ιδιοκτησία είναι ιερή», ότι «το άτομο μπορεί να διαθέσει όπως θέλει την ιδιοκτησία του» επίσης υπονομεύθηκε πλήρως από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1918). Στις καρδιές των ανθρώπων εξαπλώθηκε το συναίσθημα ότι υπήρχε κάτι το θεμελιωδώς άδικο σε ένα σύστημα το οποίο αποκήρυξε την ηθική απαίτηση για εξασφάλιση έναντι της εξαθλίωσης και της πείνας και το οποίο επέφερε ή διατήρησε ένα αντικοινωνικό διαχωρισμό του πληθυσμού σε μια τάξη εκμεταλλευτών και μια τάξη εκμεταλλευομένων, αποκλείοντας τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών από οποιοδήποτε μερίδιο στην περιουσία, την διακυβέρνηση και την προκοπή του έθνους.


Σε κάθε άτομο έγινε ξεκάθαρο, ότι ένα τέτοιο απεριόριστο δικαίωμα από την πλευρά του ιδιοκτήτη «να κάνει ότι θέλει με την ιδιοκτησία του» συγκρουόταν με τα ζωτικά συμφέροντα του λαού και ότι δεν μπορούσε να υπάρξει οποιαδήποτε εσωτερική δικαιολόγηση ενός τέτοιου δικαιώματος, τη στιγμή που όλο το έθνος καλούνταν να χύσει το αίμα του για την υπεράσπιση αυτής της «ιδιοκτησίας».


Αυτές οι εμπειρίες κατέστησαν αδύνατη την εκ νέου αναγνώριση από το Γερμανικό λαό της καπιταλιστικής νομοθεσίας που αφορούσε την «ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας». Είναι αποφασιστικής σημασίας σε αυτό το θέμα η διάκριση ανάμεσα στα προϊόντα που μπορούν να αυξηθούν σε ποσότητα όσο επιθυμούμε και σε αυτά που δεν μπορούν, λόγω της μονοπωλιακής ή ολιγοπωλιακής τους φύσης.


Αφού η ίδια η ύπαρξη ενός λαού εξαρτάται από αγαθά τα οποία υπάρχουν σε περιορισμένη ποσότητα (καλλιεργήσιμη γη, ορυκτός πλούτος και -με κάποιες επιφυλάξεις- τα μέσα παραγωγής γενικά), ο λαός ως σύνολο εξαρτάται ευθέως από τους ιδιοκτήτες αυτών των αγαθών. Αν το δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία επί των μονοπωλίων, θεωρηθεί έγκυρο, όπως συμβαίνει στον καπιταλισμό, τότε τα άτομα στα οποία «ανήκουν» τα μονοπώλια μπορούν να καθορίζουν τη ζωή ή το θάνατο εκατομμυρίων συμπατριωτών τους. Η οικονομική δύναμη η οποία συσσωρεύεται με αυτόν τον τρόπο στους ιδιοκτήτες των μονοπωλίων είναι η ουσιώδης κατάρα του καπιταλισμού και απαραιτήτως συμπεριλαμβάνει τη σκλαβιά της εξαρτώμενης πλειοψηφίας του πληθυσμού, μια σκλαβιά που ακτινοβολείται από το οικονομικό πεδίο στο πολιτικό και το οικονομικό.


Κανένα κράτος, όσο οξύνοες και έντιμοι κι αν είναι αυτοί που το διοικούν, δεν μπορεί να διασφαλίσει αποτελεσματικά τα συμφέροντα της πλειοψηφίας του μη έχοντος πληθυσμού, δηλαδή αυτών που η ίδια η ζωή τους εξαρτάται από την πρόσβαση και τη χρήση των μονοπωλίων, αν το νομικό σύστημα της χώρας αναγνωρίζει την ατομική ιδιοκτησία επί αυτών των μονοπωλίων, με τους ιδιοκτήτες να χρησιμοποιούν κατά τη θέλησή τους την περιουσία τους.


Επομένως ηθικοί και οικονομικοί λόγοι συνδυάζονται και επάγουν στους ανθρώπους στις μέρες μας την αποκήρυξη, όσον αφορά τα μονοπώλια, των οικονομικών νόμων του καπιταλισμού που απορρέουν από την αρχή ότι: «η ατομική ιδιοκτησία είναι ιερή».


Θεμελιωδώς διαφορετική είναι, σε θέμα αρχής, η ιδιοκτησία των προϊόντων των οποίων η ποσότητα μπορεί να αυξηθεί πρακτικά απεριόριστα, δηλαδή τα καταναλωτικά αγαθά οποιουδήποτε είδους. Η ιδιοκτησία τους (και θα δούμε μετά πως αυτό εφαρμόζεται και στο χρήμα) δεν δημιουργεί καμιά οικονομική ισχύ επί των μη εχόντων, αφού οι τελευταίοι δεν εξαρτώνται από προϊόντα που οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να αυξηθεί η ποσότητά τους και έτσι δεν εξαρτώνται από τους κατόχους αυτών των προϊόντων.



Ατομική Ιδιοκτησία.


Ο μετασχηματισμός της οικονομικής πολιτικής μέσω της εδραίωσης της αυτάρκειας, μέσω του κρατικού μονοπωλίου στο εξωτερικό εμπόριο και μέσω της υιοθέτησης εγχώριου συναλλαγματικού προτύπου, τα οποία εντάσσονται στον περιεκτικό όρο της «σχεδιασμένης οικονομίας», θεωρούνται σήμερα ως απαραίτητα από πολυάριθμες ομάδες στη Γερμανία και αλλού στην Ευρώπη. Αλλά αυτή η θεωρητική αναγνώριση της «σχεδιασμένης οικονομίας» θα παραμείνει στείρα για όσο αυτές οι ομάδες εξακολουθούν να συνδέονται με την κυρίαρχη καπιταλιστική οικονομική νομοθεσία η οποία διακηρύττει ότι «η ατομική ιδιοκτησία είναι ιερή».


Ως εκ τούτου ο εθνικοσοσιαλιστής πρέπει σε αυτό το σημείο να επιμείνει με την μέγιστη δυνατή έμφαση, στην κατάργηση του κυρίαρχου οικονομικού νόμου της ατομικής ιδιοκτησίας[1], καθώς η κατάργησή της αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για μια ευφυή και αποτελεσματική «σχεδιασμένη οικονομία».


Αυτός που υπερασπίζεται γενικά τη διατήρηση της ατομικής ιδιοκτησίας, στο έδαφος, στον ορυκτό πλούτο, και στα μέσα παραγωγής γενικότερα, όχι μόνο απαρνιέται τον Γερμανικό σοσιαλισμό αλλά επίσης υπερασπίζεται αυτό που καθιστά τη σχεδιασμένη οικονομία ανέφικτη όσο διακαώς και να την επιθυμεί θεωρητικά.


Το παραπάνω συμπέρασμα προκύπτει χωρίς άλλη φασαρία από την ίδια τη φύση του ισχυρισμού του ιδιοκτήτη ότι έχει το δικαίωμα «να κάνει ότι θέλει με την περιουσία του», ισχυρισμός ο οποίος σχηματίζει τον πυρήνα της νομικής υπόστασης της «ατομικής ιδιοκτησίας». Όσο ο ιδιοκτήτης της γης, του ορυκτού πλούτου που βρίσκεται στο υπέδαφος, και των μέσων παραγωγής γενικότερα, μπορεί να κάνει ότι τον ευχαριστεί με την «ιδιοκτησία» του, όσο ο αγρότης μπορεί να καλλιεργεί ή όχι τα χωράφια του κατά το δοκούν, όσο ο ιδιοκτήτης ενός ανθρακωρυχείου μπορεί να εξορύσσει κάρβουνο ή όχι κατά πως επιθυμεί, όσο ο εργοστασιάρχης μπορεί να θέτει το εργοστάσιό του σε λειτουργία ή να το αφήνει σε αδράνεια ανάλογα με την επιθυμία του, τόσο η σχεδιασμένη οικονομία θα είναι ανέφικτη (για να μην αναφέρουμε το προνόμιο του ιδιοκτήτη να πουλήσει την ιδιοκτησία του σε ένα ξένο άτομο,επιχείρηση ή κράτος κάτι που θα επέφερε μοιραίο πλήγμα στη Γερμανική σχεδιασμένη οικονομία).


Για τους παραπάνω λόγους, καθώς και για ηθικούς λόγους που έχουν ήδη καθοριστεί, η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στο έδαφος[2], στον ορυκτό πλούτο και στα μέσα παραγωγής γενικά είναι η κύρια απαίτηση του Γερμανικού σοσιαλισμού και αποτελεί προϋπόθεση για μια σχεδιασμένη εθνική οικονομία.


Η ίδια απαίτηση εγείρεται από όλους τους Μαρξιστές, και μέχρις αυτού του σημείου είναι σοσιαλιστές, παρά το γεγονός ότι η αποτελεσματικότητα και η καρποφορία αυτής τους της απαίτησης εμποδίζεται και θα εμποδίζεται από τον φιλελεύθερο διεθνισμό τους. Το θεωρώ σκόπιμο να σταθούμε πάνω στην ταυτότητα της απαίτησης σε αυτό το θέμα, όπως αυτή εγείρεται, τόσο μεταξύ των Εθνικοσοσιαλιστών, όσο και μεταξύ των Μαρξιστών, θεωρώντας την ως ένα προοίμιο της επιμονής μας στις διαφορές, όσον αφορά τις δομικές μεθόδους, ανάμεσα στο Γερμανικό σοσιαλισμό και τον Μαρξισμό.



Επικαρπία.


Αυτές μας οι διαφορές βασίζονται πάνω στη διαφορετική μας άποψη για τη φύση των ανθρώπων και ειδικότερα των Γερμανών. Η βιολογική και ιστορική εμπειρία αποκλείει τη δυνατότητα, όχι μόνο οποιασδήποτε αλλαγής στην ανθρώπινη φύση, αλλά ακόμα και την πρόθεση για αλλαγή. Η πολιτική μας αποστολή είναι λοιπόν να μελετήσουμε την ανθρώπινη φύση των Γερμανών και να της επιτρέψουμε να εκφραστεί μέσα από τους οικονομικούς και κοινωνικούς μας φορείς.


Δεν πρέπει να επιβάλουμε μια οικονομική θεωρία στους Γερμανούς, αλλά αντίθετα πρέπει να συναχθεί μια οικονομική θεωρία μέσα από τη φύση των Γερμανών, και ειδικότερα πρέπει να σχηματίσουμε ένα οικονομικό σύστημα υπό το οποίο οι Γερμανοί να ζήσουν και να αναπτυχθούν (αν σε ότι ακολουθεί ασχολούμαστε αποκλειστικά με τους Γερμανούς, είναι κυρίως για να περιορίσουμε το πεδίο μας, και όχι από κάποια αλαζονική προκατάληψη).


Πρώτα απ’ όλα επιμένω ότι οι Γερμανοί έχουν ένα πόθο για το δικό τους ιδιαίτερο ύφος, για ανεξαρτησία, για τη χαρά της υπευθυνότητας και της δημιουργίας. Η έλλειψη δυνατοτήτων για την ικανοποίηση αυτού του πόθου αποτελεί την αιτία για την έλλειψη στέγης, τη δυσαρέσκεια και την απώλεια σκοπού ύπαρξης των σύγχρονων Γερμανών. Υποφέρει, με μια λέξη, από τον προλεταριακό χαρακτήρα της ζωής του, την έλλειψη υπαρχόντων, από την απελπιστική προοπτική των γηρατειών του και από την εξάρτησή του στο παρόν. Η από-προλεταριοποίηση των Γερμανών πρέπει από εδώ κι εμπρός να είναι το κύριο έργο του Γερμανικού σοσιαλισμού.


Αυτή η από-προλεταριοποίηση είναι δυνατή μόνο βρίσκοντας υπάρχοντα για όλους τους Γερμανούς. Μόνο η κατοχή υπαρχόντων μπορεί να δώσει αυτή την ανεξαρτησία σκέψης και ανάπτυξης, αυτή τη σφραγίδα της δημιουργικής ενέργειας και την αίσθηση υπευθυνότητας η οποία μπορεί πραγματικά και αληθινά να ικανοποιήσει ένα Γερμανό. Αυτό μας φέρνει σε δύο φαινομενικά αντικρουόμενες απαιτήσεις του Γερμανικού σοσιαλισμού:



– Κανείς Γερμανός δεν πρέπει πλέον να έχει ατομική ιδιοκτησία σε έδαφος, ορυκτό πλούτο, και μέσα παραγωγής.


– Όλοι οι Γερμανοί να έχουν ιδιοκτησία στα παραπάνω.


Η διαφυγή από τη φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στις δύο απαιτήσεις του Γερμανικού σοσιαλισμού μπορεί να γίνει με κάτι το οποίο πρώτοι εμείς υπερασπιστήκαμε,την εισαγωγή της «επικαρπίας». Το έθνος, δηλαδή όλο το σώμα του Γερμανικού λαού, η ευρύτερη κοινότητα, είναι ο μόνος ιδιοκτήτης του εδάφους, των πρώτων υλών,του ορυκτού πλούτου και των μέσων παραγωγής γενικά, και το δικαίωμα για την εκμετάλλευσή τους εκχωρείται σε μεμονωμένους Γερμανούς ως «επικαρπία» ανάλογα με το αν είναι ικανοί και άξιοι αυτού. Για να κάνουμε αυτή την απαίτηση κατανοητή πρέπει να κάνουμε μια περιληπτική διάκριση ανάμεσα στην «ατομική ιδιοκτησία» [Eigentum] και την «κατοχή» [Besitz].


Το να έχει κάποιος κάτι ως ατομική ιδιοκτησία σημαίνει ότι μπορεί να κάνει ότι θέλει με αυτό, να το πουλήσει, να το τραυματίσει ή να το καταστρέψει ανάλογα με τη θέλησή του. Το να έχει κάποιος «κατοχή» ενός πράγματος σημαίνει επικαρπία, ότι σε κάποιον δίνεται το δικαίωμα να το χρησιμοποιεί, να το εκμεταλλεύεται, αλλά υπόκειται στη θέληση και την επίβλεψη ενός άλλου, του ουσιαστικού ιδιοκτήτη, του οποίου «ατομική ιδιοκτησία» είναι αυτό.


Ο ιδιοκτήτης του συνόλου της Γερμανικής εθνικής οικονομίας δεν θα είναι άλλος από εδώ και εμπρός από την ευρύτερη κοινότητα, το έθνος συνολικά. Αλλά το έθνος, ή η οργανωτική του μορφή, δηλαδή το κράτος, δεν θα διοικεί αυτή την οικονομία το ίδιο, αλλά θα την παραδώσει κατακερματισμένη με τη μορφή «επικαρπίας» προς εκμετάλλευση από μεμονωμένους Γερμανούς ή ομάδες Γερμανών. Το σύνθημα της επικαρπίας σχηματίζει τον πυρήνα του Γερμανικού σοσιαλισμού.


Μόνο η επικαρπία θα καταστήσει δυνατό το συνδυασμό της γενικής ευημερίας με τα ατομικά προνόμια κάτι το οποίο αποτελεί άλλο ένα στόχο του Γερμανικού σοσιαλισμού, καθώς συμμορφώνεται με τις αναφαίρετες απαιτήσεις της ανθρώπινης φύσης. Μη ανεκτό, λόγω του εξαιρετικά ανεπτυγμένου ατομισμού των Γερμανών και αναμφισβήτητα και των άλλων Ευρωπαίων, θα ήταν ένα οικονομικό ή κοινωνικό σύστημα το οποίο θα αντιστρατεύεται το προσωπικό κίνητρο του Γερμανού ή θα περιορίζει την ελευθερία του.


Το μοιραίο ελάττωμα του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, είναι ότι τα μονοπώλια και η γραφειοκρατία, που συνεχώς αυξάνουν, έχουν αποστερήσει από τις μάζες τη δυνατότητα να έχουν δική τους ζωή, να προοδεύσουν και να αποκτήσουν υπάρχοντα. Αυτή η προλεταριοποίηση με τα φρικτά οικονομικά της φαινόμενα και τα φρικτά πολιτιστικά της ελαττώματα δεν μπορεί να ξεπεραστεί με την παγκοσμιοποίηση της προλεταριακής έλλειψης υπαρχόντων. Η από-προλεταριοποίηση είναι απολύτως αναγκαία για τη θεραπεία αυτού του καρκίνου του καιρού μας. Εννοώ την εκχώρηση υπαρχόντων σε όλους τους εργαζόμενους της κοινότητας, είτε ως άτομα είτε ως συντεχνίες. Αυτό θα καταστεί εφικτό μέσω της επικαρπίας, η οποία για αιώνες αποτελούσε την νομοθετημένη μορφή του Γερμανικού και του Ευρωπαϊκού οικονομικού συστήματος και η οποία μέσω της αποδοτικής έντασης που δημιουργείται ανάμεσα στην ατομική θέληση και στο κοινοτικό πνεύμα, αντιπροσωπεύει το Γερμανικό και γενικότερα δυτικό τρόπο διευθέτησης των πραγμάτων …».





[1]: Όχι γενικά αλλά με την έννοια που αναφέρεται στην εισαγωγή.


[2]: Και η αντικατάσταση της με επικαρπίες. 




Το δεύτερο μέρος ΕΔΩ



Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2021

Αγώνας για τη Γερμανία




Το 1932 ο Γκρέγκορ Στράσσερ, Οργανωτικός Υπεύθυνος του Εθνικού Σοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος κυκλοφόρησε το έντυπο «Αγώνας για τη Γερμανία» (Kampf um Deutschland) στο οποίο εξέφραζε συμπηκνωμένα  την ατόφια και γνήσια ιδέα του εθνικοσοσιαλισμού χωρίς τις ακροδεξιές παρεκτροπές της. Το βιβλίο χρησίμευσε περισσότερο ως προπαγανδιστικό υλικό για το NSDAP (εκδόθηκε από το Franz-Eher-Verlag, τις επίσημες εκδόσεις του Κόμματος) αλλά αποτελεί μέχρι σήμερα μια ρητή δήλωση των αντικαπιταλιστικών και σοσιαλιστικών αρχών του Κινήματος όπως και των ιδεών του «στρασσερισμού». Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα του βιβλίου μεταφρασμένο στα ελληνικά και αναρτημένο από το εθνικοσοσιαλιστικό ιστολόγιο «ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ» το οποίο μπορείτε να βρείτε πρωτότυπο ΕΔΩ. Με την σείρα τους οι «ΜΑΥΡΕΣ ΛΕΓΕΩΝΕΣ» αναδημοσιεύουν το κείμενο έτσι ώστε να παρέχουν μια σείρα αναρτήσεων που θα παρουσιάζουν ολοκληρωμένα το ιδεολογικό ρεύμα του «στρασσερισμού» (που δεν είναι τίποτα παραπάνω από τον αυθεντικό εθνικοσοσιαλισμό) και θα καλύπτουν θεωρητικές αναζητήσεις ευελπιστώντας έτσι να μπει τέλος στις παραφιλολογίες και τα ψέματα των ακροδεξιών υποτακτικών του κεφαλαίου που επιχειρούν να θολώσουν τα νερά. Το ακόλουθο τμήμα του βιβλίου περιέχει αποσπάσματα από μερίκα προηγούμενα άρθρα του Γκρέγκορ Στράσσερ τα οποία μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ και ΕΔΩ.

«Τα ίδια τα λόγια του Γκρέγκορ Στράσσερ καταδεικνύουν καλύτερα από ότι ελπίζουμε οτί μπορούμε να κάνουμε και ότι μπορούμε να γράψουμε τη δημιουργική σημασία του γερμανικού σοσιαλισμού. Επιλέξαμε λοιπόν από το «Αγώνας για τη Γερμανία» που εκδόθηκε το 1932 από το Eher-Verlag τα ακόλουθα αποσπάσματα που ενσωματώνουν τις κατευθυντήριες γραμμές του εθνικοσοσιαλισμού και ορκίζουν όλους τους γνήσιους εθνικοσοσιαλιστές να συγκρίνουν τους στόχους της Ιδέας όπως περιγράφονται εδώ με τις πράξεις του συστήματος Χίτλερ». 


Όττο Στράσσερ 





ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ



«Εμείς οι εθνικοσοσιαλιστές είμαστε σοσιαλιστές, γνήσιοι, Γερμανοί εθνικοί σοσιαλιστές. Αποκηρύσσουμε κάθε προσπάθεια να μετριάσουμε αυτή την ιδέα χρησιμοποιώντας τη φράση «κοινωνικός μεταρρυθμιστής» αντί για τη λέξη σοσιαλιστής. Αυτή η αλλαγή λέξεων δεν αντιπροσωπεύει τίποτα άλλο από μια υποκριτική προσπάθεια να κρυφτούν τα πιο εξόφθαλμα ελαττώματα του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Στη καλύτερη των περιπτώσεων μπορεί να θεωρηθεί ως η προσπάθεια συμπονετικών και έντιμων ανθρώπων να θεραπεύσουν, τις πυορροούσες πληγές πάνω στο σώμα της οικονομικής μας ζωής και του λαού μας καλύπτοντας αυτές με λευκοπλάστη. Είμαστε σοσιαλιστές, και όχι απλώς κοινωνικοί μεταρρυθμιστές, και δε διστάζουμε να το πούμε, παρά το γεγονός ότι οι Μαρξιστές έχουν τόσο επώδυνα διαστρέψει το νόημα του όρου «σοσιαλισμός».


Τι εννοούμε όταν αυτοαποκαλούμαστε εθνικοσοσιαλιστές και γιατί είμαστε εθνικοσοσιαλιστές;


Ξεκινάμε με την ιδέα ότι το έθνος αποτελείται από άτομα με κοινή μοίρα. Η ύπαρξη κοινής μοίρας δηλώνει ότι υπάρχουν και κοινές ανάγκες κι αν υπάρχουν κοινές ανάγκες πρέπει να υπάρχει και κοινό ψωμί (στμ: δηλαδή κοινοί πόροι που να καλύπτουν τις κοινές ανάγκες).


Το εθνικιστικό κίνημα μας συναντά, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει κοινή μοίρα και κοινές ανάγκες, αλλά σταματάει όταν λέμε ότι αυτά απαραιτήτως συνεπάγονται και κοινό ψωμί (στμ: δηλαδή κοινούς πόρους). Κοινό ψωμί σημαίνει ότι η γη, τα μεταλλεύματα και οι ενεργειακοί της πόροι είναι περιουσία όλου του λαού, δηλαδή ολόκληρου του έθνους. Αυτή είναι η σημασία της παραπλανητικής Μαρξιστικής έκφρασης: «ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής». Καμία τάξη, ούτε καν η εργατική, δεν πρέπει να έχει στην ιδιοκτησία της τα μέσα παραγωγής. Ιδιοκτήτης είναι το έθνος ως σύνολο.


Αυτό υποδηλώνει μια επανάσταση –μια οικονομική επανάσταση;


Ναι σίγουρα το υποδηλώνει. Θέλουμε αυτή την οικονομική επανάσταση, ακριβώς όπως ο Βαρόνος φον Σταϊν κάποτε ήθελε μια οικονομική επανάσταση και τη πέτυχε, διασφαλίζοντας την εθνική ελευθερία των Γερμανών. Διότι τι άλλο από μια απέραντη οικονομική επανάσταση ήταν η εξάπλωση της απελευθέρωσης των δουλοπάροικων, μια επανάσταση την οποία οι τότε μεγιστάνες της φεουδαρχίας σίγουρα θα περιέγραφαν ως «μπολσεβίκικη» (αν υπήρχε τότε η λέξη) και την οποία πράγματι τότε περιέγραφαν ως «κίνδυνο για το κράτος», όπως περιγράφουν και τώρα οι καπιταλιστικοί κύκλοι τις εθνικοσοσιαλιστικές απαιτήσεις. Μόνο χάρη στην οικονομική επανάσταση της απελευθέρωσης των δουλοπάροικων, μόνο μέσα από την ενσωμάτωση του νεοϊδρυθέντος συστήματος των τάξεων στον οργανισμό του κράτους, απελευθερώσαμε τις ισχυρές δυνάμεις που απαιτούνταν και μόνο χάρη σε αυτό κατάφερε η Πρωσία του 1806 να γίνει η Πρωσία του 1812 και η Γερμανία του 1870.


Επιπλέον είμαστε βαθιά πεπεισμένοι ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος από την απελευθέρωση της εργατικής τάξης και την ενσωμάτωσή της στο Γερμανικό έθνος, ώστε η Γερμανία του 1918 να μετασχηματιστεί στην ελεύθερη Γερμανία του άμεσου μέλλοντος και στην μεγάλη Γερμανία του απώτερου μέλλοντος.


Εμείς οι εθνικοσοσιαλιστές αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχει μια μοιραία και αιτιώδης σύνδεση ανάμεσα στην εθνική ελευθερία του λαού μας και την οικονομική απελευθέρωση των Γερμανών εργατών. Έχουμε αναγνωρίσει ότι το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα με την εκμετάλλευση των οικονομικά αδύναμων, με τη ληστεία της εργατικής δύναμης των εργαζομένων, με τον ανήθικο τρόπο της αποτίμησης των ανθρώπινων όντων με βάση τον αριθμό των υλικών αγαθών και το ποσό των χρημάτων που κατέχουν, αντί της εσωτερικής τους αξίας και των επιτευγμάτων τους, πρέπει να αντικατασταθεί από ένα νέο και δίκαιο οικονομικό σύστημα, με μια λέξη από τον Γερμανικό σοσιαλισμό.


Είναι η βασική ιδέα του σοσιαλισμού, η οποία αν και Μαρξιστικά διαστρεβλωμένη, υλιστικά υποβαθμισμένη και δημαγωγικά γελοιοποιημένη, παρόλα αυτά ζει στα μυαλά πολλών εκατομμυρίων σοσιαλδημοκρατών και κομμουνιστών εργατών. Πρόκειται για αυτή την αρχαία Τευτονική αντίληψη της κοινής ιδιοκτησίας από όλη τη φυλή, από όλο το έθνος, του συνόλου των μέσων παραγωγής και της γης την οποία το άτομο που την καλλιεργεί την έχει μόνο ως αναπαλλοτρίωτο κληροδότημα και διαθέτει μόνο την επικαρπία της, την οποία του εμπιστεύεται η κοινότητα[1]. Αυτή η αντίληψη είναι ο ακρογωνιαίος λίθος πάνω στον οποίο βασίζεται η επιθυμία μας να αναδιαμορφώσουμε την οικονομική ζωή. Αυτή η αντίληψη, η οποία είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στις καρδιές των ανθρώπων που ακόμα και ένα άτομο που κλίνει προς τον καπιταλισμό βαθιά μέσα του την αποδέχεται, παρέχει την κινητήρια δύναμη στην εθνικοσοσιαλιστική ιδέα περί οικονομίας, κοινωνίας και κράτους.


Έχουμε μάθει ότι η εργασία είναι σπουδαιότερη από την ιδιοκτησία και ότι τα επιτεύγματα είναι σημαντικότερα από τα μερίσματα. Το πιο αξιοθρήνητο κληροδότημα του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος είναι ότι μας δίδαξε να κρίνουμε τα πάντα έχοντας ως κριτήρια: το χρήμα, την ιδιοκτησία και την κατοχή υλικών αγαθών. Η παρακμή των ανθρώπων είναι μια αναπόφευκτη συνέπεια της εφαρμογής αυτών των κριτηρίων αξιολόγησης, καθώς η επιλογή μέσω της ιδιοκτησίας είναι θανάσιμος εχθρός της φυλής, του αίματος και της ζωής. Δεν έχουμε τη παραμικρή αμφιβολία ότι υπό τον εθνικοσοσιαλισμό αυτό το προνόμιο της ιδιοκτησίας θα καταργηθεί και ότι η απελευθέρωση του Γερμανού εργάτη θα προχωρήσει τόσο, που θα περιλαμβάνει μερίδιο στα κέρδη, μερίδιο στην ιδιοκτησία και μερίδιο στη διοίκηση των μέσων παραγωγής.


Όμως δεν θα ξεφύγουμε από τα παλιά κριτήρια αξιολόγησης αν αφήσουμε τα πράγματα εδώ, αν δεν επιμείνουμε σε μια πνευματική επανάσταση η οποία να μας παρακινεί ώστε να επιτεθούμε ενάντια στο πνεύμα του υπάρχοντος συστήματος. Σκόπιμα θα αντικαταστήσουμε την αξιολόγηση με βάση την ιδιοκτησία, με την αξιολόγηση με βάση τα επιτεύγματα τα οποία αποτελούν για εμάς το μοναδικό κριτήριο. Για εμάς τα επιτεύγματα είναι το κύριο σημείο και όχι τα μερίσματα, ακριβώς όπως θεωρούμε την ανάληψη ευθύνης ως κλίμακα της ανθρώπινης προσπάθειας και όχι τον πλούτο ή την επίδειξη! Εδώ έχουμε μια νέα αντίληψη, μια νέα «θρησκεία» για την οικονομική ζωή χάρη στην οποία η λατρεία του «χρυσού μόσχου» θα λάβει τέλος.


Οι διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους και οι διαφορές ανάμεσα στα δικαιώματά τους θα προκύπτουν από τις διαφορές ανάμεσα στα επιτεύγματά τους, διαφορές ανάμεσα στο βαθμό υπευθυνότητάς τους, διαφορές που προέρχονται από το Θεό και επομένως είναι ιερές.


Εσείς οι Γερμανοί εργάτες φτάνετε τον αριθμό των δεκαπέντε εκατομμυρίων και μαζί με όσους εξαρτώνται οικονομικά από εσάς αποτελείτε το 85% του Γερμανικού λαού. Γιατί λοιπόν να ανέχεστε να υποφέρετε για όλη σας τη ζωή, κάθε ώρα της κάθε ημέρας, από τη πιο φρικτή ανησυχία για το επαύριον, από το τρόμο αν μετά την πληρωμή της επόμενης μέρας ή της πρώτης του επόμενου μήνα θα έχετε αρκετά χρήματα ώστε να παρέχετε στον εαυτό σας και στους δικούς σας τροφή, ένδυση και στέγη; Γιατί θα πρέπει να έρχεστε αντιμέτωποι, χρόνο με το χρόνο, με την πιο οδυνηρή ανησυχία για τα γεράματα και να αναρωτιέστε συνεχώς: «Τι στο καλό θα κάνω όταν πια δε θα είμαι σε θέση να εργαστώ;» Γιατί θα πρέπει να υπομένετε να σας δηλητηριάζει όλες τις χαρές της ζωής, όπως τη δημιουργία οικογένειας και την ανατροφή χαρούμενων υγειών παιδιών, η τυραννία ενός συστήματος που σας εκμεταλλεύεται ανηλεώς και σας μεταχειρίζεται ως σκλάβους; Γιατί θα πρέπει να υπομένετε να σας καταστρέφει τις ελάχιστες χαρές της ζωής σας, όπως η ονειροπόληση στο δάσος ή το να διαλέξετε ένα παιχνίδι για το παιδί σας, η τυραννία του χρήματος;


Γιατί ανέχεστε αυτή τη δουλοπρεπή ύπαρξη η οποία σας στερεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, σας αποκόπτει από την ευτυχία της ζωής και μετατρέπει τη ζωή σας από ένα ψαλμό ευχαριστίας στον Παντοδύναμο (όπως θα έπρεπε να είναι, σύμφωνα με τους αιώνιους νόμους της φύσης και τα αιώνια δικαιώματα του ανθρώπου) σε μια κραυγή μίσους για το Σατανά, σε μια κραυγή λύπης και απελπισίας για τη φτώχεια, την αηδία και το θάνατο. Γιατί το ανέχεστε αδερφοί και αδερφές;


Επειδή σας λένε ψέματα και σας εξαπατούν, θολώνουν την όρασή σας, έτσι ώστε να αδυνατείτε να δείτε τον εχθρό που σας βασανίζει με όλες τις συμφορές που σας προκαλεί. Επειδή η καρδιά και το μυαλό σας είναι τόσο ναρκωμένα που μαλώνετε μεταξύ σας αντί να ενώνετε τις δυνάμεις σας εναντίον αυτού του εχθρού. Οι άνεργοι μνησικακούν εναντίον των εργαζομένων, οι χειρώνακτες εναντίον των πνευματικά εργαζομένων, ο αστικός πληθυσμός ενάντια στον αγροτικό, οι επαρχιώτες ενάντια στους δημοσίους υπαλλήλους και πάει λέγοντας.


Επειδή τους αφήνετε να σας στρέφουν τον ένα εναντίον του άλλου. Οι κομμουνιστές ενάντια στους σοσιαλδημοκράτες, αμφότεροι εναντίων των ‘αστών,’ οι στρατιώτες ενάντια στους πολίτες, οι άνδρες του Κόκκινου Μετώπου εναντίων αυτών που φορούν τη Σβάστικα. Αλλά δεν είστε όλοι σύντροφοι, σύντροφοι στη δυστυχία, ‘αδέρφια της αλυσίδας’; Δεν είναι το ίδιο μαστίγιο που κροταλίζει στα αυτιά όλων σας, δεν υποφέρετε όλοι από τον τρόμο της φτώχειας. Δεν είναι οι ζωές σας ήδη αρκετά δυστυχισμένες από αυτούς τους καυγάδες; Δεν είστε καθολικά εξαπατημένοι από τα δικαιώματα του ανθρώπου;


Δε θα ήμασταν σοσιαλιστές αν ήμασταν απρόθυμοι να πολεμήσουμε την ταξική εξουσία του καπιταλιστικού συστήματος, η οποία επιτρέπει σε μια τάξη πολιτών, των οποίων το μόνο προσόν είναι αυτό της ιδιοκτησίας, να αποφασίζουν για τη ζωή ή το θάνατο της μεγάλης πλειοψηφίας των συμπολιτών τους. Αλλά δεν θα ήμασταν εθνικιστές αν ήμασταν λιγότερο παθιασμένα αποφασισμένοι να αποκηρύξουμε την γεμάτη μίσος προσπάθεια να γυρίσουν τα πράγματα αντίστροφα σύμφωνα με τη θέληση των βίαιων μαζών, αυτών που μέχρι τώρα σπαράσσονταν από τη δυστυχία και τώρα τους είναι αδύνατο να αναγνωρίσουν το ανέφικτο του διαχωρισμού της τύχης μιας τάξης (είτε αυτή είναι η μειοψηφία είτε η πλειοψηφία) από την τύχη του συνόλου του έθνους.


Διότι εδώ βρίσκεται η μεγάλη μας ανακάλυψη, ότι ο αληθινός σοσιαλισμός ταυτίζεται με τον αληθινό εθνικισμό, καθώς και οι δύο είναι εξίσου εχθρικοί τόσο στην ταξική διακυβέρνηση από την προνομιούχο αστική τάξη όσο και στην ταξική διακυβέρνηση από το προλεταριάτο.


Τότε τι θέλουμε; Δε θέλουμε ούτε «αστικό κράτος» αλλά ούτε και «προλεταριακό κράτος». Θέλουμε ένα νέο είδος ανθρώπου, θέλουμε το κράτος αυτού του νέου είδους ανθρώπου που ανακαλεί με πρωτόγονη καθαρότητα από την αστική τάξη την ιδέα του εθνικισμού, η οποία απορρέει από τα βάθη του αίματος, και από το προλετάριο την ιδέα του σοσιαλισμού πολλαπλασιασμένη σε δύναμη από την αδικία που έχουν υποστεί οι προλετάριοι. Θέλουμε όλους τους πρωταθλητές και από τα δύο στρατόπεδα, οι οποίοι έχουν ανακαλύψει μέσα τους τη σύνθεση η οποία γεφυρώνει την τρομερή άβυσσο η οποία χάσκει ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα.


Αυτή η σύνθεση είναι που μας διδάσκει να είμαστε σοσιαλιστές επειδή είμαστε εθνικιστές και να είμαστε εθνικιστές επειδή είμαστε σοσιαλιστές.


Νομοτελειακά σκεπάζει τη Γερμανική ιστορία, η οποία είναι ένα αποτέλεσμα της μάχης της Γερμανικής ψυχής να γνωρίσει τον εαυτό της, αυτό το ξέσπασμα αμοιβαίου μίσους, αυτή η δολοφονική μάχη αδερφού με αδερφό για χάρη μιας ιδέας η οποία παραμένει άγνωστη στους περισσότερους από τους αντιμαχόμενους, μέχρι μετά από φοβερούς πόνους, να γεννηθεί μέσα από τη σύνθεση η οποία είναι κάτι νέο αλλά παρόλα αυτά αρχικά ενσωματωμένο, ό,τι καλύτερο θα μπορούσε και από τα δύο αντιμαχόμενα μέρη. Αυτή η σύνθεση δεν είναι άλλη από την αστικό-προλεταριακή σύνθεση του επερχόμενου Τρίτου Ράιχ της εθνικής ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. 


Ηθική. 


Οι ψυχές των ανθρώπων επισκιάζονται από μια φρικτή απελπισία. Οι παραδοσιακές αξίες καταρρέουν. Οι άνθρωποι δεν ξέρουν που να προσκολληθούν και μάταια ψάχνουν έναν πόλο έλξης τον οποίο έχασαν στην ηθική και δε μπορούν να βρουν στη θρησκεία. Η σχετικότητα έχει γίνει σύνθημα του σύγχρονου πολιτισμού, η σχετικότητα όλων των πραγμάτων, όλης της γνώσης, όλων των συναισθημάτων. Μάταια προσπαθεί αυτός που υποφέρει να δραπετεύσει από την ανιαρή ανησυχία μιας μη καθαρής συνείδησης προσπαθώντας να κρύψει και να δικαιολογήσει την αστάθειά του με τη βοήθεια της ψυχανάλυσης. Ο πυρήνας έχει ροκανιστεί μέχρι να απομείνει ελάχιστο από αυτόν.


Αυτή είναι η οδυνηρότερη πληγή και ίσως μη θεραπεύσιμη. Είναι μια βαθιά αλήθεια ότι η ηθική υγεία είναι αναντικατάστατη για την κοινωνική και την πολιτική σταθερότητα των ανθρώπων. Ας μην αφήσουμε τον αναγνώστη να παρερμηνεύσει τα λεγόμενά μου όταν χρησιμοποιώ τη λέξη «ηθικός». Η ηθική δε μπορεί να στηριχθεί πάνω σε κανένα άλλο θεμέλιο από την ψυχή, δεν μπορεί να συντηρηθεί από καμιά θεωρητικά αναλλοίωτη εντολή, ακόμα κι αν καταρχήν αυτές οι εντολές ήταν οχυρωμένες με κάποιου είδους «εκχύλισμα ψυχής». Εδώ δεν αναφερόμαστε σε κάποια δογματική ηθική που προκύπτει από μια τάξη ή από μια θρησκεία, αλλά στην αρμονία η οποία κυριαρχεί (ή θα έπρεπε να κυριαρχεί) ανάμεσα στην αιώνια φύση και σε αυτό που είναι θεϊκό στον άνθρωπο. Η μορφή επομένως της ηθικής, είναι προσωρινή όπως και ο ίδιος ο άνθρωπος, ενώ το περιεχόμενο, δηλαδή η ψυχή είναι αιώνιο.


Ηγεσία


Στο λαϊκό κίνημα γίνεται μεγάλη συζήτηση περί της αποκρυστάλλωσης μιας νέας ηγεσίας και αυτό άπτεται αυτών που προανέφερα. Αλλά οι μέθοδοι που έχουν προταθεί για να αποφασίσουμε περί των καλύτερων ηγετών, όπως για παράδειγμα η εξέταση του αίματος, φαίνονται στο πρακτικό μου μυαλό μάλλον αμφίβολοι ως προς την δυνατότητα εφαρμογής τους, τη χρησιμότητά τους και την αποτελεσματικότητά τους. Υπάρχει ένα άλλο σχέδιο, ένα παλιό Γερμανικό, ένα Πρωσικό σχέδιο το οποίο μου θύμισε ο φίλος μου ο Pfeffer και το οποίο θεωρώ αξιοθαύμαστο. Εννοώ την επιλογή που βασίζεται πάνω στο στρατό.


Ως προϋπόθεση για τη χρήση αυτής της μεθόδου, η υπηρεσία στο στρατό πρέπει να είναι εθελοντική, δηλαδή να αποτελεί προνόμιο και όχι καθήκον. Το πρακτικό σχέδιο θα είναι να θεσπιστεί ένας νόμος ότι κάθε Γερμανός πολίτης θα υπηρετήσει το κράτος για ένα χρόνο. Αυτό το οποίο προτείνω είναι ότι κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου δεν θα πρέπει να ανατίθεται στους υπηρετούντες το κράτος η κατασκευή δρόμων ή οποιαδήποτε χειρονακτική εργασία, αλλά να διδάσκονται κάποια επαγγελματική τέχνη, έτσι ώστε να μην υπάρχει ενήλικος Γερμανός που να μην έχει λάβει κάποια επαγγελματική εκπαίδευση σε κάποιον τομέα. Αλλά η επιλογή των καλύτερων θα αφήνεται να γίνει μεταξύ αυτών που μετά τον ένα χρόνο ‘κοινωνικής θητείας’ θα επιλέγουν να καταταγούν εθελοντικά στο στρατό. Η στρατιωτική θητεία θα διαρκεί αρκετά χρόνια και εκτός αυτού θα προσελκύσει άτομα με πνεύμα αυτοθυσίας επειδή θα συνεπάγεται τους κίνδυνους του πολέμου, επομένως θα απαιτεί ηρωικές αρετές.


Αλλά, επαναλαμβάνω, η αποδοχή της στρατιωτικής θητείας θα αφήνεται εθελοντική και χωρίς εξαναγκασμό. Ποιος μπορεί να αμφιβάλει ότι αυτοί οι Γερμανοί που εθελοντικά κατετάγησαν στο στρατό, ο οποίος θα τους απομακρύνει από την ιδιωτική τους ζωή τουλάχιστον το διπλάσιο από την ‘κοινωνική θητεία,’ δεν θα τους προσφέρει πρακτικά πλεονεκτήματα στην επαγγελματική τους ζωή και εκτός του ότι απαιτεί πολύ σκληρότερη εργασία θα συνεπάγεται για τους εθελοντές όλους τους κινδύνους του πολέμου, ποιος μπορεί να αμφιβάλει, λέω, ότι τέτοιοι Γερμανοί όπως αυτοί οι εθελοντές θα είναι οι καλύτεροι Γερμανοί, φυλετικά οι καλύτεροι, των οποίων τα επιτεύγματα προς όφελος του κράτους τώρα και στο μέλλον θα υπερβαίνουν κατά πολύ αυτά του μέσου ανθρώπου;»






[1]: Με τον όρο «επικαρπία» μεταφράζεται στα ελληνικά ο αγγλικός όρος «entail» που βρίσκεται σε όλα τα κείμενα των αδελφών Στράσσερ όταν αναφέρονται στην μορφή ιδιοκτησίας την οποία προκρίνουν. Οι Όττο και Γκρέγκορ Στράσσερ ήθελαν κατ΄ ουσίαν μια μορφή ιδιοκτήσιας στην οποία ο διαχειριστής δεν θα ήταν τόσο ιδιοκτήτης όσο επιστάτης της «περιουσίας» η οποία του δόθηκε από το έθνος. Ο διαχειριστής της «επικαρπίας» εκτελούσε το χρέος του προς την κοινότητα παρέχοντας τις υπηρεσίες του ενώ παράλληλα φρόντιζε για την προσωπική του ανέλιξη και τον βιοπορισμό του. H «ιδιοκτησία του» δεν ηταν ιερή και απαραβίαστη αφού δεν ανήκε σε αυτόν αλλά σε ολόκληρο το «εθνικό σώμα» το οποίο του την παραχωρούσε ως κληροδότημα προκειμένου ο «κάτοχος» να καλύψει τις ανάγκες του στα πλαίσια της δημιουργικής ασχολίας και της υπευθυνότητας. Είναι ένα άψογο μοντέλο το οποίο συνδυάζει την ευθύτητα του ατόμου επί της επικαρπίας του και την εθνικοποιημένη οικονομία απορρίπτοντας τόσο τον «κρατικό σοσιαλισμό» του μαρξισμού όσο και τον ατομισμό του φιλελευθερισμού. Περισσότερα και πιο κατανοητά σχετικά με το θέμα ΕΔΩ και ΕΔΩ